Θαυμαστή διάσωση

  Καλοκαίριασε εν τω μεταξύ κι όπως έπρεπε για θερινή περίοδο, πήγα να ξεκουραστώ για λίγες μέρες και πάλι, στο γνωστό άλλωστε σπίτι των συγγενών μας στην Πελοπόννησο. Με την γυναίκα μου βρισκόμουν εκεί βέβαια κι όπως το επιβάλαμε κι αυτό στο πρόγραμμά μας, για τους ίδιους με της προηγούμενης χρονιάς λόγους ησυχάζαμε εκεί και καθόλου δεν ανησυχούσα, αν προέκυπταν ή όχι επείγοντα στο μοναστήρι μας, αφού από εκεί κάτω που βρισκόμουν, τίποτε δεν θα μπορούσα να κάνω για την επίλυσή τους.

Κι αφού κανένας λόγος δεν μου επέβαλε ανησυχία, περάσαμε όντως καλά στις διακοπές μας κι όταν πια τελείωσε ο χρόνος τους, επιστρέψαμε ευχαριστημένοι στο σπίτι μας και μαζί με αυτό, επέστρεψα κι εγώ στις εργασιακές μου υποχρεώσεις.

Σ’ αυτές πια προσηλωμένος, απέδιδα τα μέγιστα κατά την συνήθειά μου και ανάμεσα σ’ αυτά και λίγες μέρες πριν του δεκαπενταύγουστου, έκανα μαζί με τα άλλα και μια επείγουσα μεταφορά ενός μοναχού προς στην Ουρανούπολη.

Στην Θεσσαλονίκη βρισκόταν αυτός για υπηρεσιακούς λόγους και για κάποια αιτία έπρεπε να επιστρέψει επειγόντως στο μοναστήρι μας, οπότε, άφησα τα τρέχοντα και κανονικά εκείνο το πρωί ξεκινήσαμε με τις ευλογίες του για τον προορισμό μας.

Σκοπεύοντας λοιπόν να προλάβουμε και το καράβι που αναχωρεί στις δέκα παρά τέταρτο από την Ουρανούπολη για το Άγιο Όρος, καθόλου δεν βιαζόμασταν, αφού πολύ χρόνο είχαμε μπροστά μας.

Άνετα δηλαδή και χαλαρά φτάσαμε εκεί κι όταν πια ήρθε η ώρα της αναχώρησης του μοναχού, επίσης χαλαρά τον συνόδευσα μέχρι και στο καράβι να επιβιβαστεί. Κι αφού χαιρετηθήκαμε εκεί, πήγα να πάρω το φορτηγάκι μου και με την ίδια άνεση πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

Μην έχοντας τίποτε που να με πιέζει χρονικά όμως, επίσης χαλαρά επέστρεφα από τον δρόμο της Αρναίας που επέλεξα, με απώτερο σκοπό να βγω μετά από εκεί, στον παλιό δρόμο της Καβάλας.

Από εκεί πάλι, είχα προγραμματίσει να βρεθώ στις εγκαταστάσεις που στεγαζόταν ο συνεργάτης μου κύριος Μόσχος, με τον οποίο σκόπευα να κουβεντιάσω τα θέματα που από κοινού μας απασχολούσαν.

Κι αφού αυτό προγραμμάτισα να κάνω, αμέσως έστριψα μετά από την Αρναία προς τον δρόμο της Καβάλας και σιγά, σιγά κατέβαινα τον στενό επαρχιακό δρόμο και πολύ νωχελικά θα έλεγα έκανα την διαδρομή μου, συγκρίνοντάς την με εκείνες τις γρήγορες νυχτερινές διαδρομές που έκανα κάθε τόσο.

Ο συγκεκριμένος δρόμος είναι όντως στενός, καθαρά επαρχιακός και δεν έχει ιδιαίτερη κίνηση. Είναι ζήτημα δηλαδή αν συναντήσει κανείς άλλο αυτοκίνητο να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει καθώς τον χρησιμοποιεί, μέχρι να καταλήξει στην διασταύρωση της Ν. Απολλωνίας.

Έχει αρκετές στροφές βέβαια, όπως και κατηφόρα είναι, αλλά τίποτε από τα δυό δεν είναι υπολογίσιμο. Και οι λίγες ταμπέλες που υπάρχουν στις άκρες του δρόμου, προειδοποιούν για τις στροφές μόνον, οι οποίες δηλώνουν ότι με πενήντα χιλιόμετρα οδηγώντας κανείς, εύκολα μπορεί να τις πάρει.

Εγώ βέβαια και με ογδόντα που τις έπαιρνα όταν βιαζόμουν για κάποιο λόγο, μα τις ανέβαινα, μα τις κατέβαινα, άδειος, ή παραφορτωμένος, ποτέ δεν ζορίστηκα, αλλά ούτε και το φορτηγάκι μου έδειχνε να έχει κάποιο πρόβλημα να το κάνει.

Μα χειμώνας λοιπόν ήταν, μα καλοκαίρι ήταν, το ίδιο έκανα. Κι όταν οι ομίχλες προσπαθούσαν να μου κρύψουν τον συγκεκριμένο δρόμο, από μνήμης μπορούσα να τον ακολουθήσω και ποτέ δεν αντιμετώπισα κάποια δυσκολία.

Κι επειδή συχνά τον χρησιμοποιούσα, πολλές φορές κοιμόμουν έξω από ένα αγροτόσπιτο, όταν νύσταζα εκεί επιστρέφοντας τα χαράματα από τις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις στην Ουρανούπολη.

Έπαψα κι αυτό να κάνω αργότερα, γιατί δεν με άφηναν να ησυχάσω οι υπέροχοι κατά τα άλλα αγρότες, οι οποίοι αισθανόταν άσχημα όταν έβλεπαν να κοιμάμαι στον δρόμο, την στιγμή που πολύ θα ήθελαν να με φιλοξενήσουν στο σπίτι τους όπως έλεγαν, έστω κι αν τους πλησίαζα στις πέντε το πρωί.

Την ημέρα που αναφέρομαι λοιπόν, έκανε πολύ ζέστη και μεσημέρι σχεδόν ήταν. Ούτε πάγοι υπήρχαν δηλαδή, ούτε γλίτσες υπήρχα, ούτε έτρεχα, ούτε βιαζόμουν, αλλά κι όταν πήγα να μπω σε μια αριστερή στροφή, έκοψα την ταχύτητα μου και για να συμβιβαστώ με την υπόδειξη της ταμπέλας, με πενήντα την έπαιρνα και τρίτη ταχύτητα είχα να με υπακούει έστω και για πρώτη μου φορά, αφού με τετάρτη κατέβαινα τον ίδιο δρόμο τις άλλες φορές.

Με το που έπαιρνα λοιπόν την αριστερή στροφή, έριχνα και μια γρήγορη ματιά στον γύρο έρημο από δένδρα χώρο κι αμέσως μετά κοιτούσα μπροστά μου, γιατί μετά από αυτήν ακολουθεί μια δεξιά στροφή, η οποία σε πέταλο παραπέμπει, αλλά και πολύ απλωμένη θα λέγαμε ότι είναι.

Εκείνο που με υποχρέωσε όμως να κοιτάξω επισταμένως μπροστά μου, δεν ήταν τόσο η στροφή που ακολουθούσε αφού αυτήν την ήξερα, αλλά το βογκητό που άκουγα να βγάζει αδικαιολόγητα η μηχανή του αυτοκινήτου μου, από κάποιο ζόρισμα που αντιμετώπιζε.

Ήταν αδύνατη αυτή όπως σας είπα και στις υπολογίσιμες κατηφόρες, δεν μπορούσε να συγκρατήσει το βάρος του αυτοκινήτου κι όταν ακόμη αυτό τις κατέβαινε άδειο από πλευράς φορτίου.

Εκείνη η στροφή όμως δεν ήταν υπολογίσιμη, οπότε, δεν υπήρχε και λόγος να βογκά η μηχανή, γι’ αυτό κι έστρεψα τα μάτια μου στο καντράν του πια, στην προσπάθειά μου να δικαιολογήσω το βογγητό της.

Ξαφνιάστηκα βλέποντας να δείχνει εξήντα κι επειδή δεν ήθελα, αλλά και λόγους δεν είχα να ακολουθήσω την επιλογή του αυτοκινήτου να τρέχει παραπάνω από όσο εγώ θα ήθελα, πάτησα ελαφρά τα φρένα μου και τα κράτησα πατημένα τόσο, όσο έπρεπε μόνον, για να μη μου φύγει περισσότερο, αλλά και μπήκα εν τω μεταξύ στην δεξιά στροφή.

Το αυτοκίνητο μου όμως δεν ήθελε να υπακούσει όπως αποδείχτηκε και χωρίς να καταλαβαίνω τον λόγο, αύξησε την ταχύτητά του αντί να την κόψει κι από τα εξήντα που είχε, άρχισε να τρέχει περισσότερο σταδιακά, λες και κάποιος το έσπρωχνε με δύναμη από πίσω.

Μη θέλοντας λοιπόν να μπω κι εγώ στην λογική του, πάτησα ποιο πολύ τα φρένα μου αφού ακόμη είχα το πόδι μου επάνω τους, με φανερή την διάθεση να του κόψω την φόρα που χωρίς την άδειά μου απέκτησε.

Τί ήταν να το κάνω όμως, γιατί θύμωσε θαρρείς μαζί μου και το επόμενο δέκατο του δευτερολέπτου, βρέθηκε το πίσω μέρος του αυτοκινήτου πλάγια κι από την αριστερή μου πλευρά, λες και γλίστρησε πάνω σε πάγους.

Και πήρε τέτοια θέση εκεί, που δικαιολογημένα θα έλεγα τώρα, ότι μάλλον είχε πρόθεση να με ρίξει πάνω στο δεξιά υπάρχον ανάχωμα του δρόμου, με φανερή την διάθεσή του να με κάνει ένα με αυτό.

Αυτό θέλοντας να αποφύγω, τράβηξα το πόδι μου από τα φρένα κι έκοψα αριστερά το τιμόνι μου, ώστε να μπω ξανά στην κανονική πορεία. Γλύτωσα βέβαια προς στιγμή από το ανάχωμα, αλλά δεν θα γλύτωνα από οποιοδήποτε άλλο αυτοκίνητο ερχόταν από την αντίθετη πλευρά, γιατί αύξησε το αυτοκίνητο ακόμη περισσότερο την ταχύτητα όπως έβλεπα.

Έπιασε τα ενενήντα δηλαδή και μη μπορώντας να το συγκρατήσω στην δεξιά λωρίδα, ήδη μπήκε στην αριστερή χωρίς να θέλω, ενώ ακόμη ακολουθούσα την δεξιά στροφή. Και κακώς πάτησα ξανά, έστω κι ελαφρά τα φρένα μου, γιατί έχασα εντελώς πια τον έλεγχό του, αφού από εκεί και μετά, όπου ήθελε πήγαινε κι ότι ήθελε έκανε.

Κι αυτό που έκανε στην συνέχεια, ήταν να βγει εντελώς έξω από τον δρόμο και με εκατό αδικαιολόγητα χιλιόμετρα πλέον στην πορεία του, κατευθυνόταν προς ένα αριστερά υπάρχων ανοίχτομα του δρόμου με πολύ ανώμαλο έδαφος, αποφασισμένο θαρρείς να με σκοτώσει τελικά.

Αυτό υπολογίζοντας λοιπόν, μόνον τον σταυρό μου προλάβαινε να κάνω κι αδύναμος όπως αποδείχτηκε να περισώσω εγώ τον εαυτό μου όπως και το αυτοκίνητό μου, την Παναγία μας θυμήθηκα να επικαλεστώ.

Όπως εκτιμούσα δηλαδή, Αυτή μόνον μπορούσε να με προστατέψει, αφού όπως ήταν φανερό πια κι αυτό, με φόρα, αλλά και με την μούρη του αυτοκινήτου μου προτεταμένη θα καταλήγαμε μέσα σε ένα μεγάλο λάκκο, όπου και υπολόγιζα ότι θα σκοτωθώ.

Αυτήν την εκδοχή ιδικά μελετώντας, άρχισα να συνειδητοποιώ πια, ότι όπως όλοι, έτσι κι εγώ, κάπως έπρεπε να πεθάνω κι αφού εκεί και κάτω από αυτές τις συνθήκες έπρεπε να γίνει, το δέχτηκα, αλλά και πολλές φορές έλεγε συνεχώς, Παναγία μου, Παναγία μου, Παναγία μου, μέχρι να φτάσω στο χείλος του λάκκου.

Είκοσι και πλέον μέτρα απείχε αυτός από τα όρια του δρόμου κι εκεί ευρισκόμενος με το αυτοκίνητο μου, δέχτηκα ένα πολύ δυνατό χτύπησε από κάτω και στο κάρτερ της μηχανής όπως αποδείχτηκε αργότερα.

Με την δύναμη που έτρεχε όμως, διατηρώντας δηλαδή την αυξημένη του ταχύτητα, σηκώθηκε στον αέρα μετά από το χτύπημα και πετώντας θα έλεγα πήγαινε να καρφωθεί μαζί μ’ εμένα, όπου κι αν πέφταμε μέσα σ’ εκείνον τον λάκκο.

Τα αδύνατα παρά ανθρώποις όμως, δυνατά παρά τω Θεώ, όπως λέει και το ευαγγέλιο, οπότε, δεν ξέρω να σας πω πως έγινε αυτό, που ανεξήγητο είναι για τα ανθρώπινα δεδομένα, γιατί είδα να σταματά ακαριαία το φορτηγάκι μου στον αέρα και στο ύψος που βρισκόταν πριν λίγο, γύρο στο μέτρο πάνω από το έδαφος δηλαδή όπως το υπολόγιζα.

Κάνοντας μια στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών επί τόπου στην συνέχεια, μου επέτρεπε να βλέπω ξανά τον δρόμο. Κι όχι μόνον αυτό έκανε, γιατί περπάτησε πρέπει να πω στον αέρα, αυτά τα είκοσι και πλέων μέτρα κι όπως αδυνατούσα να το εξηγήσω λογικά, με προσγείωσε σαν να ήμουν αεροπλάνο πάνω στο οδόστρωμα, χωρίς να αισθανθώ τον παραμικρό κραδασμό.

Η ταχύτητα του αυτοκινήτου όμως παρέμενε στα εκατό χιλιόμετρα όπως έβλεπα και η μηχανή του κόντευε να διαλυθεί από το ζόρι που είχε. Βλέποντας όμως να υπάρχουν λίγα μέτρα ευθείας πορείας μπροστά μου στον δρόμο που ακολουθούσα, πάτησα ξανά τα φρένα μου αισθανόμουν ασφαλής πια κι έτσι, έκοψε φυσιολογικά την φόρα του το αυτοκίνητο.

Δεν ξέρω τι θα κάνατε εσείς αν σας συνέβαινε κάτι παρόμοιο, αλλά εγώ τουλάχιστον, δεν στάθηκα εκεί να δω περισσότερα. Συνέχισα δηλαδή την πορεία μου μπαίνοντας στην επόμενη αριστερή στροφή και βεβαίως ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, καθόλου δεν με απασχόλησε να μάθω, τί και πως έγινε αυτό που σας διηγήθηκα, αφού και δεν θα μπορούσα να το εξηγήσω μαθηματικά.

Ευχαρίστησα ωστόσο και μάλιστα πολλές φορές την Παναγία μας για το ενδιαφέρον που έδειξε, όπως και για όσα έκανε εκείνη την στιγμή προκειμένου να περισώσει εμένα και το φορτηγάκι της μονής μας.

Κι αφού όλα είχαν καλώς, εγκαίρως πήγα στον προορισμό μου. Εκεί δηλαδή καταλήγοντας, λεπτομερώς ανάφερα την περιπέτειά μου στον συνεργάτη μου, λόγω του ότι ήμουν ακόμη επηρεασμένος από αυτό που μου συνέβη, αν και φανερά απορούσε με το αποτέλεσμα, μη μπορώντας να εξηγήσει κι αυτός λογικά την συμπεριφορά του αυτοκινήτου μου.

Η αλήθεια τώρα είναι ότι πολλές φορές πέρασα από τον ίδιο δρόμο εκ των υστέρων και κάτω από όλες τις συνθήκες μάλιστα, αλλά κάτι παρόμοιο δεν μπόρεσα να δω, όσο κι αν το προσπαθούσα.

Και στο σημείο που σηκώθηκε στον αέρα το αυτοκίνητο πήγα να δω την πέτρα που χτύπησε το κάρτερ του, αφού το βρήκαμε αρκετά πιεσμένο μεν στο συνεργείο που το πήγα, αλλά όχι τρύπιο.

Δεν σας κρύβω δε, ότι και την απόσταση μέτρησα με τα βήματά μου θέλοντας να την επιβεβαιώσω. Κι αφού την βρήκα τόση κι όση σας είπα, έπαψα να ψάχνω περισσότερο το θέμα. Άλλωστε, καμιά λογική, ή τεχνική εξήγηση μπορώ να προσθέσω σήμερα, που να μας δίνει περισσότερα και ποιο σαφή στοιχεία.

Όποτε περνάω από εκεί πάντως, ανελλιπώς κάνω τον σταυρό μου, πάντα ευχαριστώ την Παναγία μας και προπαντός, πάντα θαυμάζω για την πανταχού παρούσα Θεία πρόνοια.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *