Ήρθε πάλι ο καιρός να τιμήσουμε την μνήμη της Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας στο μοναστήρι μας όμως κι όπως γίνεται κάθε χρόνο στην γιορτή Της, πανηγυρικά ετοιμάστηκαν να την αντιμετωπίσουν κι εκείνη την φορά οι πατέρες και μαζί με αυτούς, έτρεχα κι εγώ να τους καλύψω από της μόνιμες, όπως κι από τις έκτακτες ανάγκες τους, ώστε ούτε από αυτούς, αλλά ούτε κι από τους υπεράριθμους προσκυνητές να λείψει κάτι, από την έμπρακτα προσφερόμενη αγάπη του γέροντά μας.
Κι ως εκ τούτου, από την προπαραμονή της πανήγυρης πάλι βρισκόμουν στο μοναστήρι, προκειμένου να τους ενισχύσω με τις προμήθειες που τους μετέφερα, αλλά και τις διαθέσεις του καιρού ήθελα να προλάβω, για τον λόγο ότι περιμέναμε νοτιάδες ανέμους ως συνήθως.
Όταν εμφανίζονται αυτοί, όπως πολλές φορές σας το ανάφερα κι αυτό, χαλούν με τα κύματα που προκαλούν στην θάλασσα, το πρόγραμμα της τοπικής ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας, απαγορεύοντας στα καράβια να πιάσουν στις προβλήτες των μοναστηριών.
Άλλαξαν όμως διάθεση την τελευταία στιγμή κι αφού επέτρεψε το Λιμεναρχείο να γίνει κανονικά η συγκοινωνία την παραμονή της γιορτής, πολλοί προσκυνητές έφτασαν στο μοναστήρι μας, ανάμεσα στους ο ποίους ήταν κι ένας πολύ γνωστός φιλομόναχος εφοπλιστής, αλλά και βεβαιωμένα σωστός πιστός ως άνθρωπος.
Δεν τον γνώριζα είναι αλήθεια και τίποτε δεν ήξερα για την περίπτωσή του. Τον είχα συναντήσει βέβαια στους χώρους των γραφείων της μονής, όταν πήγα κάποια στιγμή να καταθέσω τον οικονομικό μου απολογισμό στον επίτροπο, αλλά και μη γνωρίζοντας τίποτε γι’ αυτόν, ούτε κι από τον επίτροπο υπήρχε λόγος να ζητήσω πληροφορίες για το άτομό του.
Όπως τον είδα εκεί δηλαδή, έτσι και τον ξέχασα μετά από λίγο. Έγινε ωστόσο η πανήγυρη, ολοκληρώθηκε η αγρυπνία κι όταν πια μπήκαμε στην τράπεζα την επομένη το πρωί, προκειμένου να συμμετάσχουμε όλοι μαζί στο επίσης καθιερωμένο πανηγυρικό γεύμα, ακούσαμε έναν μοναχό να μας λέει, ότι ο καιρός τώρα βρήκε να χτυπήσει τις ακτές με τα μεγάλα κύματα που προκαλούσε, οπότε δεν θα γινόταν η τακτική συγκοινωνία εκείνη την ημέρα, όπως το πληροφορήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές.
Έγινε κάποια αναστάτωση εκείνη την στιγμή, γιατί οι περισσότεροι εκ των επισκεπτών είχαν ήδη δρομολογήσει την επιστροφή τους, αλλά αφού αυτό μας προέκυψε, ήθελαν, δεν ήθελαν, υποχρεώθηκαν να μείνουν μια μέρα παραπάνω στο μοναστήρι, αφού άλλος τρόπος δεν υπήρχε να βοηθήσει την μετακίνησή τους προς την Ουρανούπολη.
Κι αφού το πήραν απόφαση, συνέχισαν το φαγητό τους μαζί με τους πατέρες της μονής κι όπως έπρεπε μετά, πήγαν όλοι στα δωμάτιά τους να ξεκουραστούν, από την ολονύχτια ορθοστασία στην εκκλησία. Και το απόγευμα πια που κατέβηκαν από τα δωμάτιά τους, μπήκαν ξανά στην εκκλησία για τον εσπερινό.
Πήραν μέρος και στο απογευματινό φαγητό στην συνέχεια, όπως άκουσαν και το απόδειπνο μετά από αυτό στην εκκλησιά κι αφού τους μίλησε κάποιος από τους μοναχούς στην αίθουσα που βρίσκεται δίπλα από το αρχονταρίκι, πήγαν να ξεκουραστούν στην συνέχεια, ώστε ήρεμοι να ακολουθούσαν και το πρόγραμμα της επόμενης μέρας.
Το ίδιο έκανα κι εγώ βέβαια μαζί με όλους αυτούς κι όταν πια το πρωί της επομένης, μας έλεγε στην τράπεζα ο ίδιος μοναχός, ότι θα γινόταν κανονικά η συγκοινωνία εκείνη την ημέρα, όλοι μας χαρήκαμε, αφού κι εγώ είχα εργασίες που έπρεπε να επιληφθώ κι όπως είναι κατανοητό κι ο δικός μου χρόνος ήταν πολύτιμος.
Αφού λοιπόν μπορούσαμε να φύγουμε από το μοναστήρι και η ώρα της αναχώρησής μας είχε προσδιοριστεί, με κάλεσαν στο αρμόδιο γραφείο οι πατέρες, όπου και μου έδωσαν αρκετές παραγγελίες προς εκτέλεση.
Μαζί με αυτές δε, μου είπαν ότι έστειλαν στην προβλήτα της μονής πολλά εργαλεία και μηχανάκια που έπρεπε να επιληφθώ της επισκευή τους, όπως κι ένα σορό κλούβες με λαχανικά γεμάτες, προκειμένου να τις μεταφέρω στο γυναικείο μοναστήρι του Πανοράματος ως ευλογία.
Κι αφού πήρα τις νέες παραγγελίες στα χέρια μου, χαιρέτησα τους πατέρες και καθώς έπρεπε, βιαστικά κατέβαινα την κατηφόρα με τα πέτρινα μεγάλα σκαλοπάτια, μη τυχόν κι έχανα το καράβι, το οποίο όπως μου ανακοίνωσαν, ήδη ερχόταν να πιάσει στην σκάλα μας.
Εκεί καταλήγοντας, έβλεπα ότι όντως ήταν πολλά αυτά που μου άφησαν οι πατέρες, αλλά και συγκεντρωμένα ήταν στον χώρο της μικρής μας προβλήτας, δεδομένου ότι σ’ αυτήν επέλεξε να πιάσει με το καράβι του ο καπετάνιος.
Ασφαλώς κι ενημερώθηκε αυτός, ότι μαζί με τους προσκυνητές, θα παραλάμβανε κι εμένα προσωπικά, όπως κι αυτά που θα συνόδευα μπαίνοντας στο καράβι του, οπότε, στριμωγμένος κι εγώ ανάμεσα στους προσκυνητές περίμενα την άφιξή του.
Όταν λοιπόν έκανε αυτός μετά από λύγο την εμφάνισή του, ερχόμενος από τα μοναστήρια που βρίσκονται ποιο πίσω από το δικό μας, έλεγε με το μεγάφωνο στο χέρι προς όλους μας, πριν ακόμη ρίξει τον καταπέλτη του στην προβλήτα, ότι δεν θα έπαιρνε κανέναν επιβάτη, γιατί όπως κι εμείς το βλέπαμε, σαν τσαμπί από σταφύλι ήταν φορτωμένο το καράβι του από επιβάτες.
Όπως βλέπετε έλεγε, το καράβι είναι παραπάνω από γεμάτο. Θα μεταφέρω τους επιβάτες που τώρα έχω μέχρι την Δάφνη κι αμέσως θα επιστρέψω να παραλάβω κι εσάς. Κάντε λοιπόν υπομονή και περιμένετέ μας. Όσο για σένα Μιχάλη, έλεγε και σ’ εμένα, καλά θα κάνεις να μείνεις και σήμερα στο μοναστήρι, ώστε αύριο να σε πάρω μαζί μου, γιατί όπως κι εσύ βλέπεις, δεν θα έχω χώρο να βάλω στο καράβι όλα αυτά που βλέπω να έχεις εκεί μαζεμένα.
Κι αφού αυτά μας είπε, έκανε στροφή κι αμέσως έδωσε πορεία στο καράβι του να πάει προς την Δάφνη όπως είπε, αν και δεν ήταν λίγα αυτά που άκουσε από αυτούς, που όπως πάντα είναι ακατανόητα ανυπόμονοι, με την δικαιολογία ότι βιαζόταν να επιστρέψουν στις δουλειές τους.
Μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά όμως, θέλοντας και μη, έκαναν την ανάλογη υπομονή. Συνεπής κι ο καπετάνιος στον λόγο που μας έδωσε όμως, πράγματι επέστρεψε και μάλιστα σε λιγότερο χρόνο από ότι εμείς υπολογίζαμε κι όπως έπρεπε, αμέσως έδωσε εντολή στο προσωπικό του να επιβιβάσουν τους ανθρώπους στο καράβι του.
Φεύγοντας όλοι αυτοί όμως, έμεινα αμανάτι εγώ στην προκυμαία και καθώς έπρεπε, σκεφτόμουν μετά, πως και που θα αποθήκευα αυτά που μου άφησαν οι πατέρες, τα οποία δεν ήταν και λίγα όπως σας είπα.
Μαζί μ’ εμένα όμως, έβλεπα κι άλλους τρεις ανθρώπους να μένουν επίσης αμανάτι εκεί κι αυτό θέλοντας να διασκεδάσω, ευθέως τους ρώτησα να μου πουν, τι θα έκαναν στην συνέχεια, αφού ξέχασε να τους πάρει ο καπετάνιος.
Κανένας δεν μας ξέχασε, έλεγε χαριτολογώντας ο ένας από αυτούς, γιατί εμείς οι τρείς πρόσθεσε, κανονίσαμε να επιστρέψουμε στην Ουρανούπολη με άλλο καράβι. Μα δεν υπάρχει άλλο καράβι, του έλεγα. Αυτό κάνει την εσωτερική διαδρομή, γι’ αυτό και είπε σ’ εμένα πριν από λίγο ο καπετάνιος αν το ακούσατε, ότι θα έρθει αύριο να με πάρει.
Το ακούσαμε βέβαια έλεγε αυτός και προσθέτοντας μερικά ακόμη, έλεγε ότι εκεί βρισκόταν όταν οι πατέρες κατέβασαν με τα μουλάρια αυτά που μου άφησαν. Αν θέλεις να φύγεις σήμερα όμως έλεγε, μπορείς να έρθεις μαζί μας. Κι όπως μου είπε από τηλεφώνου ο καπετάνιος, από στιγμή σε στιγμή θα κάνει την εμφάνισή του.
Μα, του έλεγα και πάλι με απορία, ξέρετε πόσο κοστίζει αυτή η μεταφορά; Όσο κι αν κοστίζει, απαντούσε αυτός, θα τα δώσουμε αφού πρέπει να βγούμε έξω. Αφού είναι έτσι λοιπόν του έλεγα κι εγώ, ευχαρίστως θα έρθω μαζί σας. Άλλωστε, πολύ θα με εξυπηρετήσει αυτό, γιατί αν χάσω ακόμη μια μέρα, δεν θα προλάβω να κάνω καμιά αγορά για τις ανάγκες της μονής και των πατέρων.
Ξέρουμε τι κάνεις, είπε αυτός, γιατί μας ενημέρωσε σχετικά ο μοναχός που έφερε με τα μουλάρια αυτά που βρίσκονται εδώ κάτω. Κάνε κι εσύ λοιπόν μαζί μ’ εμάς υπομονή και μόλις έρθει το καράβι θα φύγουμε.
Αυτά είπαμε με τον άνθρωπο χωρίς να γνωριζόμαστε κι όταν ήρθε το καράβι τελικά, πολύ με βοήθησε να μεταφέρω όλες εκείνες τις κλούβες στο κατάστρωμά του. Ωστόσο όμως, μου έμεινε μια απορία από εκεί και μετά, για το ποιος θα μπορούσε να ήταν εκείνος ο καλοπροαίρετος άνθρωπος, αλλά και δεν ήθελα να φανώ αδιάκριτος.
Ο δεύτερος της παρέας τους όμως, αυτός ήταν που με πλησίασε μετά από λίγο και με όλο το θάρρος ρωτούσε να του πω, αν πράγματι δεν ήξερα ποιος ήταν ο άνθρωπος που φιλοτιμήθηκε να με πάρει μαζί του.
Βεβαίως και δεν ξέρω ποιος είναι του έλεγα, αλλά επειδή άκουσα κάποια στιγμή, ότι ένας εφοπλιστής μας έκανε επίσκεψη κι επειδή τώρα θυμήθηκα, ότι τον είδα έστω και για λίγο στα γραφεία της μονής, εύκολα μπορώ να υποθέσω αυτή την στιγμή, ότι αυτός μάλλον θα πρέπει να είναι, αφού μόνον κάποιος σαν κι αυτόν θα μπορούσε να ναυλώσει καράβι για τρείς μόνον επιβάτες.
Ωστόσο, χαίρομαι μπορώ να πω, ότι υπάρχουν τόσο απλοί εφοπλιστές ανάμεσά μας και μάλιστα τόσο καλοπροαίρετοι όπως αυτός. Από την συμπεριφορά του και μόνο, εκτιμώ ότι εκτός από εφοπλιστής, είναι και πολύ αξιόλογος άνθρωπος.
Ιδέα δεν έχεις για ποιον μιλάμε, έλεγε ο συνομιλητής μου κι έφυγε από κοντά μου, γιατί τον καλούσε ο τρίτος της παρέας, προκειμένου να του δείξει κάτι στην Θάλασσα. Βλέποντας να μένω μόνος όμως ο εν λόγο εφοπλιστής, ήρθε κοντά μου και πολύ ευγενικά ρωτούσε να του πω, πώς έπινα τον καφέ μου, ώστε να μου τον φέρει.
Όταν πράγματι μου έφερε και καφέ, δεν άντεξα την ταπεινότητά του, οπότε, ευθέως του έλεγα, ότι πρώτη μου φορά έβλεπα έναν τόσο καλό κι ευγενικό άνθρωπο, ο οποίος όπως μόλις προ ολίγου έμαθα, είναι συν τοις άλλοις κι εφοπλιστής. Μη δίνεις σημασία φίλε μου έλεγε και πάλι πολύ απλά αυτός, τονίζοντας στην συνέχεια, ότι όλοι άνθρωποι ήμαστε κι ότι όλοι την ίδια υποχρέωση έχουμε απέναντι στους συνανθρώπους μας.
Κι ενώ έλεγε τέτοια αυτός που με άφηναν άφωνο, πρόσθεσε και κάτι ακόμη μετά, το οποί, όντως δεν περίμενα να ακούσω. Κάθε χρόνο έρχομαι στην πανήγυρη της Αγίας Αναστασίας έλεγε κι όταν επιστρέφω, κάνω μια στάση στην μονή Δοχειαρίου, προκειμένου να προσκυνήσω εκεί την εικόνα της Παναγίας μας. Θα μας επιτρέψεις λοιπόν να κάνουμε μια στάση εκεί όταν φτάσουμε, ώστε να αποδώσω κι εγώ το δικό μου χρέος;
Κουβέντα δεν έβγαινε από το στόμα μου μετά από όσα άκουσα. Ζορίστηκα να εκφραστώ, αλλά στο τέλος τα κατάφερα, οπότε, με δύναμη του έλεγα, μα και βέβαια, εσείς άλλωστε ναυλώσατε το καράβι κι όπου θέλετε σταματάτε. Όχι έλεγε αυτός. Αφού είσαι κι εσύ μαζί μας, έπρεπε να σε ρωτήσουμε κι αφού δεν έχεις αντίρρηση, θα κάνουμε μια στάση εκεί για τον δικό μου σκοπό.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, δεν ήξερα πια τι άλλο να πω για τον άνθρωπο που συνομιλούσε μαζί μου και ζητούσε την άδεια από μένα, να κάνει αυτός την υποχρέωσή του, την στιγμή που εγώ ήμουν υποχρεωμένος απέναντί του.
Φτάνοντας τελικά στην μονή Δοχειαρίου, έπιασε σκάλα το καράβι κι όπως έπρεπε, κατεβήκαμε όλοι και ακολουθώντας την ομάδα των τριών και μερικά μέλη του πληρώματος, αρχίσαμε να αναβαίνουμε ένα τραχύ πέτρινο δρόμο, γύρο στα διακόσια μέτρα όπως πρόχειρα το υπολόγιζα.
Αναζητώντας τον εφοπλιστή κάποια στιγμή ανάμεσά στους υπόλοιπους χωρίς να τον βλέπω, έκανα να επιστρέψω προς την παραλία, νομίζοντας ότι έμεινε πίσω για κάποιο λόγο, αλλά ο τρίτος της συνοδείας του, προσπαθούσε να με αποτρέψει από το να το κάνω.
Μου κίνησε την περιέργεια η δική του παρέμβαση, αλλά και χωρίς να του δώσω την ανάλογη προσοχή, όντως επέστρεψα στην παραλία προκειμένου να δω που στάθηκε ο εφοπλιστής και για ποιόν ιδικά λόγο το έκανε.
Εκείνο που διαπίστωνα όμως, δεν ήταν καθόλου αναμενόμενο, γιατί τον έβλεπα να ανεβαίνει εκείνον τον τραχύ δρόμο με τα γόνατα σιγά, σιγά κι αισθανόμενος τον νοητό και μόνον πόνο που αυτός έπρεπε να δέχεται πραγματικά στα γόνατά του, ολόκληρος ανατρίχιασα.
Χαμογέλασε βέβαια αυτός παρατηρώντας την δική μου αντίδραση, αλλά και ήρεμα μου έλεγε, ότι θα ήταν καλύτερα να ακολουθούσα τους υπόλοιπους, γιατί με τον τρόπο που ανέβαινε αυτός την ανηφόρα, θα με κούραζε αν τον ακολουθούσα.
Μπροστά στο θέαμα που έβλεπα όμως, μου ήταν αδύνατον να τον άφηνα μόνο του, χωρίς να μάθω τουλάχιστον τον λόγο που τον υποχρέωνε να κάνει κάτι τόσο δύσκολο, όπως εγώ το υπολόγιζα βέβαια, προσμετρώντας και τον πόνο που έπρεπε να δέχεται στα γόνατά του όταν οι μυτερές πέτρες λογικά πια θα τον πλήγωναν.
Αυτό λοιπόν θέλοντας να δικαιολογήσω στον εαυτό μου, με σεβασμό ρωτούσα τον εφοπλιστή να μου πει αν ήθελε, τι ανθρωπίνως αξεπέραστο και οδυνηρό αντιμετώπιζε στην ζωή του και τον υποχρέωνε να φτάνει στην εκπλήρωση ενός τέτοιου είδους τάματος.
Χαμογελαστά και πάλι με κοιτούσε αυτός, όπως και χαλαρά με απαντούσε σαν να πατούσε με τα γόνατα πάνω σε βαμβάκι, ότι τίποτε το οδυνηρό δεν αντιμετώπιζε, όπως και τίποτε το αξεπέραστο δεν τον ενοχλούσε, αφού η οικογένειά του, όπως και οι δουλειές του, ήταν όλα καλά και σε πολύ καλό δρόμο.
Μακάρι, έλεγε ευχαριστημένος, να έχουν όλοι οι άνθρωποι αυτά που εγώ έχω και μακάρι να ζουν όλοι με τις οικογένειές τους τόσο αρμονικά όπως εγώ, διατηρώντας την σωματική, όπως και την διανοητική μας υγεία σε πολύ καλά επίπεδα, ώστε να ευγνωμονούν ευχαριστημένοι κι αυτοί τον Θεό, για όσα αφειδώς μας παρέχει, από την αμέριστη αγάπη που μας έχει.
Μα? Πάλι του έλεγα με απορία. Αν όλα είναι καλά κι αν όλα είναι έτσι όπως εσύ λες και είσαι ευχαριστημένος, προς τί λοιπόν και για ποίο λόγο υπάρχει αυτή η συμπεριφορά; Βλέποντας την απορία μου να είναι πολύ έντονα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου, πάλι μου έλεγε μ’ εκείνο το ιδιαίτερα δυνατό χαμόγελο σχηματισμένο στα δικά του χείλη.
Αφού όλα είναι καλά κι όλα βαδίζουν προς το καλύτερο όπως σου είπα, τί λες; Δεν πρέπει να πω κι εγώ ένα απλό ευχαριστώ στην Παναγία μας για όσο Αυτή φροντίζει για μένα, την οικογένειά μου, όπως και για τις δουλειές μου;
Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, ένα απλό ευχαριστώ λέω κι εγώ τώρα εδώ, έστω και με αυτόν τον ελάχιστο κόπο. Δεν έπρεπε λες να το κάνω; Μα? Όπως άκουσα τους πατέρες να λένε χωρίς να το δω, του έλεγα κι εγώ ως απάντηση, έδωσες στο μοναστήρι ένα αρκετά μεγάλο ποσό χρημάτων προκειμένου να σου ανάψουν ένα κερί. Δεν έφτανε αυτό; Έπρεπε δηλαδή να κάνεις κι αυτόν τον δύσκολο δρόμο βαδίζοντάς τον με τα γόνατα;
Φίλε μου? Έλεγε και πάλι αυτός. Τα χρήματα που άκουσες ότι έδωσα, μάλλον είναι πολύ λιγότερα από την δραχμή που ενδεχομένως έδωσες εσύ για τον ίδιο λόγο, συγκρίνοντας τα δικά σου, με τα δικά μου έσοδα. Οπότε, πάλι κάτι παραπάνω έπρεπε να κάνω εγώ από εσένα, ή από οποιονδήποτε άλλον βρέθηκε στην χθεσινή πανήγυρη μαζί με μας.
Μετά από όσα άκουγα λοιπόν εκείνη την ώρα, τίποτε δεν μπορούσα να του προσθέσω, γι’ αυτό και τον ακολουθούσα σιωπηλός πια, αλλά και πολύ, μα πάρα πολύ προβληματισμένος, γιατί εγώ προσωπικά, που από πολύ μικρό παιδί προστατεύομαι και μάλιστα υπερβολικά όπως και σας το αναφέρω, ποτέ δεν σκέφτηκα να κάνω κάτι τέτοιο, αλλά και λιγότερα από αυτά δεν έκανα προς την Παναγία μας.
Έχοντας τέτοιες τύψεις στο μυαλό μου λοιπόν, συνέχισα να μένω τόσο σκεπτικός όσο κι αμίλητος δίπλα του, μέχρι που φτάσαμε στην κορυφή του δρόμου, όπου και συναντήσαμε τελικά μετά από ένα τέταρτο περίπου και τους υπόλοιπους της παρέας μας.
Κοιτώντας και πάλι ερωτηματικά τον εφοπλιστή, τον άκουσα να μου λέει ότι σε κάποιο εκκλησάκι θα καταλήγαμε, πράγμα που επιβεβαίωσε κι ένας μοναχός με την εμφάνισή του εκεί, ο οποίος έκανε νόημα προς όλους μας να τον ακολουθήσουμε.
Μετά από αυτόν, έλεγε κι ο εφοπλιστής σ’ εμένα με τον δικό του ήπιο τρόπο, ότι στο παρεκκλήσι της Παναγίας θα πηγαίναμε, όπου και θα μας διάβαζε μια παράκληση ο μοναχός, μπροστά την εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου κι ότι αυτός ήταν ο δεύτερος λόγος της προσκυνηματικής του επίσκεψής στο συγκεκριμένο μοναστήρι.
Ακλουθώντας τους υπόλοιπους λοιπόν με τον ίδιο τρόπο, αντικρίσαμε κάποια στιγμή και την μικρή πόρτα που οδηγούσε προς στο εσωτερικό της εκκλησίτσας, η οποία όπως εκτιμούσα, απείχε καμιά δεκαριά μέτρα απόστασης από το σημείο που βρισκόμασταν.
Κι ενώ βρισκόμασταν εκεί ακόμη, αποφάσισα κι εγώ να κάνω παρέα στον εφοπλιστή, βαδίζοντας αυτήν τουλάχιστον την μικρή απόσταση με τα γόνατα όπως αυτός, αλλά κι όταν το επιχείρησα, με μεγάλη δυσκολία το έκανα ομολογουμένως.
Οι πέτρες ήταν αυτές που με αντιμετώπιζαν εχθρικά θα έλεγα, γι’ αυτό και με πολύ πόνο βάδιζα δίπλα του. Βλέποντας αυτός την δυσκολία με την οποία τον ακολουθούσα, χαμογέλασε βέβαια, αλλά και με παρότρυνε να μην συνεχίσω. Εγώ όμως δεν υπάκουσα στην προτροπή του, οπότε, συνέχισα να κάνω την δική μου μικρή έστω διαδρομή με τα γόνατα και παίρνοντας από αυτόν θάρρος, είναι αλήθεια ότι έφτασα μέχρι το εκκλησάκι. Κατάφερα μετά να μπω και μέσα, όπως και να υπομείνω για λίγο ακόμη εκεί τον πόνο που ένοιωθα στα γόνατά μου.
Γρήγορα δηλαδή σηκώθηκα όρθιος μην αντέχοντας τον πόνο, ενώ όπως έβλεπα, ο εφοπλιστής έμενε εκεί γονατιστός και κάθισε στη ίδια θέση από την στιγμή που έβαλε αρχή για τη παράκληση ο ιερομόναχος, μέχρι που τελείωσε αυτή, μετά από μισή ώρα περίπου δηλαδή.
Αυτόν προσέχοντας συνεχώς όμως, θαύμαζα την αντοχή του, την υπομονή του, το σθένος του, αλλά και τον σεβασμό που έδειχνε προς την εικόνα της Παναγίας μας, την οποία βέβαια, πρώτη μου φορά έβλεπα και ήταν όχι μόνον λαμπερή, αλλά και σε τοιχογραφία ήταν απεικονισμένη.
Βλέποντας και τα καντήλια Της στην συνέχεια, αυτά δηλαδή που σε πολύ μεγάλο αριθμό κρεμόταν από το χαμηλό ούτως ή άλλως ταβάνι της μικρής εκκλησίτσας, έκθαμβος έμεινα, υπολογίζοντας την ένδειξη αγάπης και σεβασμού όλων αυτών που πήγαν εκεί να προσκυνήσουν την χάρη Της, όπως έκανε κι ο εφοπλιστής μας άλλωστε.
Τα συναισθήματά μου πολλά βέβαια, αλλά μπροστά στον σεβασμό που έδειχνε αυτός ο άνθρωπος στο πρόσωπό Της Παναγίας μας, τα δικά μου συναισθήματα ήταν άνευ σημασίας. Μετά από το πέρας της παράκλησης φύγαμε βέβαια κι όταν πια βρισκόμασταν μέσα στο καράβι, εγώ ξέχασα τα μάτια μου και το μυαλό μου στην Αγία εικόνα Της.
Αφηρημένος καθώς ήμουν όμως, άκουσα κάποια στιγμή την ήπια φωνή του εφοπλιστή να ρωτάει, αν με κούρασε κι αν με έβγαλε πολύ ώρα έξω από το πρόγραμμά μου. Τί να του έλεγα λοιπόν; Καλέ μου άνθρωπε, χωρίς να σε γνωρίζω, μου έκανες το καλύτερο δώρο της ζωής μου.
Πρώτον γιατί μου έδωσες την ευκαιρία να γνωρίσω μια φυσιογνωμία ανθρώπου όπως είναι η δική σου. Δεύτερον, γιατί μου επέτρεψες να δω τι θα πει σέβομαι και αγαπώ την Παναγία μας. Και τρίτον, γιατί με έφερες μπροστά στην εικόνα Της, έτσι όπως ποτέ δεν θα μπορούσα να κάνω από μόνος μου.
Ευγνώμων κι εγώ λοιπόν απέναντί σου, πολύ σε ευχαριστώ για όσα μου προσέφερες χωρίς να σου τα ζητήσω κι ότι έχεις κατά νου, να σου τα ανταποδώσει η Παναγία μας. Χαμογελαστός και πάλι αυτός έλεγε πολύ απλά. Εμείς αδελφέ μου, πρέπει να ήμαστε ευχαριστημένοι και μόνον γιατί μας επιτρέπει η Παναγία μας να την αγαπούμε.
Αυτά είπαμε εκείνη την ημέρα με τον εφοπλιστή κι ασφαλώς χαιρετηθήκαμε όταν φτάσαμε στην Ουρανούπολη, αλλά από τότε και μετά, ποτέ ξανά δεν τον συνάντησα στο μοναστήρι, αν και πέρασαν αρκετά χρόνια από την απρόσμενη συνάντησή μας, αν και συχνά το επισκέπτεται ακόμη αυτός, όπως μαθαίνω από τους μοναχούς.
Κι αν τον δω ποτέ μπροστά μου δηλαδή, δεν νομίζω ότι θα μπορέσω να θυμηθώ το πρόσωπό του. Την συμπεριφορά του όμως, ποτέ δεν θα την ξεχάσω όπως καταλαβαίνετε.
Μιχάλης Αλταλίκης