Ο μεγάλος βλάχος

 Την Πέμπτη το μεσημέρι όμως, βρήκα να με περιμένουν έξω από την πόρτα του συνεργάτη μου, ένας ακόμη ροφός και μαζί με αυτόν, καμιά δεκαριά κιβώτια με χταπόδια και σουπιές.

Αμέσως τα πήρα όλα αφού μεσημέριασε πια και με το φορτηγάκι μου όπως έπρεπε τα μετέφερα στο μετόχι μας. Εκεί λοιπόν φτάνοντας, πρώτα ταχτοποίησα τις σουπιές και τα χταπόδια στους κενούς καταψύκτες, λόγω της ευαισθησίας που τα χαρακτηρίζει και μετά ενδιαφέρθηκα για τον ροφό.

Αυτόν ειδικά, τον έβαλα να ξαπλώνει πάνω από τους άλλους δύο που ήδη βρισκόταν στον διορθωμένο καταψύκτη. Κι επειδή ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτούς, πολύ δυσκολεύτηκα να τον ταχτοποιήσω στην θέση που τον έβαλα, γιατί η ουρά του δεν μου επέτρεπε να κλείσω το καπάκι του καταψύκτη.

Για να κλείσει καλά δηλαδή ο καταψύκτης, υποχρεώθηκα να του κόψω ένα μέρος της ουρά του αφού ήταν μεγάλη, αλλά κι από τον συνεργάτη μου που τον βρήκα να είναι ξαπλωμένος κατάχαμα, είναι αλήθεια ότι πολύ δυσκολεύτηκα να τον σηκώσω, λόγω του βάρους του.

Και στο αυτοκίνητο που τον μετέφερα μετά, πολύ με κούρασε, γι’ αυτό και τον Μόσχο ρωτούσα να μου πει πόσα κιλά ήταν. Παραπλανώντας με όμως αυτός, μου είπε ότι ήταν εξήντα κιλά μόνον, αλλά όπως αναγκάστηκε να μου ομολογήσει την επόμενη Παρασκευή, δεν ήταν εξήντα, αλλά 100 κιλά μαζί με τα εντόσθια του, τα οποία είχε βγάλει αυτός κι όταν τα ζύγισε από περιέργεια, 25 κιλά τα βρήκε να ζυγίζουν.

Πολύ με ζόρισαν λοιπόν τα εβδομήντα πέντε του κιλά, έστω κι αν με κάποια δυσπιστία τα δέχθηκα ως εξήντα, πράγμα βέβαια που εξέφρασα στον κύριο Μόσχο, αλλά επειδή επέμενε εκείνος να το υποστηρίζει, δεν θέλησα να του φέρω αντίρρηση εκείνη την ώρα.

Κουρασμένος καθώς ήμουν όμως, από την τακτοποίησή του μέσα στον καταψύκτη, βαριά, βαριά έβγαινα έξω από την αποθήκη προκειμένου να φύγω πια, όταν και πάλι άκουσα αυτόν που μιλούσε μέσα από μένα να μου λέει, ότι έπρεπε να βγάλω τους ροφούς από τον επισκευασμένο καταψύκτη, γιατί πάλι θα χαλούσε.

Απαντώντας τον λοιπόν κι εγώ, του έλεγα αποφασισμένος πια να διακόψω αυτό το παιχνίδι, ότι καθόλου δεν με ένοιαζε αν χαλούσαν τα ψάρια, ή ο καταψύκτης κι ότι δεν ήθελα πλέον να συμμετέχω στο παιχνίδι που βρήκε, μέσα από την δική μου αγονία να κάνω καλά την δουλειά μου.

Δεν θα σε ακούσω ξανά του πρόσθετα, μακάρι να μου λες τα ίδια ένα μήνα συνέχεια. Μαζί με αυτόν μάλιστα, μάλωνα και τον εαυτό μου στην συνέχεια, ενώ έκλεινα την πόρτα της αποθήκης πίσω μου, για τον λόγο ότι έδωσα από απερισκεψία όπως πίστευα, το δικαίωμα σ’ αυτόν που με μιλούσε, να με περιπαίζει πλέον σαν μικρό παιδί.

Αυτά λοιπόν έλεγα νοερά σ’ εμένα όπως και σ’ αυτόν και με τον ίδιο λογισμό βγήκα στην αυλή, όπου κι ανέβηκα στο φορτηγάκι μου. Όπως το αποφάσισα δε εκείνη την στιγμή, γρήγορα οδηγώντας το βρέθηκα στην διασταύρωση κι από εκεί αμέσως βγήκα στον περιφερειακό.

Και τρέχοντας αρκετά μάλιστα ανέβαινα την ανηφόρα προς τα κάστρα, όσο κι αν επέμενε αυτός να μου λέει συνεχώς, ότι έπρεπε να επιστρέψω και να βγάλω τους ροφούς από τον καταψύκτη, γιατί πάλι θα χαλούσε.

Όταν έφτασα εκεί πάνω λοιπόν, αγανακτισμένος πια του απαντούσα, ότι προχθές άλλαξα το μοτέρ του και για κανένα λόγο δεν θα χαλούσε ξανά, αφού καινούριο ήταν.

Αν θέλεις να παίξεις με κάποιον του έλεγα, βρες κανέναν άλλον. Εγώ πάντως, μια φορά σε άκουσα και τώρα βρήκα τον μπελά μου. Κι αφού δεν μου συστήνεσαι, δεν έχω καμιά διάθεση να γίνω το παιχνίδι σου, όποιος κι αν είσαι.

Αν και τέτοια του έλεγα λοιπόν, αυτός επέμενε να μου λέει τα ίδια. Ότι όχι μόνον θα χαλούσε ο καταψύκτης, αλλά και θα αναγκαζόμουν να επιστρέψω από το σπίτι μου για τον ίδιο λόγο, αν τελικά δεν δεχόμουν να προστατέψω τα ψάρια του μοναστηριού.

Συμφωνώντας και πάλι μαζί του όμως για όσα μου πρόσθεσε, ότι δική μου δηλαδή θα ήταν η ευθύνη της τύχης των κατεψυγμένων, αν δεν επέστρεφα από εκεί που βρισκόμουν κι ότι μάλλον θα αναγκαζόμουν να το κάνω από την Καλαμαριά για τον ίδιο λόγο, οπότε, έκανα δεξιά και βγαίνοντας από τον περιφερειακό, ανέβηκα στην γνωστή γέφυρα.

Από εκεί και μετά βέβαια, πάλι μπήκα στον περιφερειακό κι όπως έπρεπε, τρέχοντας και πάλι επέστρεφα προς το μετόχι μας. Και το έκανα αγανακτισμένος είναι αλήθεια, γιατί δεν ήταν μόνον ο κόπος που έπρεπε να υπολογίζω, ήταν κι αυτός που δεν μπορούσα να αγνοήσω και χωρίς να το θέλω, με προκαλούσε τέτοιες λογικές ανησυχίες, που με κανένα τρόπο δεν μπορούσα να παραβλέψω ως υπεύθυνα εργαζόμενος.

Μπαίνοντας στην αποθήκη μου όμως όταν έφτασα εκει, έκανα τελικά αυτό που μου ζητούσε. Έβγαλα δηλαδή τα τρία μεγάλα ψάρια μέσα από τον επισκευασμένο καταψύκτη και μάλιστα με περισσότερο κόπο από ότι τα έβαλα μέσα κι όπως έπρεπε, τον μεγάλο κα υπέρβαρο τον έβαλα στον διπλανό, ενώ τους άλλους δύο τους έριξα θα έλεγα στον απέναντι από αυτούς τους δυό καταψύκτες.

Κουρασμένος καθώς ήμουν όμως, ούτε και λογισμούς δεν ήθελα να έχω πλέον, γι’ αυτό και βγαίνοντας από την αποθήκη μου μετά από λίγο, αμίλητος ανέβηκα στο φορτηγάκι μου και αμίλητος επέστρεψα τελικά στο σπίτι μου.

Μόνον ένας λογισμός έμεινε μέσα μου να με ενοχλεί, έστω κι απαλά θα έλεγα, μη τυχόν κι άκουγα ξανά την φωνή αυτού που με μιλούσα, γιατί πολύ με κούρασε με τις ανησυχίες που μου προκάλεσε.

Την Πέμπτη το βράδυ βέβαια, πήγα στην αποθήκη μου να πάρω ότι άλλο είχα αφήσει εκεί κι επειδή δεν είχαν παγώσει αρκετά οι ροφοί, τους άφησα στην θέση τους. Πήρα μόνον τα χταπόδια και τις σουπιές δηλαδή κι όπως έπρεπε, τα μετέφερα στην Ουρανούπολη στην συνέχεια και βάζοντας τα όλα στο καράβι, τα έστειλα στο μοναστήρι.

Επιστρέφοντας όμως από εκεί την Παρασκευή το πρωί, πάλι πέρασα από τον συνεργάτη μου να δω μήπως είχε να μου δώσει κι άλλον ροφό, αλλά και μαζί με αυτό, ήθελα να του πω, ότι σε καμιά περίπτωση δεν ήταν εξήντα κιλά αυτός που μου έδωσε την Τετάρτη.

Δεν είχε να μου δώσει άλλον βέβαια, αλλά και κουβεντιάζοντας μαζί του το βάρος του ροφού που με προβλημάτισε, αναγκάστηκε τελικά να ομολογήσει, ότι μου είπε ψέματα, για τον λόγο ότι δεν ήθελε να με απογοητεύσει, πιστεύοντας ότι δεν θα προσπαθούσα να τον σηκώσω αν μου ανάφερε τα πραγματικά του κιλά.

Αφού τα κατάφερα όμως όπως έλεγε, απορούσε και πως έβαλα εκείνον τον μεγαλόσωμο βλάχο μέσα στον καταψύκτη. Αυτό το όνομα έχουν αυτά μεγαλόσωμα ψάρια, αλλά λόγω του ότι ανήκουν στην κατηγορία των ροφοειδών, ροφούς τα λέμε τις περισσότερες φορές.

Ο βλάχος για τον οποίο αναφέρομαι όμως, ήταν όντως ο μεγαλύτερος που συνάντησα στα είκοσι χρόνια της συνεργασίας μου με το μοναστήρι. Μιλώντας για Βλάχους όμως με τον κύριο Μόσχο, πάλι ξέχασα να του πω τα σχετικά με τον άγνωστο που μιλούσε μέσα από μένα.

Όταν πέρασα κι από το μετόχι μας όμως να δω, τι είχε τελικά ο καταψύκτης κι αν πράγματι σταμάτησε να δουλεύει, έκπληκτος έβλεπα και πάλι, ότι εντελώς στεγνός ήταν. Δεν πάγωσε δηλαδή.

Αμέσως κάλεσα τον ψυκτικό όπως καταλαβαίνετε και με αγωνία του έλεγα, ότι όπου κι αν ήταν, όποια δουλειά κι αν είχε, έπρεπε να την αφήσει και να έρθει το συντομότερο στο μετόχι, γιατί πάλι δεν δούλευε ο καταψύκτης.

Τρέχοντας θα έλεγα ήρθε ο άνθρωπός, γιατί και σ’ αυτόν φαινόταν περίεργο το γεγονός, ότι πάλι σταμάτησε να δουλεύει και χωρίς να μου πει οτιδήποτε επί του θέματος, έσκυψε και παρατηρούσε το μοτέρ, όπως και τα υπόλοιπα που συνεργάζονται μαζί του, θέλοντας να εντοπίσει την νέα βλάβη που μας προέκυψε.

Αμίλητος δηλαδή εξέταζε τα πάντα εκεί κι όταν πια σηκώθηκε, μου έδειχνε ένα κομμάτι από φελιζόλ που κρατούσε, ενώ έλεγε αγχωμένος κι αυτός, ότι αυτό ήταν που μας έκανε την ζημιά, γιατί όπως είδε, χώθηκε από κάποια αιτία στον χώρο της φτερωτής και δεν της επέτρεπε να γυρίζει, στην προσπάθειά της να προκαλέσει την αναμενόμενη ψύξη.

Από την στιγμή που έβγαλε όμως το φελιζόλ, αμέσως ακούσαμε τον θόρυβο της φτερωτής που γύριζε και δήλωνε με τον ήχο της ότι δούλευε πλέον ο καταψύκτης.

Καλά που δεν είχες ψάρια μέσα έλεγε κι αυτός πριν φύγει για την δουλειά του, γιατί θα τα εύρισκες όλα χαλασμένα. Τώρα όμως μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις άφοβα πρόσθεσε κι όπως ήρθε, το ίδιο βιαστικός έφυγε.

Κι αφού αυτό μου συνέστησε, έβγαλα τον μεγάλο βλάχο από τον πρώτο καταψύκτη και τον ακούμπησα πάνω σε κάτι κιβώτια με σάλτσες που είχα τοποθετήσει δίπλα του και βγάζοντας τους άλλους ίδιο από τον απέναντι, τους έβαλα πρώτους σ’ αυτόν που με προβλημάτιζε.

Πάνω από αυτούς όμως, έβαλα τελικά και τον υπέρβαρο να ξαπλώνει όπως πριν, ώστε εύκολα να τον έπαιρνα όταν ερχόταν η ώρα της μεταφοράς τους προς το μοναστήρι.

Όταν πια τελείωσα κι από αυτήν την διαδικασία, ετοιμάστηκα να φύγω, αλλά θυμωμένος καθώς ήμουν με τον άγνωστο ομιλητή, λόγω της υποχρέωσης που αισθανόμουν και πάλι απέναντί του για όσα μας προστάτεψε, ήθελα, δεν ήθελα, τον ευχαριστούσα ξανά, αν και με κάθε επιφύλαξη βέβαια.

Τα χαράματα της επόμενης Πέμπτης όμως, πάλι βρισκόμουν στην αποθήκη μου για τους γνωστούς λόγους κι αφού έπρεπε να πάρω τους μισούς βλάχους τουλάχιστον μαζί μου, άρχισα να παίρνω αυτούς που ήταν τρείς τον αριθμό και στον δεύτερο καταψύκτη. Από αυτόν που με προβλημάτιζε δηλαδή.

Είχε γίνει μιάμιση τα χαράματα εν τω μεταξύ κι ενώ βρισκόμουν στην διαδικασία του να βγάζω τον μεγάλο βλάχο πρώτα και μετά τους άλλους δύο από μέσα, άκουσα από πίσω μου την φωνή του παπά Γρηγόρη να μου λέει αστειευόμενος θα έλεγα, ότι πάλι θα χαλούσε ο καταψύκτης.

Ο παπά Γρηγόρης βέβαια, δεν ήταν στο μετόχι μας εκείνες τις μέρες, οπότε, τίποτε δεν ήξερε για τον καταψύκτη που με προβλημάτιζε, αλλά και σε κανέναν όπως είπα δεν ανακοίνωσα τους προβληματισμούς μου.

Αυτός άλλωστε ήταν κι ο λόγος που ως αστεία εξέλαβα την παρατήρηση του. Κι επειδή δεν είχα πολλές δυνάμεις εκείνη την στιγμή, ώστε να έβγαζα μόνος μου τον βαρύ βλάχο μέσα από τον καταψύκτη, χάρηκα κι από την εμφάνιση του την δεδομένη στιγμή, γιατί αυτός τουλάχιστον θα μπορούσε να με βοηθήσει.

Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, άφησα στην μέση την προσπάθειά μου κι ενώ του έλεγα χαμογελώντας κι εγώ με την σειρά μου, ότι βεβαίως και δεν θα χαλούσε γιατί πρόσφατα τον επισκεύασα, γύρισα να τον δω, όπως και να ζητήσω την βοήθειά του.

Μη βλέποντας κανέναν όμως πίσω μου, απόρησα με την εξαφάνισή του, γι’ αυτό και βγήκα τρέχοντας σχεδόν έξω να τον προλάβω, πριν μπει μέσα στο μετόχι, αλλά δεν ήταν ούτε έξω από την μεγάλη πόρτα του μετοχίου.

Θεωρώντας ότι ήδη μπήκε μέσα, ξεκλείδωσα την πόρτα και έτρεχα πάλι να τον προλάβω πριν ανεβεί σε κάποιο από τα κελιά του δευτέρου ορόφου, αλλά ούτε κι εκεί τον έβλεπα.

Μα είναι δυνατόν να τρέχει περισσότερο από μένα έλεγα στον εαυτό μου και να πρόλαβε μάλιστα να ανέβηκε στον δεύτερο όροφο, χωρίς να ακούω τα βήματά του;

Ανέβηκα τα σκαλιά λοιπόν και γρήγορα βρέθηκα έξω από το κελί που αυτός χρησιμοποιούσε όταν ερχόταν για κάποιο λόγο στο μετόχι, αλλά κανείς δεν μου απαντούσε, όσο κι αν χτυπούσα την πόρτα του.

Απορώντας για όσα μου συνέβαιναν, άρχισα να σκέφτομαι άλλες εκδοχές, αλλά και τίποτε δεν ταίριαζε. Μάλλον έμεινε έξω έλεγα την επόμενη στιγμή και δεν τον είδα, οπότε, τρέχοντας βγήκα έξω από τον εσωτερικό χώρο του μετοχίου. Ούτε κι εκεί ήταν όμως έβλεπα, γι’ αυτό και σταμάτησα να τον ψάχνω.

Υπολογίζοντας μετά, ότι μάλλον επέστρεψε στην αποθήκη αναζητώντας αυτός εμένα, τρέχοντας μπήκα μέσα, αλλά ούτε κι εκεί τον βρήκα, οπότε, άρχισα να υποπτεύομαι πια, ότι αυτός που με μιλούσε μου έκανε αυτό το παιχνίδι.

Το πίστεψα ως αληθινό λοιπόν, γιατί πολλές φορές ερχόταν οι πατέρες να με βοηθήσουν, όταν άκουγαν εκείνες τις ώρες να κάνω φασαρία, στην προσπάθειά μου να αμπαλάρω τους βλάχους, ή να τους φορτώνω στο αυτοκίνητό μου.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως πέρασε η ώρα κι όπως καταλαβαίνετε, τίποτε δεν έκανα για τις δικές μου υποχρεώσεις. Δύο έγινε κι εγώ ακόμη πάλευα με τον μεγάλο βλάχο, μη μπορώντας να τον βγάλω από τον καταψύκτη.

Τον τραβούσα δηλαδή με το χοντρό σχοινί του τροχαλία και τον ανέβαζα μέχρι το χείλος του καταψύκτη, αλλά δεν μπορούσα να σύρω το καπάκι του ώστε να έμενε ο βλάχος πάνω σ’ αυτό, από όπου ευκολότερα μετά θα μπορούσα να τον αμπαλάρω πρώτα και μετά να τον μεταφέρω στο αυτοκίνητο.

Αυτό προσπαθώντας, θα πρέπει να κουράστηκα πολύ από τις συχνές επαναλήψεις κι αντί να τον σηκώνω εγώ, αυτός πλέον με σήκωνε μέχρι το ταβάνι όταν έπεφτε ξανά μέσα στον καταψύκτη.

Κι αφού το επανέλαβα πολλές φορές αυτό χωρίς αποτέλεσμα, άφησα τον βλάχο εκεί που ήταν και βγαίνοντας στον δρόμο, ήλπιζα να ζητήσω βοήθεια από κάποιον περαστικό τουλάχιστον, αφού μόνος μου, δεν μπορούσα να ολοκληρώσω την δουλειά μου.

Ούτε κι αυτό απέδωσε όμως, οπότε, επέστρεψα στην αποθήκη κι όπως σκέφτηκα να κάνω, έριξα τον καταψύκτη κάτω κι αφού τον γύρισα ανάποδα χωρίς το καπάκι του, βρέθηκαν τα μεγάλα ψάρια από μόνα τους στο πάτωμα.

Σήκωσα μετά τον καταψύκτη κι αφού τον έβαλα να σταθεί στην θέση του, εκεί κάτω στο πάτωμα αμπαλάρισα τους βλάχους με το χοντρό χαρτί και παίρνοντας τους μικρότερους πρώτα, εύκολα τους τοποθέτησα στην θέση που τους είχα κρατημένη στο φορτηγάκι μου.

Ο μεγάλος όμως, με τίποτε δεν σηκωνόταν από κάτω, γι’ αυτό και πήρα ένα οικοδομικό καρότσι που είχα στην αποθήκη μου για άλλους λόγους και με την δική του βοήθεια μόνον μπόρεσα να τον μετακινήσω.

Αφού τον σήκωσα από την ουρά του δηλαδή και τον έβαλα να σταθεί όρθιος με το κεφάλι στο πάτωμα, τον άφησα να ακουμπά στον τοίχο. Από εκεί και μετά, ήταν εύκολο πλέον να φέρω και το καρότσι στην ίδια λογική, οπότε γέρνοντας τα δυό μαζί, πάτησε επιτέλους το ψάρι στην μύτη του καροτσιού, όπως και στην πλευρά που αρχίζουν τα χερούλια του κι έτσι μόνον μπόρεσα να τον βγάλω έξω από την αποθήκη.

Όταν στάθηκα στην πόρτα του αυτοκινήτου όμως, ήταν ακόμη ποιο δύσκολο να τον σηκώσω, όπως και να τον ξαπλώσω στο εσωτερικό του, οπότε, εξαντλήθηκα εντελώς μέχρι να τα καταφέρω, όπως εξάντλησα και όλα τα περιθώρια του χρόνου που διέθετα για πολύ γρήγορη νυχτερινή διαδρομή.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, μόλις έβαλα τελικά τον βλάχο στην θέση του κι έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου μου, αμέσως ξεκίνησα και δεν είμαι σε θέση να σας πω σε πόση ώρα βρέθηκα στην Ουρανούπολη, αφού το μόνο που με ενδιέφερε πλέον, ήταν να κάνω σε μηδέν χρόνο και την εκφόρτωση των όσων μετέφερα στο καράβι και μάλιστα με απόλυτη ασφάλεια.

Αφού τα κατάφερα τελικά και δεν είχα δυνάμεις να επιστρέψω αμέσως στο σπίτι μου, μπήκα σε έναν παράδρομο της Ουρανούπολης με το φορτηγάκι μου κι εκεί ξάπλωσα να ξεκουραστώ όσο το χρειαζόμουν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *