Αφού τελείωσαν οι διακοπές μας και ήδη βρισκόμασταν στον Αύγουστο μήνα, έτρεχα αρκετά στην αγορά της πόλης μας προκειμένου μα καλύψω τα καινά που άφησα κατά την διάρκεια των διακοπών μου κι αφού είχα την διαβεβαίωση του γιατρού πια, ότι υγιής ήμουν κι ότι μπορούσα να εργάζομαι αλλά και να κοιμάμαι όσο ήθελα αν το χρειαζόμουν, όπου έβρισκα χώρο και χρόνο για κάτι τέτοιο, το επέβαλα στον εαυτό μου, αφού κι ο οδοντίατρος μου είχε συστήσει παλιότερα να το κάνω.
Και το έκανα μάλιστα αυτό, ως να ήταν κανόνας ζωής θα έλεγα, έστω και για δέκα λεπτά της ώρας αν έβλεπα ότι το χρειαζόμουν. Το ίδιο έκανα κι ένα πρωινό λοιπόν ενώ ακόμη βρισκόμουν στην αγορά, όταν μετά από αρκετό τρέξιμο στα καταστήματα για την προμήθεια των αναγκών της μονής μας, αισθάνθηκα αρκετά εξαντλημένος.
Μετά από ένα τέταρτο βέβαια σηκώθηκα από τα καθίσματα του αυτοκινήτου μου που ξάπλωνα κι όπως έπρεπε, συνέχυσα να κάνω τις αγορές που είχα προγραμματίσει. Γι αυτές τρέχοντας λοιπόν, θυμήθηκα κάποια στιγμή τους πατέρες της μονής μας και την επιθυμία μερικών εξ αυτών, να γράφω τις εμπειρίες της ζωής μου.
Από τότε που άρχισα να έχω εργασιακή σχέση μαζί τους βέβαια μου έλεγαν ότι έπρεπε να γράψω κάπου αυτά που ζούσα με την βοήθεια της Παναγίας μας κι επειδή δεν ήθελα, αλλά και δεν ήξερα πώς να το κάνω, με δικά τους χρήματα μου πήραν ένα μικρό Laptop μια μέρα και μέσα σ’ αυτό μου υπέδειξαν πως να καταχωρώ τις εμπειρίες που πολλές φορές άκουσαν να τους διηγούμαι και τους προβλημάτισαν.
Κι αφού υποχρεώθηκα να το κάνω στην συνέχεια, μέχρι κι γέροντάς μας έμαθε την προσπάθειά μου, ο οποίος με κάλεσε στο γραφείο του μια μέρα και χωρίς να το περιμένω, μου έδωσε ευλογία να συνεχίσω γράφοντας, αφού όπως έλεγε, πολύ του άρεσε ο τρόπος που παρουσίαζα τα αναφερόμενα επεισόδια, όπως του άρεσε και η αφιέρωση που έκανα στην Παναγία μας, αφού Αυτή είναι το τιμώμενο πρόσωπο, λόγω των δικών Της παρεμβάσεων στα περιστατικά της ζωής μου, έστω κι αν φαίνετε εκ πρώτης όψεως, ότι εγώ συμμετέχω σ’ αυτά.
Με την δική του ευλογία δηλαδή συνέχισα να γράφω κι αφού πέρασαν τρία χρόνια από τότε, έλεγα μέσα μου μια μέρα, την ώρα που έτρεχα να κάνω τις αγορές που σας ανάφερα παραπάνω, ότι μάλλον θα μου πουν οι μοναχοί να σταματήσω πια το γράψιμο.
Μιχάλη θα μου πουν, φτάνουν τόσα που έγραψες. Ξεκουράσου καλύτερα, γιατί όσα γράφεις, καθόλου δεν μας αρέσουν πλέον. Αυτά λέγοντας στον εαυτό μου δηλαδή, μάλλον πίστηκα ότι δεν έπρεπε να συνεχίσω γράφοντας, οπότε, από εκείνη την ώρα και μετά, λέξη δεν πρόσθεσα στις αναφορές μου, αλλά και το Laptop σήκωσα από εκεί που το είχα προκειμένου να γράφω τις ελεύθερες ώρες στο σπίτι μου κι όπως το σκέφτηκα, κάπου ψηλά το έβαλα πάνω στην βιβλιοθήκη μας.
Αφού πέρασαν τρείς ή τέσσερεις μέρες μετά από την απόφασή μου να σταματήσω το γράψιμο, χωρίς να πω τίποτε βέβαια στους μοναχούς που με ώθησαν σ’ αυτήν την προσπάθεια εγγραφής επεισοδίων, με κάλεσε ο γέροντας ένα πρωινό στο τηλέφωνο, όπου και μου ζητούσε να του κάνω μια εξυπηρέτηση.
Μιχάλη, έλεγε. Μπορείς να πας σήμερα μέχρι τον αδελφό του πατρός Δημητρίου και να του ζητήσεις να σου δώσει ένα κομπιουτεράκι, από αυτά που ρυθμίζουν τα ερκοντίσιον; Τον έχουμε ενημερώσει και ξέρει σχετικά, οπότε ξέρει και τι πρέπει να σου δώσει. Αν το πάρεις όμως, φρόντισε να μας το φέρεις σήμερα κιόλας εδώ που βρισκόμαστε. Στο μετόχι μας στο Λιβάδι δηλαδή.
Ευχαρίστως να το κάνω γέροντα, του είπα, αλλά δεν έχω το τηλέφωνο του Γιώργου, ώστε να τον ρωτήσω από πού να το παραλάβω. Αν έχετε τηλέφωνό του όμως, δώστε το μου, ώστε να τον καλέσω και να μιλήσω μαζί του. Αν μου δώσει αυτό που θέλετε, βεβαίως και θα σας το φέρω αμέσως, γιατί πολύ ζέστη κάνει και σήμερα.
Μια στιγμή είπε ο γέροντας να το βρω και θα σου το δώσω. Α, νάτο, είπε κι άρχισε να μου λέει τα νούμερα. Τελειώνοντας αυτός, του έλεγα κι εγώ με την σειρά μου, ότι το νούμερο που μου έδωσε, δεν ήταν του Γιώργου, αλλά το δικό μου. Γέροντα? Αυτό το νούμερο το ξέρω γιατί το δικό μου είναι. Του Γιώργου πρέπει να μου δώσετε.
Απαντώντας αυτός, έλεγε κάπως στοχαστικά. Πω? Πω? Γεράσαμε Μιχάλη. Τί να κάνουμε γέροντα, του είπα κι εγώ. Δυστυχώς για όλους μας, γερνάμε καθώς μεγαλώνουμε. Γερνάμε βέβαια, έλεγε ο γέροντας, αλλά εσύ να συνεχίσεις να γράφεις. Πάρε όμως το τηλέφωνο του Γιώργου πρόσθεσε και ότι σου δώσει, θα περιμένουμε να μας το φέρεις.
Μετά από αυτήν την στιχομυθία, έκλεισε βέβαια την γραμμή ο γέροντας αλλά εγώ έμεινα κόκαλο εκεί που βρισκόμουν, γιατί όπως πολύ καθαρά φάνηκε από τα συμφραζόμενα, μου έδωσε μια απάντηση για κάτι που απασχόλησε εμένα προσωπικά πριν από τρείς μέρες χωρίς να του αναφέρω τίποτε σχετικά, αλλά και δεν του ζήτησα να μου πει εκείνη την ώρα, τι θα έπρεπε να κάνω με το θέμα μου, αν έπρεπε δηλαδή ή όχι, να συνεχίσω γράφοντας τα περιστατικά της ζωής μου.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, μετά από την δική του προτροπή, αμέσως άλλαξα θέση επ’ αυτού κι όπως έπρεπε, πείρα την απόφαση να συνεχίσω το γράψιμο κι ότι ήθελε ας έκανε η Παναγία μας με την εγγραφή των προσωπικών μου περιστατικών, αφού ούτως ή άλλως, την δική Της παρέμβαση σ’ αυτά αναφέρω επί της ουσίας.
Μίλησα όμως με τον Γιώργο τελικά κι αφού μου είπε αυτός από πού θα έπαιρνα το κομπιουτεράκι, δεν άργησα να το πάρω κι όπως όφειλα μετά από αυτό, πήγα μέχρι τα όρια των νομών Κατερίνης και Βεροίας να συναντήσω τον γέροντα και την συνοδεία του στο μετόχι τους όπως μου είπε, αυτό που έχουν και διατηρούν σε λειτουργία, έξω από ένα μικρό χωριό με το όνομα Λιβάδι.
Ήταν μεσημέρι όταν έφτασα εκεί κι επειδή τους βρήκα στο τραπέζι, με κράτησε μαζί τους ο γέροντας, αλλά κι όταν φάγαμε και μετά, δεν με άφησε να επιστρέψω στην Θεσσαλονίκη, με την δικαιολογία ότι έκανε πολύ ζέστη. Ξάπλωσε σε κάποιο από τα δωμάτια που έχουμε εδώ, έλεγε κι αφού ξεκουραστείς, το απόγευμα να επιστρέψεις στο σπίτι σου.
Μη θέλοντας να του φέρω αντίρρηση λοιπόν, έμεινα τελικά μαζί τους κι αφού μου υπέδειξαν μετά από λίγο οι πατέρες, σε ποιο από τα δωμάτια μπορούσα να ξαπλώσω, όντως πήγα να το κάνω. Όταν μπήκα εκεί όμως, με πολύ δυσκολία έκανα πως ξάπλωνα πάνω σε ένα κρεβάτι, για τον λόγο ότι η υπερβολική ζέστη του δωματίου, δεν μου επέτρεπε να ησυχάσω.
Και που άνοιξα τα παράθυρα του δωματίου στην συνέχεια, τίποτε θετικό για μένα δεν κατάφερα κι έτσι, άρχισα να σκέφτομαι, ότι μάλλον θα ήταν καλύτερα να φύγω, αλλά δεν ήταν και σωστό να κάνω κάτι τέτοιο χωρίς να ενημερώσω τον γέροντα τουλάχιστον, αφού όλοι τους είχαν κλειστεί στα δωμάτιά τους και ξεκουραζόταν.
Έπρεπε να υπομείνω την επιστροφή τους όπως καταλαβαίνετε, αλλά και δεν μπορούσα να ανεχθώ περισσότερο την ζέστη του δωματίου, οπότε, βγήκα από αυτό και πήγα να βρω λίγη δροσιά στην σκιά που είδα να υπάρχει πίσω από το ιερό της εκκλησίας και κάτω από το μεγάλο κυπαρίσσι που δεσπόζει στον συγκεκριμένο χώρο.
Με πολύ ενδιαφέρον μάλιστα κοιτούσα εκεί κι ένα αρκετά μεγάλο παγκάκι, το οποίο ακουμπούσε με την πλάτη του στον τοίχο του ιερού και τοποθετημένο καθώς ήταν κάτω σχεδόν από το κυπαρίσσι, μάλλον μου φάνηκε διαθέσιμο να με φιλοξενήσει.
Αυτό υπολογίζοντας λοιπόν, αμέσως το επισκέφτηκα και μόλις κάθισα επάνω του, διαπίστωσα ότι πράγματι είχε πολύ δροσιά εκεί, αφού από παντού ερχόταν το ελαφρύ αεράκι και δρόσιζε τον λόφο του τιμώμενου Προφήτη μας Ηλία.
Αυτήν την δροσιά θέλοντας να εκμεταλλευτώ στην συνέχεια, αμέσως ξάπλωσα πάνω στο παγκάκι και πριν προλάβω να σκεφτώ κάτι, όχι μόνον με πείρε ο ύπνος, αλλά και σημασία δεν έδινα στα τσιτσιρίσματα των πουλιών, που καυγάδιζαν για τους δικούς τους λόγους ανάμεσα στα κλαδιά του κυπαρισσιού κριμένα.
Κοιμήθηκα αρκετά εκεί βέβαια και δεν επρόκειτο να ξυπνήσω με τίποτε, αν δεν άκουγα ομιλίες, προερχόμενες από συγκεντρωμένους ανθρώπους όπως εκτίμησα, την παρουσία των οποίων βέβαια δεν μπορούσα να δικαιολογήσω, αφού μετά το μεσημέρι ήταν και τέτοιες ώρες δεν δεχόταν επισκέψεις οι μοναχοί όπως ήξερα.
Νομίζοντας ωστόσο ότι κάπου εκεί κοντά βρισκόταν αυτοί, πήγα να αδιαφορήσω για την παρουσία τους κι επειδή κρατούσα τα μάτια μου κλειστά ακόμη δεν τους έβλεπα. Μιλούσαν και σιγά είναι αλήθεια, μην τυχόν κι ενοχλούσαν τους πατέρες όπως υπολόγισα, αλλά και τέντωσα τα αυτιά μου να τους ακούσω καλύτερα μετά από λίγο, γιατί την φωνή του γέροντα αναγνώρισα, τον οποίο άκουσα να λέει προς τους υπόλοιπους κάτι, που με έκανε να πεταχτώ σαν ελατήριο επάνω.
Δες τε τι γίνεται, έλεγε. Εμείς πήγαμε να ξαπλώσουμε στα δωμάτιά μας και ησυχία δεν βρήκαμε, έστω κι αν δούλευε το ερκοντίσιον. Δες τε όμως και με τι όρεξη κοιμάται ο Μιχάλης πάνω στο παγκάκι, σαν να βρίσκετε ξαπλωμένος πάνω σε πούπουλα.
Η δική του τοποθέτηση λοιπόν ήταν αυτή που με έκανε να τιναχτώ, αλλά και άφωνος έμεινα ανοίγοντας τα μάτια μου, όταν είδα τον γέροντα και καμιά δεκαριά μοναχούς, να κάθονται στις καρέκλες τους μεν, αλλά και να είναι στραμμένοι προς το παγκάκι που ξάπλωνα και το θέαμα ήμουν εγώ ως κοιμώμενος.
Βλέποντας ο γέροντας να τινάζομαι επάνω, έλεγε με τον δικό του τρόπο. Γιατί σηκώθηκες βρε Μιχάλη; Μας χάλασες το θέαμα. Ποτέ μου δεν έχω δει να κοιμάται κάποιος πάνω στα σανίδια και να το κάνει με τέτοια όρεξη. Είμαστε αρκετή ώρα εδώ και πολλά είπαμε για τον ορεξάτο ύπνο σου χωρίς να μας ακούς. Καλά κοιμόσουν λοιπόν, γιατί μας το χάλασες;
Τι να του έλεγα κι εγώ όμως, που έγινα θέαμα κοιμισμένος; Μα είναι δυνατόν να κοιμάμαι εγώ κι εσείς να με βλέπετε σαν αξιοθέατο; Έκανε ζέστη στο δωμάτιο που πήγα να ξαπλώσω γέροντα κι επειδή μου ήταν αδύνατο να ησυχάσω, ήρθα να βρω λίγη δροσιά στην σκιά. Ξάπλωσα όμως πάνω στο παγκάκι κι όπως είδατε με πήρε ο ύπνος.
Καλά έκανες, έλεγε ο γέροντας. Κι εμείς το ίδιο κάναμε και για τους ίδιους λόγους ήρθαμε εδώ. Κανείς όμως από μας δεν σκέφτηκε, ότι μπορούσε να ξαπλώσει σαν κι εσένα πάνω σ’ αυτό το παγκάκι. Μας χάλασες όμως το θέαμα. Αν το ξανάκανες πάντως, ευχαρίστως θα μέναμε εδώ να βλέπουμε, πόσο ανάλαφρα κοιμάσαι.
Δεν μπορώ να το κάνω γέροντα του είπα, αφού θα ξέρω ότι με βλέπετε.
Κι αφού δεν θέλησα να συνεχίσω τον ύπνο μου, κάθισα στο παγκάκι κι άκουγα τον γέροντα να αναπτύσσει λόγους ωφελείας προς όλους μας κι όταν πια τελείωσε, του ζήτησα την άδεια να αποχωρίσω, γιατί και η ώρα πέρασε και αρκετές δουλειές είχα να κάνω στην συνέχεια.
Μιχάλης Αλταλίκης