Μετά από λίγο καιρό όμως κι αφού πέρασαν με το καλό δυό μήνες και κάτι παραπάνω από την καθημερινότητά μας, μια επείγουσα και πάλι φθινοπωρινή υποχρέωση με έστελνε ξαφνικά στην Ουρανούπολη.
Στα μέσα του Οκτώβριου μήνα και το απόγευμα μιας ημέρας έπρεπε να το κάνω αυτό με το φορτηγάκι μου, προκειμένου να μεταφέρω, αλλά και να αφήσω στο καράβι της γραμμής, μια παλέτα με πυρότουβλα για τις ανάγκες της μονής μας, τα οποία βέβαια, το επόμενο πρωινό θα έφταναν στο μοναστήρι και αμέσως σχεδόν θα τα χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί όταν θα τα παραλάμβαναν, στην προσπάθειά τους να επιληφθούν με αυτά την επιδιόρθωση του φούρνου τους συγκεκριμένα.
Μια και θα πήγαινα γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν στην Ουρανούπολη έκαναν την σκέψη οι πατέρες, να μου στείλουν από εκεί και με το ίδιο καράβι, σαράντα κλούβες ελιές στην Ουρανούπολη, προκειμένου να τις πάρω από το καράβι και να της μεταφέρω σε κάποιο από τα ελαιοτριβεία του νομού Θεσσαλονίκης για πάτημα, δεδομένου ότι πολύ λάδι χρειάζονται για τις ετήσιες ανάγκες τους.
Ακούγοντας η γυναίκα μου ότι θα πήγαινα στην Ουρανούπολη εκείνο το απόγευμα, θέλησε να έρθει μαζί μου για μια βόλτα, οπότε, κατά τις τέσσερις φύγαμε από το σπίτι, με την προϋπόθεση ότι θα αφήναμε την παλέτα με τα τούβλα στο κατάστρωμα του καραβιού κι αφού παίρναμε τις ελιές από εκεί στα γρήγορα, πριν βραδιάσει θα επιστρέφαμε στο σπίτι μας.
Με την άνεσή μας βέβαια κάναμε το ταξίδι μας, αφού κανείς και τίποτε δεν μας υποχρέωνε να το κάνουμε γρήγορα, οπότε, κατά τις έξη το απόγευμα φτάσαμε στην Ουρανούπολη. Εκεί όμως, μας περίμενε μια έκπληξη, γιατί το καράβι της γραμμής δεν ήταν στην θέση του όπως θα έπρεπε.
Φυσούσε κάπως εκείνη την ώρα κι από τον νοτιά για την ακρίβεια ερχόταν ο αέρας, αλλά και δεν ήταν τέτοιος που θα έβαζε σε ανησυχία τους καπεταναίους, γιατί όπως έβλεπα, τρία καράβια ήταν παράλληλα δεμένα από την εσωτερική πλευρά της προβλήτας και το ένα μάλιστα πλάι από το άλλο ήταν αγκυροβολημένο και δεμένο.
Προφανώς φοβήθηκαν κάποια ενδεχόμενη ενίσχυση του αέρα, γι’ αυτό και τα έδεσαν έτσι έλεγα στην γυναίκα μου, γιατί αν ήταν σίγουρο αυτό, θα τα πήγαιναν στην Αμουλιανή. Στο νησάκι που είναι απέναντι δηλαδή.
Έτσι όπως είναι αυτά δεμένα όμως, της έλεγα, θα πρέπει να κάνω τον Ταρζάν, γιατί πρέπει να ανεβαίνω στο πρώτο καράβι από τα πλάγια και περνώντας πάνω από τα προστατευτικά του κάγκελα. Να κάνω το ίδιο στην συνέχεια, προκειμένου να βρεθώ από το πρώτο στο κατάστρωμα του δευτέρου και μετά από αυτό, να βρεθώ στο κατάστρωμα του τρίτου με τον ίδιο τρόπο, εντός του οποίου πρέπει να αφήσω ένα τόνο πυρότουβλα και να φέρω από εκεί και με τον ίδιο τρόπο μέχρι το φορτηγάκι μας, σαράντα κλούβες ελιές, βάρους, κοντά στον ένα τόνο.
Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, όλη την νύχτα εδώ θα την βγάλουμε αν δεν φιλοτιμηθεί κάποιος να μας βοηθήσει, από αυτούς τουλάχιστον που είναι φίλοι του μοναστηριού και συχνά το επισκέπτονται για τις δικές τους πνευματικές ανάγκες, οι οποίοι μάλιστα, πολύ καλά γνωρίζουν τόσο εμένα, όσο και την κοπιαστική ενασχόληση μου για τις ανάγκες της μονής μας, καθώς αυτοί βέβαια πολλές φορές τις έχουν ονομάσει έτσι.
Φυσούσε ελαφρά όμως εκείνη την ώρα όπως σας είπα και το αεράκι ήταν τέτοιο μάλιστα, που προδιέθετε τους ανθρώπους να κάνουν την βόλτα τους πάνω στην προβλήτα, γι’ αυτό και πολλοί ήταν αυτοί που βλέπαμε να πηγαινοέρχονται βολτάροντας, ανάμεσα στους οποίους ήταν και αρκετοί από αυτούς που όντως θα περίμενα κάποια βοήθεια.
Βλέποντας και αυτοί το πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσω αφού τους είπα τι έπρεπε να κάνω κι αφού και οι ίδιοι εκτίμησαν ως δύσκολη την υποχρέωσή μου, αυθορμήτως προθυμοποιήθηκαν να με βοηθήσουν. Κι αυτό που μου έλεγαν όλοι λες και ήταν συνεννοημένοι μεταξύ τους, ήταν το ίδιο ακριβώς. Περίμενε λίγο και επιστρέφοντας από το σπίτι μου, αμέσως θα έρθω να σε βοηθήσω, γιατί αυτό που έχεις να κάνεις σήμερα, όντως είναι πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο μόνον.
Να μη σας πω τώρα πόσοι πέρασαν από εκεί και μου είπαν τα ίδια. Αν τους περίμενα βέβαια, ακόμη εκεί θα ήμουν περιμένοντάς τους. Αφού δεν έβλεπα κανέναν να επιστρέφει λοιπόν, έβαλα κάτω το κεφάλι όπως λέμε και παίρνοντας τέσσερα, τέσσερα τα πυρότουβλα από το φορτηγάκι μου, άρχισα να κάνω την μεταφορά τους στο καράβι με τον τρόπο που σας είπα παραπάνω και να φέρνω από εκεί με τον ίδιο τρόπο μια, μια τις κλούβες με τις ελιές, όσο κι αν έλεγε η γυναίκα μου, ότι κινδύνευα να βρεθώ στην θάλασσα, αν για κάποιον λόγο έχανα την ισορροπία μου.
Να μη σας πω τώρα, ότι άκουγα και αρνητικά σχόλια εκείνη την ώρα, από αυτούς που συνέχιζαν να κάνουν την βόλτα τους και ανησυχούσαν για την ασφάλειά μου, βλέποντας να σκαρφαλώνω επικίνδυνα στα κάγκελα του πρώτου καραβιού, πότε με τα πυρότουβλα και πότε με τις κλούβες στα χέρια, πηγαίνοντας, ή επιστρέφοντας από το τρίτο καράβι της πλάγιας τοποθέτησής τους.
Αδιαφορούσα γι’ αυτούς βέβαια, αλλά και περίμενα να εμφανιστεί εκεί κάποιος από αυτούς που μου το εποχήθηκαν τουλάχιστον, αλλά άδικος κόπος. Κι επειδή ήταν όντως πολύ κοπιαστικό αυτό που έκανα, πράγματι παρακαλούσα μέσα μου, ώστε να φανεί έστω κι ένας να με βοηθήσει.
Δεν ερχόταν κανείς όμως, οπότε, ήθελα δεν ήθελα, έκανα την μεταφορά μόνος μου και σε πολλές ώρες βέβαια, αν κι όσο περνούσε η ώρα αύξανε την δύναμή του ο αέρας, με αποτέλεσμα να κουνιούνται και τα καράβια αναλόγως, με κίνδυνο να πέσω στην θάλασσα, ή και σε κάποιο από τα τρία καταστρώματα, αφού και η υπάρχουσα υγρασία τα έκανε πλέον πολύ ολισθηρά.
Τέλος καλό όμως, όλα καλά όπως λέμε και κατά τις δέκα το βράδυ κατάφερα να ολοκληρώσω επιτυχώς την αποστολή μου και εις ανακούφιση της γυναικός μου βέβαια, αναχωρήσαμε ολοταχώς για την Θεσσαλονίκη, γιατί κι αυτήν είχα κουράσει πολύ με την αγωνία που της φόρτωσα, αλλά και βόλτα δεν ήταν αυτό που της υποσχέθηκα.
Ωστόσο όμως, επιστρέψαμε αισίως στο σπίτι μας και την επομένη κιόλας, πήγα να εκτελέσω την δεύτερη υποχρέωση που είχα αναλάβει. Να πατήσω τις ελιές δηλαδή, προκειμένου να πάρω το ανάλογο λάδι από αυτές.
Στην Επανομή συγκεκριμένα πήγα γι’ αυτόν τον λόγο και καθόλου δεν χρειάστηκε να περιμένω σειρά, γιατί πριν ακόμη παραλάβω τις ελιές κάλεσα τον κύριο Αντώνη κι από τηλεφώνου τον παρακάλεσα να με συμπαρασταθεί, για τον λόγο ότι δεν είχα χρόνο στην διάθεσή μου να περιμένω σειρά.
Ανταποκρίθηκε θετικά βέβαια αυτός, οπότε, όταν ολοκληρώθηκε πια η πολτοποίησή των ελιών, βρέθηκαν οκτακόσια πενήντα κιλά, αλλά και το λάδι που μας έδωσαν, δεν υπερέβαινε το πέντε προς ένα, πράγμα που ευχαρίστησε βέβαια τους μοναχούς, αφού οι ελιές τους προερχόταν από απεριποίητα κατά κάποιον τρόπο δένδρα.
Πήρα λοιπόν το λάδι κι αφού ευχαρίστησα τον κύριο Αντώνη για την εξυπηρέτηση που μας έκανε, επέστρεψα στην έδρα μου και μαζί με άλλες αγορές αναγκών που έκανα, τα μετέφερα όπως έπρεπε μετά από λίγες μέρες στην Ουρανούπολη και πάλι, όπου και τα έστειλα όλα μαζί με το πρωινό καράβι στο μοναστήρι μας.
Πέρασαν όμως αρκετές μέρες από τότε, οπότε, ήρθε ο πατήρ Γρηγόριος στην Θεσσαλονίκη για κάποιους λόγους κι όταν αυτοί του επέτρεψαν να επιστρέψει στο μοναστήρι, μου ζήτησε να τον μεταφέρω μέχρι την Ουρανούπολη ένα απόγευμα πάλι και για να μην πάμε άδειοι όπως έλεγε, πήρα από την αγορά ένα τόνο ζάχαρη που χρειαζόταν οι πατέρες για κάποιους λόγους κι έτσι φορτωμένοι πηγαίναμε στον προορισμό μας.
Πιάσαμε την κουβέντα λοιπόν καθ’ οδόν και μαζί με τα άλλα, του έλεγα το παράπονό μου, γι’ αυτό που μου έκαναν οι φίλοι μας κατά τα άλλα, οι οποίοι με υποσχέθηκαν με τα λόγια βοήθεια, αλλά στην πράξη, κανείς τους δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθώ αρκετά εκείνο το απόγευμα.
Κι επειδή τα σακιά με την ζάχαρη ήταν πενηντάκιλα τότε, άρχισα να του λέω, ότι πολύ θα με κούραζαν, αφού ένα, ένα έπρεπε να τα κατεβάσω από το φορτηγάκι μου κι ένα, ένα να τα βάλω στην συνέχεια μόνος μου και πάλι πάνω σε μια παλέτα μέσα στο καράβι, αφού αυτός δεν θα μπορούσε να με βοηθήσει.
Ακούγοντας ο πατήρ Γρηγόριος την αναφορά μου, προσπαθούσε με κάθε λόγο να μου αλλάξει το σκεπτικό, αφού όπως υποστήριζε, δεν ήταν και τόσο καλό από μέρος μου να κατηγορώ τους ανθρώπους, γιατί όπως αυτός ήξερε τουλάχιστον, πολύ πρόθημα τους βοηθούν όταν υπάρχει παρόμοιος λόγος.
Όταν είναι οι πατέρες μπροστά, του έλεγα. Τότε κι εγώ τους βλέπω να κάνουν το ίδιο και χαλί γίνονται να τους πατήσουν μάλιστα. Όταν όμως εγώ βρίσκομαι εδώ κι έχω παρόμοιες ανάγκες, όλοι φεύγουν από κοντά μου γρήγορα, μη τυχόν και τους ζητήσω να βάλουν ένα χέρι, αν και πολύ καλά ξέρουν, ότι για το μοναστήρι βρίσκομαι εκεί, για το οποίο μάλιστα, όπως τους ακούω να λένε προς τους πατέρες, το θεωρούν κατά δικό τους.
Όταν είναι οι πατέρες μπροστά λοιπόν, όλοι τους είναι καλοί. Όταν λείπουν όμως αυτοί, ξεχνούν ότι έχουν κατά δικό τους το μοναστήρι και τίποτε δεν κάνουν προκειμένου να το βοηθήσουν, βοηθώντας εμένα.
Ότι και να λες εσύ, έλεγε κάπως πειραγμένος ο πατήρ Γρηγόριος, οι άνθρωποι της Ουρανούπολης είναι καλοί και κακώς τους κατηγορείς. Τώρα που θα φτάσουμε εκεί μάλιστα, θα δεις να έρχονται πολλοί να μας βοηθήσουν.
Το ξέρω, του έλεγα, ότι αν πάς εσύ να τους βρεις στο καφενείο που κι εσύ ξέρεις ότι παίζουν χαρτιά τέτοια ώρα, βεβαίως και θα έρθουν. Αν κάνω εγώ το ίδιο, τί λες; Θα έρθουν; Δεν ξέρω, έλεγε ο πατήρ Γρηγόριος κι όταν μπήκαμε στην Ουρανούπολη, ζήτησε να σταθώ κάπου στο κέντρο, όπου και κατέβηκε από το φορτηγάκι προκειμένου να μου φέρει βοήθεια όπως είπε, ενώ εμένα με έστειλε να τους περιμένω στο καράβι, το οποίο ήταν κανονικά σταματημένο και στην θέση του όπως έβλεπα.
Άνοιξα τις πόρτες του όταν έφτασα κοντά του και μετά από αυτό μπήκα με το φορτηγάκι μου μέσα, όπου και περίμενα να έρθουν οι ενισχύσεις. Πράγματι λοιπόν, όλο το καφενείο έφερε μαζί του ο πατήρ Γρηγόριος και μπροστά τους έλεγε μεγαλοφώνως. Είδες πόσους έφερα; Κι εσύ έλεγες ότι αδιαφορούν οι φίλοι μας, όταν βλέπουν να χρειαζόμαστε την βοήθειά τους.
Το βλέπω, του είπα και κανένα παράπονο δεν έχω. Όταν όμως είμαι μόνος μου εδώ και τότε θα ήθελα να βλέπω την προσφορά τους. Κατάλαβαν βέβαια αυτοί τον υπαινιγμό μου, γι’ αυτό κι ένας, ένας μου έλεγε χαμηλοφώνως, ότι εκείνη την ημέρα κάτι του έτυχε, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να έρθει. Όποτε θέλεις πάντως, ευχαρίστως θα έρθω να σε βοηθήσω.
Όλο και ρωτούσαν να τους πω όμως, πώς κατάφερα να κάνω μόνος μου εκείνο το δύσκολο εγχείρημα. Από μόνοι τους παραδέχτηκαν τελικά χωρίς να το πουν, ότι φοβήθηκαν και μόνο που είδαν την δυσκολία που είχα να αντιμετωπίσω, γι’ αυτό κι εξαφανίστηκαν. Ωστόσο όμως, εκείνο το απόγευμα που τους έφερε στο καράβι ο πατήρ Γρηγόριος, τίποτε δεν με άφησαν να κάνω.
Όλα εκείνα τα πενηντάκιλα σακιά με την ζάχαρη δηλαδή, μόνοι τους τα κατέβασαν πιάνοντάς τα δυό, δυό από αυτούς, όπου και τα τοποθέτησαν εκεί που τους υπέδειξα κι όπως εγώ τους είπα να το κάνουν.
Τους ευχαρίστησα βέβαια όταν με ξεφόρτωσαν και αφήνοντας μαζί τους τον πατέρα Γρηγόριο, επέστρεψα ξεκούραστος στην έδρα μου. Όσες φορές όμως κι αν βρέθηκα εκ των υστέρων στην Ουρανούπολη και δεν ήταν λίγες αυτές που είχα να κάνω πολύ δύσκολα πράγματα εκεί, ποτέ μου δεν πήγα να τους ζητήσω βοήθεια.
Και δεν το έκανα αυτό από εγωισμό, αλλά από φόβο, μη δω ξανά την αδιαφορία τους προς το πρόσωπό μου. Τον κύριο Νίκο όμως, ποτέ δεν ξέχασα να αναφέρω, γιατί αυτός τουλάχιστον, πολλές φορές έκανε για μένα, όπως και για το μοναστήρι μας κατ’ επέκταση διευκολύνσεις, που από ευγνωμοσύνη και μόνο υποχρεούμαι να αναφέρω.
Μιχάλης Αλταλίκης