Οι έλεγχοι στους δρόμους και οι πατέρες

  Μπορεί να συνήθισα τους νυχτερινούς ελέγχους από τα όργανα της τάξης και να μην ξαφνιαζόμουν όταν τους συναντούσα, ακόμη κι εκεί που δεν περίμενα να βρίσκονται, αλλά και μέχρι να μου επιτραπεί η συνέχιση του ταξιδιού μου, με αρκετό άγχος τους αντιμετώπιζα όπως σας είπα, γιατί ποτέ δεν ήξερα τι θα μου προέκυπτε μετά από τον έλεγχό τους.

Σε κάθε νυχτερινό μου ταξίδι πάντως, ενημέρωνα και τους μοναχούς όταν με συνόδευαν και αρκετά τους έλεγα σχετικά με τους ελέγχους τους, όπως και για τον τρόπο που αυτοί τους έκαναν, ώστε να μην τρομάξουν στην περίπτωση που τους συναντούσαμε ξαφνικά μπροστά μας και με τα όπλα τους προτεταμένα μάλιστα.

Αυτήν την ενημέρωση σκέφτηκα να κάνω και σε μια παρόμοια νυχτερινή διαδρομή, όταν κάποιος ιερομόναχος της μονής μας με συνόδευε και πριν προλάβω να του πω εγώ τα γνωστά, αυτός άρχισε να μου λέει, ότι τον αδελφό του σταμάτησαν ένα βράδυ στον δρόμο των Σερρών και με τα όπλα τους στραμμένα κατά πάνω του ζητούσαν να τους δώσει τα χαρτιά του.

Από την συμπεριφορά τους δε, πολύ φοβήθηκε ο αδελφός του πρόσθεσε, γιατί ακόμη και το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου ζήτησαν να τους ανοίξει να δουν τι είχε μέσα. Και για να ετοιμάσει κι εμένα κάπως ο ιερομόναχος, σε περίπτωση που τους συναντούσαμε στον δρόμο μας όπως το σκέφτηκε, μου έλεγε ότι έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτικός μαζί τους κι ότι έπρεπε να κάνω ότι κι αν μου ζητούσαν, γιατί και όπλα έχουν αυτοί μαζί τους.

Το ξέρω του έλεγα κι εγώ, αφού εμένα ιδικά, κάθε φορά με σταματούν και με τα όπλα τους στραμμένα κατά πάνω μου κάνουν τον έλεγχό τους. Μα είναι δυνατόν? Έλεγε αυτός με μεγάλη δόση δυσπιστίας στην φωνή του. Είναι δυνατόν να συμβαίνουν και σ’ εσένα τέτοια και μάλιστα στις τέσσερεις τα χαράματα;

Δεν πρόλαβε να πάρει την απάντησή μου όμως και στην επόμενη στροφή του δρόμου, με τον φακό στα χέρια μας έκαναν σινιάλο οι συνοριοφύλακες να σταματήσουμε. Κι όταν μας πλησίασαν αυτοί με τον συνηθισμένο τρόπο, επιτακτικά και πάλι μου ζητούσαν να τους δώσω τα έγραφα του αυτοκινήτου, όπως και τα δικά μου.

Πάγωσε ο ιερομόναχος από τον τρόπο που είδε να μας ελέγχουν κι από τον φόβο του, άχνα δεν έβγαζε. Όταν άκουσε δε, να μου ζητούν να τους ανοίξω και την πόρτα του φορτηγού, για να δουν τι μετέφερα, άνοιξε, άνοιξε, έλεγε χαμηλόφωνα σ’ εμένα, μη τυχών και τον άκουγαν οι συνοριοφύλακες.

Δεν την ανοίγω τους έλεγα εγώ, γιατί δεν θα μπορέσω να την κλείσω μετά. Αν θέλετε να ελέγξετε τα μεταφερόμενα, μπορείτε να το κάνετε από το πίσω παράθυρο. Κατέβα κάτω έλεγε αυστηρά ο προϊστάμενος τους, αλλά εγώ, ούτε κι αυτό έκανα.

Φοβήθηκε τόσο πολύ πια ο ιερομόναχος, που από την θέση του έλεγε σ’ αυτόν που τον σημάδευε με το όπλο του, ότι μοναχοί ήμασταν κι ότι στο μοναστήρι μας μεταφέρουμε τρόφιμα.

Δεν μας ενδιαφέρει ποιοι είστε του έλεγε αυτός που ήταν δίπλα μου κι εμένα πρόσταζε για δεύτερη φορά να κατέβω και να του ανοίξω την πόρτα μου. Εγώ όμως τίποτε από τα δυό δεν έκανα. Κι επειδή ούτε κατέβαινα, αλλά ούτε και την πόρτα μου ήθελα να τους ανοίξω, αυτός έλεγε αντί για μένα. Πως, πως, θα σας ανοίξουμε. Κατέβα έλεγε και σ’ εμένα και άνοιξε την πόρτα στους ανθρώπους να δουν, ότι τρόφιμα μεταφέρουμε και τίποτε άλλο.

Αφού είδα να αλλοιώνετε αρκετά η εικόνα του προσώπου του, από τον φόβο που αισθανόταν, κατέβηκα από την θέση μου και πήγα να δείξω στους συνοριοφύλακες αυτά που μετέφερα. Κατέβηκε κι αυτός πίσω από μένα όμως και με πολύ καλό τρόπο προσπαθούσε να τους πείσει, ότι πράγματι μεταφέραμε τρόφιμα κι ότι στο Άγιο Όρος τα πηγαίναμε.

Δεν ικανοποιήθηκαν βέβαια αυτοί από αυτά που το πίσω παράθυρό μου τους επέτρεπε να δουν, γι’ αυτό και πάλι ζητούσαν να τους ανοίξω την συρταρωτή μου πόρτα. Αφού τους εξήγησα ξανά κι εγώ, τους λόγους που δεν μου επέτρεπαν να την ανοίξω, δεν το έκανα.

Βλέποντας κι αυτοί, ότι δεν είχα σκοπό να τους ανοίξω την πόρτα μου, έκαναν πως μας πίστεψαν και μας άφησαν να φύγουμε. Όταν ανεβήκαμε στις θέσεις μας όμως και ξεκινήσαμε το ταξίδι μας, ένα μεγάλο ουφ άφησε να του φύγει ο ιερομόναχος από το άγχος που φορτώθηκε, αλλά κι έλεγε με ειλικρίνεια σ’ εμένα, ότι αν άκουγε να διηγούμαι κάπου αυτά που ζήσαμε, λέξη δεν θα πίστευε. Ευτυχώς τα είδα, πρόσθεσε και θα πω στον αδελφό μου αργότερα, ότι κι εγώ είδα συνοριοφύλακες την νύχτα να μας κάνουν έλεγχο με τα όπλα τους προτεταμένα.

Μετά από αυτό όμως και στον γέροντα μετέφερε την περιπέτεια του, αφού περιπέτεια ήταν γι’ αυτόν αυτό που έζησε, αλλά κι ο γέροντας, μου έδωσε εντολή τότε, ώστε να αλλάξω δρόμο στο εξής και να χρησιμοποιώ μόνον αυτόν που κατέληγε μέσω Πολυγύρου στην Ουρανούπολη.

Κι αφού αυτό μου ζήτησε να κάνω, μόνον από αυτόν τον δρόμο πλέον έκανα τα δρομολόγιά μου. Και σ’ αυτόν τον δρόμο βέβαια έκαναν ελέγχους οι συνοριοφύλακες, όπως και τα όργανα της τροχαίας, αλλά επειδή αυτοί ήταν ποιο ευγενικοί στις παρατηρήσεις τους όπως του έλεγα, πολύ το εκτιμούσε.

Σε μια παρόμοια διαδρομή όμως, έναν από την φύση του αγχώδη μοναχό είχα δίπλα μου να με συνοδεύει και για να τον πειράξω λίγο, άρχισα να του λέω, τι έπρεπε να κάνει αυτός, σε περίπτωση που είχαμε κάποιον πολύ αυστηρό έλεγχο.

Πρέπει να σου πω πάτερ, του έλεγα, ότι αν μας σταματήσουν οι συνοριοφύλακες και πάρουν εμένα ως παράνομο στην φυλακή, τότε εσύ θα πάρεις το αυτοκίνητο και θα το πας μέχρι την Ουρανούπολη, γιατί αν μείνει μόνο του στον δρόμο, θα χαλάσουν τα ψάρια που του έχουμε φορτώσει.

Κι αφού το ανεβάσεις στο καράβι, να το πας μετά στο μοναστήρι. Να πεις δε στον γέροντα να κάνει ότι μπορεί, ώστε να με βγάλει γρήγορα από την φυλακή, γιατί δεν βλέπω να αντέχω για πολύ εκεί μέσα.

Είχε ακούσει βέβαια αυτός να διηγούμαι στους μοναχούς παρόμοιες περιπτώσεις κι επειδή φοβόταν από αυτές, έφευγε από κοντά μας, ώστε να μην ακούσει περισσότερα. Εκείνο το πρωινό όμως, ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, οπότε, δεν μπορούσε να αντιδράσει ανάλογα, γι’ αυτό κι έλεγε με πολύ άγχος στην φωνή του.

Δεν ξέρω. Κάνε ότι θέλεις, αλλά εμένα μη με ανακατεύεις καθόλου. Τι θα πει να μη σε ανακατεύω βρε πάτερ; Αν με πάρουν μαζί τους δηλαδή, εσύ θα αφήσεις το αυτοκίνητο στον δρόμο και μαζί με τα ψάρια που θα χαλάσουν θα περιμένεις εδώ μέχρι να επιστρέψω;

Θα πάρεις λοιπόν το αυτοκίνητο και θα το πας στο μοναστήρι. Πόσο δύσκολο είναι αυτό, ώστε να μην μπορείς να το κάνεις; Όχι, όχι, έλεγε αυτός αγχωμένος. Δεν μπορώ να το κάνω, άφησέ με ήσυχο. Εγώ θα σε αφήσω ήσυχο του έλεγα, αλλά, να δούμε τι θα κάνεις, όταν μας σταματήσουν οι συνοριοφύλακες και με πάρουν μαζί τους ως παράνομο.

Δεν πρόλαβα να τον πω και περισσότερα όμως, γιατί μόνος του έλεγε όταν είδε να μας κάνουν σινιάλο με το φακό. Τί φως είναι αυτό; Αυτό το φως του έλεγα με στόμφο κι εγώ, είναι αυτό που δεν ήθελες να δεις και τώρα θα δούμε τι θα κάνεις.

Από τον φόβο του αυτός, είχε κολλήσει στην πλάτη της θέσης του και άχνα δεν έβγαζε. Με το που σταμάτησα όμως, αμέσως πήρα τα σχετικά έγραφα να τους τα δείξω, ενώ άνοιγα το παράθυρό μου. Αυτοί δε, ένας από δεξιά κι ένας από αριστερά μας πλησίασαν όπως πάντα.

Αυτός που πήρε τα χαρτιά στα χέρια του και είδε ποιος του τα έδινε, είπε εκείνο το γνωστό. Πάλι εσύ; Εγώ βρε παιδιά, τι να κάνω που κάθε εβδομάδα σας υποχρεώνω να με κάνετε έλεγχο; Εσύ καλά κάνεις έλεγε αυτός, αλλά ο συνοδός σου ποιος είναι; Τι ποιος είναι βρε παιδιά; Μοναχός είναι, δεν τον βλέπετε; Μοναχός είναι και στο μοναστήρι μας τον πηγαίνω.

Σίγουρα ρε; Έκανε με απορία αυτός, ενώ έλεγε στον συνάδελφό του να φέξει το πρόσωπό του με τον φακό, ώστε να τον δουν καλύτερα. Άνοιξε το παράθυρό σου, του έλεγε εκείνος αυστηρά και κόπηκε η αναπνοή του μοναχού.

Ελάτε ρε παιδιά, τους έλεγα κι εγώ. Είπαμε να κάνουμε ελέγχους, όχι να τρομοκρατούμε τους ανθρώπους. Αφού σας είπα ότι είναι μοναχός, τι θέλετε να κάνουμε τώρα; Καλά, καλά, έλεγαν αυτοί, αλά τον φακό δεν τον έπαιρναν από το πρόσωπου του μοναχού, γιατί ο φόβος του το αλλοίωνε αισθητά.

Μας άφησαν να φύγουμε βέβαια, αλλά κι ο μοναχός, ανάσα δεν έπαιρνε. Έλα, του είπα μετά από λύγο, αυτό ήταν, τελείωσε. Χαλάρωσε τώρα και πάμε να κάνουμε την δουλειά μας ήσυχα. Κι αφού δεν με πήραν μαζί τους αυτοί, εγώ θα πάω το αυτοκίνητο στο μοναστήρι, οπότε, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς.

Ότι κι αν του έλεγα όμως, μιλιά δεν έβγαλε μέχρι να φτάσουμε στην Ουρανούπολη. Κι όταν φτάσαμε στο μοναστήρι, τρέχοντας ανέβαινε τα σκαλοπάτια από την ένταση που είχε φορτωθεί. Όταν όμως, εκ των υστέρων πια, ανάφερα και στους υπόλοιπους μοναχούς την περίπτωση του, μας έλεγε αυτός, ότι δεν φοβήθηκε και τόσο πολύ.

Εγώ όμως, φοβήθηκα ένα πρωινό και αρκετά μάλιστα μετά από λύγο καιρό, όταν έβλεπα να κινούνται πολλά περιπολικά στον δρόμο και συγκεκριμένα στην διαδρομή που οδηγεί από τον Σταυρό προς την Ολυμπιάδα.

Λόγω της απαγόρευσης που είχα και σας την ανάφερα στα παραπάνω, δεν χρησιμοποιούσα πλέον αυτήν την διαδρομή, αλλά επειδή κάποιος λόγος μου το επέβαλε εκείνο το πρωινό, μου έδωσε ο γέροντας την άδεια να την ακολουθήσω.

Θορυβήθηκα στην αρχή με την παρουσία των περιπολικών στον δρόμο εκείνη την ώρα, γιατί εκεί τουλάχιστον, ποτέ δεν συναντούσα τα όργανα της τάξης να κάνουν περιπολίες.

Όταν όμως βρέθηκα στην διασταύρωση του δρόμου που οδηγεί προς το Στρατόνι, τέσσερα περιπολικά είχαν κλείσει εντελώς το οδόστρωμα και όλοι οι αστυνομικοί με τα αυτόματα στα χέρια με περίμεναν. Κατέβα κάτω φώναξε ένας και ήταν η πρώτη φορά που δεν τους απάντησα.

Όχι. Κάθισε στην θέση σου, είπε ένας άλλος και με πλησίασε πολύ προσεκτικά. Άνοιξα το παράθυρό μου κι από συνήθεια του έδωσα τα χαρτιά του αυτοκινήτου όπως και τα δικά μου να τα ελέγξει, αλλά και αυθόρμητα ρώτησα να μου πει τι συμβαίνει και γιατί υπήρχε τέτοια ανησυχία στον δρόμο.

Μη σε νοιάζει τι κάνουμε εμείς, έλεγε αυτός, αλλά εσύ να μας πεις που πας τέτοια ώρα. Στην Ουρανούπολη πάω βρε παιδία και μεταφέρω τρόφιμα μέχρι στο καράβι που φεύγει στις έξη και μισή για το Άγιο Όρος. Αφού τον βεβαίωσαν και οι υπόλοιποι που περικύκλωσαν το φορτηγάκι μου, ότι γνωστός τους ήμουν από άλλους ελέγχους, μου επέστρεψε αυτός τα χαρτιά μου.

Δίνοντάς τα μου όμως, μου έλεγε ότι κάποιος πολύ επικίνδυνος κακοποιός είχε δραπετεύσει από τις φυλακές της Κασσάνδρας κι αυτόν έψαχναν παντού να βρουν. Φύγε λοιπόν μου έλεγε και μη σταματήσεις στον δρόμο για κανένα λόγο. Αν τον δεις κάπου να σε σταματάει, πάτησέ τον και φύγε και μη ξεχάσεις να μας πεις που τον συνάντησες.

Ούτε στην Ουρανούπολη να μείνεις πολύ. Μόλις ξεφορτώσεις στο καράβι δηλαδή, αμέσως να φύγεις κι επιστρέφοντας, πάλι από εδώ να περάσεις, ώστε να ξέρουμε τι έγινε μ’ εσένα. Κατάλαβες;

Κατάλαβα τους είπα κι έφυγα αρκετά προβληματισμένος, για το αν μπορούσα να κάνω αυτό που μου είπαν, στην περίπτωση δηλαδή που συναντούσα τον δραπέτη στον δρόμο μου. Πήγα βέβαια στον προορισμό μου κι ευτυχώς για μένα, κανέναν δεν συνάντησα, όπως και κανείς δεν με σταμάτησε.

Ξεφόρτωσα στα γρήγορα μέσα στο καράβι αυτά που μετέφερα κι αμέσως ξεκίνησα την επιστροφή μου, ακλουθώντας την ίδια διαδρομή όπως μου είπαν να κάνω κι όταν έφτασα στο σημείο που έκλειναν τον δρόμο με τα περιπολικά τους, τους είπα ότι κανέναν δεν συνάντησα κι έτσι μου επέτρεψαν να συνεχίσω την επιστροφή μου.

Ένας από αυτούς μάλιστα, μου τόνιζε κάτι και για μια γνωστή μου συνήθεια, του να κοιμάμαι δηλαδή όπου νύσταζα. Και πού είσαι, έλεγε. Μη σταθείς να κοιμηθείς στον δρόμο, γιατί έτσι και σε βρει αυτός, δεν θα προλάβεις να ξυπνήσεις. Πήγαινε λοιπόν όσο μπορείς γρηγορότερα στον προορισμό σου κι όπως σου είπαμε, όπου τον δεις, αν τον δεις να κρύβεται κάπου, αμέσως να μας ενημερώσεις καλώντας το 100.

Μετά κι από αυτήν την εντολή, πρόσεχα στον δρόμο μη τον δω κάπου αλλά και πάλι δεν είδα κάτι ύποπτο, οπότε, επέστρεψα ασφαλής στην έδρα μου, όπου και παρέλαβα αυτά που μου έφερε κάποιος στην αποθήκη μου κι όπως του είπα να κάνει, με περίμενε έξω από την πόρτα της παρκαρισμένος.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *