Πέρασε ένας μήνας περίπου από την προηγούμενη συνάντηση που είχα με τον Παναγιώτη και το πρωινό μιας ημέρας από τις πρώτες του Σεπτέμβριου μήνα, πάλι μου έκανε ένα τηλεφώνημα, μέσω του οποίου και μου ζητούσε να συναντηθούμε.
Κλαίγοντας σχεδόν θα έλεγα μου εξέφρασε το αίτημά του κι από την στεναχώρια που έδειχνε να είναι πλακωμένος, με πολύ δυσκολία μου έδωσε να καταλάβω τελικά, ότι να με δει μόνον ήθελε κι όχι να μου ζητήσει χρήματα, γιατί με αυστηρό τρόπο του είπα πια την προηγούμενη φορά, ότι δεν ήταν και τόσο καλό να μου ζητά συνεχώς χρήματα.
Αυτό δηλαδή ήρθε στο μυαλό μου όταν τον άκουσα να μου ζητά συνάντηση και καθόλου δεν σκέφτηκα τον νεαρό που χάθηκε πριν από ένα μήνα περίπου και πουθενά δεν τον έβρισκαν. Μπλοκαρισμένος καθώς ήμουν δηλαδή από τις εργασιακές μου υποχρεώσεις εκείνο το διάστημα, δικαιολογημένα θα έλεγα ότι τον είχα ξεχάσει.
Και πως να μην πήγαινε το μυαλό μου στον Παναγιώτη πρώτα βέβαια, αφού συνεχώς για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε αυτός και η Θοδώρα μου μιλούσε όταν με συναντούσε και μαζί με αυτό, έκανε και την σχετική νύξη κάθε φορά για τα χρήματα που χρειαζόταν.
Εκείνη την ημέρα όμως μου ανέτρεψε ο Παναγιώτης το συγκεκριμένο σκεπτικό, γιατί πράγματι μου έλεγε πολύ στεναχωρημένος όταν τελικά συναντηθήκαμε, ότι ήρθε απλώς και μόνον να μου αναφέρει την ανεύρεση του χαμένου νεαρού γιου της Θοδώρας.
Κι όπως έλεγε με δάκρια στα μάτια, βρέθηκε μεν αυτός, αλλά πνιγμένος στην θάλασσα ήταν και σύμφωνα με αυτά που άκουσε να του λένε κάποιοι, από τους πολύ κοντινούς τους συγγενείς, μάλλον αυτοκτόνησε.
Απόρησα είναι αλήθεια με το ενδεχόμενο να αυτοκτόνησε ο νεαρός, αλλά και μελετώντας μέσα μου αυτήν την εκδοχή, με τίποτε δεν μπορούσα να δικαιολογήσω την απόφασή του να αυτοκτονήσει, ότι κι αν τον υποχρέωσε να φτάσει σ’ αυτήν την απόφαση.
Μια ευαίσθητη ψυχή όμως σαν την δική του έλεγα πάλι μέσα μου, πολλά τέτοια κι ακόμη χειρότερα θα μπορούσε να κάνει, σύμφωνα πάντα με αυτά που έζησε στην μέχρι τότε ζωή του αυτός, αλλά κι από αυτά που κληρονόμησε πρέπει να πούμε, από τους ψυχικά ασθενείς γονείς του.
Κι αν πιέστηκε τόσο πολύ εκείνο το καλοκαίρι όπως έδειχναν τα πράγματα, εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει σ’ αυτό το αποτέλεσμα, αφού από κανέναν δεν έμαθε κι αυτός να κοντρολάρει τις σκέψεις του.
Μην έχοντας όμως και κάποιον από τους συγγενείς τουλάχιστον δίπλα του να τον συμβουλέψει κατάλληλα, για το πως έπρεπε να κατευθύνει τις σκέψεις του, όπως και τις ενέργειές του, λογικά κι αυτός δεν μπόρεσε να διαφυλάξει τον εαυτό του από το αποτέλεσμα της αυτοκτονίας που του προέκυψε, γιατί και νέο παιδί ήταν κι άπειρος ήταν.
Αυτό το ενδεχόμενο σκεπτόμενος κι εγώ ως μελετητής της ζωής μας, στον εαυτό μου έλεγα πάλι σπουδάζοντας κι από τα δικά του λάθη, ότι ως αποτέλεσμα της λανθασμένης επεξεργασίας των λογισμών του είχε αυτήν την κατάληξη.
Ακολουθώντας τις λανθασμένες σκέψεις του δηλαδή έφερε αυτό το αποτέλεσμα και μεγάλη στεναχώρια προκάλεσε στο συγγενικό, όπως και στο φιλικό τους περιβάλλον με το να επιλέξει την αυτοκτονία ως λύση, έστω κι αν όλα τα δίκαια ήταν με το μέρος του.
Κι ο Παναγιώτης ήταν στεναχωρημένος εξαιτίας αυτής της επιλογής όπως σας είπα, γι’ αυτό και με πολύ δυσκολία απαντούσε στις ερωτήσεις που του έκανα, στην διάθεση που είχα να μάθω πως και που βρήκαν τον νεαρό τελικά έστω και πνιγμένο.
Στους Πόρους τον πήγαν τα ρεύματα έλεγε αυτός και μάλλον πνιγμένο τον μετέφεραν στην απέναντι πλευρά του Θερμαϊκού κόλπου, γιατί από εκεί κάλεσαν την αστυνομία της Θεσσαλονίκης πριν από λίγες μέρες, προκειμένου να τους αναφέρουν την εμφάνιση ενός πτώματος στην παραλία τους.
Κι επειδή τα χαρακτηριστικά του πνιγμένου, μάλλον σε νεαρό άνθρωπο έδειχναν να ανήκουν, με το δίκαιό τους οι άνθρωποι της περιοχής κάλεσαν την αστυνομία, αφού ήταν ενήμεροι για την εξαφάνιση του νεαρού κι αυτός ήταν ο λόγος που τους παρακάλεσαν, ώστε να μεριμνήσουν για την άμεση παραλαβή του.
Πριν από μια εβδομάδα τον κηδέψαμε συνέχισε να λέει ο Παναγιώτης κι επειδή δεν είχα το κουράγιο να έρθω εκείνη την ημέρα να σου αναφέρω το αποτέλεσμα της αναζήτησής του, σήμερα αποφάσισα να το κάνω.
Αλλά και πολύ στεναχωρημένος είμαι από τότε και μετά όπως σου είπα, γιατί άδικα χάσαμε αυτό το παιδί. Μαζί μ’ εμένα βέβαια και πολλοί άλλοι φίλοι και γνωστοί λυπήθηκαν για τον χαμό του από την στιγμή που αποδείχθηκε τελικά ότι αυτός ήταν ο πνιγμένος.
Ακόμη κι αυτοί που δεν ανήκαν στο κλειστό συγγενικό τους περιβάλλον κι από τρίτους έμαθαν την κατάληξη που είχε αυτός ο τόσο νέος άνθρωπος πρόσθεσε ο Παναγιώτης, σ’ εμένα έτρεξαν να πουν λυπημένοι, ότι πάρα πολύ στεναχωρήθηκαν, γιατί από εγωισμό και μόνο όπως όλοι το ήξεραν κι ας μη το έλεγαν, δεν μπόρεσαν οι δικοί του άνθρωποι να του δώσουν την αγάπη που χρειαζόταν αυτός, η μητέρα του, όπως κι ο μικρότερος αδελφός του.
Μη μπορώντας να αντέξει δηλαδή, την αδικία που επέβαλαν στην μητέρα του οι γονείς της, όπως και η αδελφή της, αλλά και μη μπορώντας να έρθει αυτός σε ρήξη μαζί τους, διεκδικώντας ο ίδιος το δίκαιο, τον σεβασμό, όπως και την αγάπη που όφειλαν να τους δείχνουν οι οικείοι τους, μάλλον προτίμησε να αυτοκτονήσει όπως άφησε να εννοηθεί.
Δεν ήταν σίγουρο βέβαια, για το αν ήταν ή όχι αυτοκτονία ο πνιγμός του νεαρού, αλλά αυτό υπολογίζοντας ως ποιο πιθανό ενδεχόμενο οι φίλοι, γνωστοί, και συγγενείς, με κλάματα τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία όπως το βεβαίωνε για πολλοστή πια φορά ο Παναγιώτης.
Και πως να μην έκλαιγαν για τον χαμό του δηλαδή, αφού ένα πολύ νέο παιδί ήταν και τίποτε σχεδόν δεν πρόλαβε να διεκδικήσει από την ζωή που τον περίμενε να την αντιμετωπίσει έστω κι άπειρος, έστω και μόνος.
Την λύπη τους επεξεργαζόμενος κι εγώ μετά από την αφήγηση που μου έκανε ο Παναγιώτης, ασφαλώς και την δικαιολογούσα, αφού κι ένα απλό κι ασήμαντο πράγμα να χάσει κανείς από τα υπάρχοντά του, αρκετά στεναχωριέται. Θα μπορούσε άραγε να μείνει αδιάφορος για τον χαμό ενός ανθρώπου και μάλιστα τόσο νέου, έστω κι αν δεν ήταν συγγενής του;
Ασφαλώς και δεν θα μπορούσε, γιατί αυτός που στεναχωριέται για το αντικείμενο που έχασε, σκέφτεται ότι υπάρχει περίπτωση να το χρειαστεί κάποια στιγμή κι αν δεν το έχει, τίποτε δεν θα μπορέσει να στηρίξει χωρίς την δική του συμμετοχή.
Δεν είναι η αξία δηλαδή που υποχρεώνει κάποιον να ψάχνει το αντικείμενο που έχασε, αλλά ο λόγος που θα το κάνει πολύ χρήσιμο, τότε που θα θελήσει να στηρίξει κάτι με αυτό και χωρίς να το έχει, δεν θα μπορέσει να το κάνει.
Μα πόσο δύσκολο είναι να βρει ένα άλλο στην θέση του θα πει κάποιος πολύ πρόχειρα, ώστε να μην στεναχωριέται; Βεβαίως και δεν είναι δύσκολο να το αντικαταστήσει με κάποιο άλλο όταν κι αν το βρει.
Δεν μιλάμε όμως για την αξία, ή την χρησιμότητα ενός πράγματος, αλλά για την νοοτροπία των ανθρώπων που εκτιμούν όπως θέλουν, αυτό που αυτοί θέλουν, ή αυτό που δεν θέλουν να εκτιμήσουν. Κι αν δεν εκτιμά κανείς σήμερα, ένα μηδαμινό αλλά χρήσιμο αντικείμενο, θα μπορέσει άραγε να εκτιμήσει αύριο ενδεχομένως ο ίδιος, τον οποιονδήποτε άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα του και δεν τον υπολογίζει ως απολύτως χρήσιμο;
Κι αφού δεν είναι σε θέση να γνωρίζει μαζί με τα πράγματα και την αξία της συμβολής του ανθρώπου στην ζωή του, τί λέτε; Θα μπορέσει ποτέ ένας τέτοιος τύπου ανθρώπου, να καταλάβει, αλλά και να εκτιμήσει σωστά, την χρησιμότητα αυτού που από σύμπτωση και μόνον βρίσκετε δίπλα του και χωρίς να το υπολογίζει, χρειάζεται την ύπαρξή του;
Ψηλά γράμματα θα μου πείτε ότι είναι αυτά που σας λέω. Στα ψηλά όμως είναι τα ουσιώδη κρυμμένα κι αν δεν τα διαβάζει με προσοχή κανείς, ότι και να σκεφτεί, ότι κι αν κάνει στην ζωή του, μάλλον λάθος θα είναι χωρίς την δική τους συμμετοχή.
Ωστόσο, το ίδιο έκανε κι ο παππούς του νεαρού μαζί με την γιαγιά του, όπως και μαζί με την θεία του. Τίποτε δηλαδή από τα ψηλά γράμματα της ζωής δεν διάβασαν κι αγνοώντας τον λόγο της ύπαρξής τους, ότι κι αν έκαναν, ότι κι αν προσπάθησαν, όλα λάθος ήταν.
Και μεγάλη ζημιά προκάλεσαν στον εαυτό τους πρώτα και μετά προς τους οικείους τους κι από έλλειψη αγάπης στην συμπεριφορά τους, πράγματι μπορεί να οδήγησαν σε αυτοκτονία το νεαρό εγγόνι τους, αφού ποτέ δεν το υπολόγισαν ως πραγματικά δικό τους.
Και στην συνέχεια, το ίδιο έκαναν πρέπει να σας πω. Τίποτε δηλαδή δεν τους ακούμπησε από την αυτοκτονία του παιδιού που από σύμπτωση και μόνον ζούσε δίπλα τους κι έτυχε να είναι εγγονός τους.
Έδειξαν μεν προς όλους τους φίλους και γνωστούς τους, ότι λυπήθηκαν για τον νεαρό που βρέθηκε πνιγμένος, αλλά και κατηγορώντας την δική του συμπεριφορά, έλεγαν προς όλους προκειμένου να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους, αλλά και να κρύψουν τα λάθη που αυτοί έκαναν, ότι από βλακεία αυτοκτόνησε το παιδί.
Απτόητοι δηλαδή συνέχισαν να κάνουν τα ίδια με τα προηγούμενα, σαν να μην τους είχε συμβεί τίποτε απολύτως. Πάλι παίδευαν ασύστολα την προβληματική κόρη τους δηλαδή, τον άντρα της, όπως και το μικρότερο εγγονό τους κι εγκλωβισμένοι καθώς επέλεξαν να μένουν στους λανθασμένους λογισμούς τους, τα χρήματα και πάλι προστάτευαν περισσότερο, παρά τους ανθρώπους που είχαν στο σπίτι τους και χωρίς να το υπολογίζουν έφεραν την ευθύνη τους.
Μιχάλης Αλταλίκης