Λογιστής πια ο Μανόλης

  Τα λόγια του Μανόλη μελετώντας όμως, παραδέχτηκα Γιώργο ότι ήταν όντως σοφός. Αν και ήταν μικρότερος από εμένα δηλαδή, αυτά που κρατούσε στις σκέψεις του, ως αντιμετώπιση αυτών που τον χλεύαζαν, εγώ ποτέ μου δεν τα σκέφτηκα.

Απορούσα δηλαδή, για το πως είχε τέτοια στο μυαλό του, που να θυμίζει έμπειρο μαχητή της ζωής, ενώ εγώ ακόμη δεν έφτασα στο σημείο ούτε να σκεφτώ κάτι τέτοιο. Τώρα μόνον και στην ηλικία που βρίσκομαι θα μπόρεσα να δικαιολογήσω μέσα μου μια τέτοια εξειδικευμένη συμπεριφορά σαν αυτή του Μανόλη.

Ωστόσο όμως, δεν έτυχε να τον συναντήσω άλλη φορά στο επόμενο διάστημα κι αφού εγώ ήμουν με στρατιωτική άδεια τότε στο σπίτι μου όπως σου είπα, έφυγα όταν έληξε αυτή κι όπως ήμουν υποχρεωμένος, πήγα να υπηρετήσω το υπόλοιπο της θητείας μου. Τον Μανόλη βέβαια, αρκετές φορές τον έφερα στο μυαλό μου μετέπειτα κι αυτό πάλι, όταν μου τον θύμιζαν οι υπέρβαροι άνθρωποι που συναντούσα στον δρόμο μου.

Πέρασαν όμως κοντά δέκα χρόνια από τότε κι ως εργαζόμενος πλέον εγώ, πήγαινα να συναντήσω κάποιον πελάτη μας για την εταιρεία που εργαζόμουν και στο πεζοδρόμιο που βάδιζα, είδα τον Μανόλη να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε, στάθηκα στην μέση του δρόμου να τον περιμένω, ενώ παρατηρούσα να περπατά όπως πάντα με ανοιχτά τα πόδια αφού η κατασκευή του τον υποχρέωνε να το κάνει έτσι, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να τα έχει συμμαζευμένα.

Είχε αλλάξει πολύ ο Μανόλης κι όπως έβλεπα, ήταν πάνω από δύο μέτρα ψηλός και αρκετά ποιο εύσωμος από ότι τον θυμόμουν στην ηλικία των δεκατριών ετών. Βλέποντας κι αυτός όμως να τον περιμένω, ζόριζε τον εαυτό του να θυμηθεί ποιος είμαι και από που με ήξερε, αλλά μόλις με κατάλαβε, είδα το χαμόγελό του να απλώνεται στο πρόσωπό του.

Δεν θυμάμαι το όνομά σου είπε και με τα βίας σε αναγνώρισα. Κι ενώ έλεγε αυτά, μου άπλωσε το χέρι του να κάνουμε την γνωστή χειραψία μας και τότε ήταν που είδα να εξαφανίζεται η παλάμη μου μέσα στην δική του, αλλά και αστειευόμενος του έλεγα στην συνέχεια, ότι πολύ μεγάλωσε από τότε που για πρώτη μου φορά τον συνάντησα.

Γέλασε βέβαια ο Μανόλης μ’ αυτό που του είπα και με κάλεσε για έναν καφέ, σκοπεύοντας να μου πει εκεί τα νέα του. Τον καφέ μας πίνοντας λοιπόν, μου έλεγε ότι έβγαλε τελικά το νυχτερινό γυμνάσιο, ότι λόγω της σωματικής του διάπλασης, απορρίφθηκε από την υποχρέωση να υπηρετήσει την πατρίδα του ως στρατιώτης κι ότι πράγματι σπούδαζε εκείνο το διάστημα ως λογιστής σε κάποια σχολή.

Μέχρι να πάρω το πτυχίο μου όμως, πρόσθεσε, εργάζομαι ως πορτιέρης σε ένα νυχτερινό κέντρο. Τα βράδια είμαι εκεί λοιπόν και την ημέρα έρχομαι στην σχολή για το πτυχίο του λογιστού. Όπως ακούς κύριε Μιχάλη ανέτρεψα τα πάντα. Πρώτα εργαζόμουν την ημέρα και πήγαινα στο σχολείο την νύχτα, τώρα εργάζομαι την νύχτα και πηγαίνω την ημέρα στο σχολείο.

Τελειώνω όμως φέτος κι έτσι, θα αρχίσω να ψάχνω για μια δουλειά και αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω αν θα την βρω ποτέ, γιατί το πρόβλημά μου όπως βλέπεις έγινε μεγαλύτερο και δεν ξέρω ποιος θα μπορέσει να το ανεχθεί.

Διαφορετικά, θα συνεχίσω ως πορτιέρης και θα ελπίζω να βρω κάποτε κάτι άλλο, γιατί αυτό που κάνω τώρα καθόλου δεν μου αρέσει. Με βλέπουν οι άνθρωποι και φοβούνται μη τους κάνω κακό κι εγώ όπως ξέρεις, ούτε μύγα δεν μπορώ να χτυπήσω.

Είπαμε πολλά ακόμη εκεί με τον Μανόλη κι αφού του εξιστόρησα κι εγώ τα της δικής μου πορείας, χαιρετηθήκαμε και όπως γίνεται συνήθως, πάλι χαθήκαμε. Πέρασαν όμως είκοσι πέντε χρόνια από τότε που πίναμε τον καφέ μας και τον βρήκα να εργάζεται τελικά ως λογιστής πια, σε μια επιχείρηση που εμπορευόταν φρούτα και λαχανικά κι επειδή ήταν και την νύχτα το κατάστημα που εργαζόταν ανοιχτό, ήταν ιδανική εργασία για τον υπερμεγέθη Μανόλη.

Πελάτης κι εγώ λοιπόν στην ίδια επιχείρηση για τις ανάγκες της μονής μας, μια και είχαν την δυνατότητα να κάνουν πωλήσεις και για την χοντρική αγορά αυτοί, πάνω από ένα χρόνο έκανα τις αγορές μου από την συγκεκριμένη επιχείρηση κι επειδή με εξυπηρετούσαν, στέλνοντας τα φρούτα μου στην αποθήκη που διατηρούσα, κανένας λόγος δεν με υποχρέωνε να περνώ από τη επιχείρησή τους.

Άλλωστε, την οικονομική μας υποχρέωση την ανέθεσα στον ταμεία της μονής μας, οπότε, πράγματι δεν είχα λόγο να τους επισκέπτομαι. Κι αφού η δική τους συμπεριφορά ήταν όχι μόνον άριστη, αλλά και πολύ προσεγμένη, μόνον τηλέφωνα τους έκανα κι αυτό πάλι, μόνον για να τους δώσω τις εκάστοτε παραγγελίες μου.

Τις περισσότερες φορές βέβαια, με τον Χρίστο μιλούσα, τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης δηλαδή, αλλά όταν οι ώρες που εγώ ήθελα να κάνω κάποια παραγγελία ήταν τέτοιες που έλειπε αυτός, τότε μιλούσε με τον λογιστή που τον έλεγαν Μανόλη μεν, όμως ποτέ δεν πήγε το μυαλό μου στον Μανόλη της δικής μου αναφοράς. Ούτε και η φωνή του δηλαδή μου τον θύμιζε.

Καρπούζια ήθελα να τους παραγγείλω μια μέρα όμως κι επειδή χρειαζόμουν τουλάχιστον τρις τόνους από αυτά, ήθελα να βεβαιωθώ ότι ήταν έτσι όπως μου τα υποσχόταν ο συνεργάτης μου Χρίστος, οπότε, ακούγοντάς τον να λέει ότι θα ήθελε να μου τα δείξει για να σιγουρευτώ εγώ, πράγματι πήγα να τα δω από κοντά.

Πρώτη μου φορά τους επισκέφτηκα λοιπόν, όπως και πρώτη μου φορά έβλεπα από κοντά και τον Χρήστο δηλαδή κι αφού μου υποσχέθηκε να μην του πληρώσω τα καρπούζια αν δεν ήταν καλά, πράγματι πήρα δυόμισι τόνος μόνον από αυτά που μου υπέδειξε, αφού δεν χωρούσαν τα υπόλοιπα στο φορτηγάκι μας. Κι αυτό όμως, βούλιαξε από το βάρος που του βάλαμε πάνω του.

Απορούσε βέβαια ο Χρήστος, για το πως θα πήγαινα το φορτηγάκι μας μέχρι την Ουρανούπολη με τόσο βάρος και καθοδόν από τα ψυγεία του προς το προσωπικό του γραφείο, τα ίδια μου έλεγε και γελώντας μάλιστα το έκανε, όταν άκουγε να του λέω, ότι η Παναγία μας θα είναι μαζί μου κι ως εκ τούτου τίποτε δεν υπήρχε περίπτωση να μας συμβεί.

Όταν πια μπήκαμε στο γραφείο του, μου σύστησε τον λογιστή του μεν, αλλά κι αμέσως μπήκαμε στην διαδικασία να κόψουμε το τιμολόγιο, γι’ αυτό και δεν μου έμεινε χρόνος να προσέξω καλύτερα τον εύοσμο άνθρωπο που έβλεπα δίπλα του. Ούτε κι εκείνος βέβαια πρόσεξε ιδιαίτερα τον πελάτη που μπήκε στον ιδιαίτερο χώρο τους.

Μου προσέφερε και καφέ όμως εκείνη την στιγμή μια κυρία του καταστήματος κι αυτόν πια πίνοντας με την ησυχία μου, απαντούσα και στα ερωτήματα που είχε στο μυαλό του ο Χρίστος κι αφορούσαν την ζωή των μοναχών. Κι επειδή θέλησε να αστειευτεί με τον υπάλληλό του, μου έλεγε ότι έπρεπε να πάρω μαζί μου τον λογιστή του και να τον κάνουμε μοναχό στο Άγιο όρος.

Αυτόν βλέποντας προσεκτικά λοιπό, τότε μόνον πρόσεξα ότι ήταν αρκετά εύσωμος και τόσο μάλιστα, όσος ήταν ο γνωστός μου Μανόλης, ο οποίος έκρυβε κατά κάποιον τρόπο τον όγκο του, γιατί δεν καθόταν σε κάθισμα, αλλά πάνω σε μια πολύ χαμηλή ξύλινη κατασκευή. Προκειμένου να χωρέσουν δε τα πόδια του στον μικρό σχετικά χώρο του γραφείου που είχε στην διάθεσή του, τα είχε απλωμένα. Το ύψος του υπολογίζοντας στην συνέχεια, ήταν επόμενο πια ότι θα τον αναγνώριζα.

Είχε αλλάξει πολύ από τότε που τον συνάντησα και μου είπε ότι περίμενε το πτυχίο του λογιστού, αλλά και είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν. Αυτά βάζοντας στο μυαλό μου λοιπόν, άργησα να του μιλήσω και βλέποντας αυτός να τον περιεργάζομαι, νόμισε ότι μελετούσα τα κιλά του.

Αυτό υπολογίζοντας δηλαδή, χωρίς να με προσέξει καλύτερα, απαντούσε στο δικό του ερώτημα. Για πόσα κιλά με κάνεις; Εγώ βέβαια δεν έκανα τέτοιες σκέψεις, αλλά αφού ρώτησε, του είπα την άποψη μού και περίμενα να με αναγνωρίσει.

Τί να σου πω Μανόλη; Δεν θα είσαι εκατόν ογδόντα κιλά; Ακούγοντας ο Χρίστος τα κιλά που ανάφερα, γύρισε και με κοίταξε, με φανερή την διάθεση να διαφωνήσει μαζί μου, γιατί υπολόγιζε ελαφρύτερο τον λογιστή του. Από ότι βλέπω πάντως του πρόσθεσα, θα πρέπει να έχασες αρκετά κιλά, γιατί στο πρόσωπό σου αυτό φαίνεται.

Αλήθεια είναι, έλεγε ο Μανόλης χωρίς να με αναγνωρίσει ακόμη, γιατί έχασα ογδόντα κιλά. Τώρα πάντως είμαι διακόσια είκοσι. Ακούγοντας ο Χρίστος τα κιλά του Μανόλη, λίγο έλειψε να πέσει κάτω, από το σπρώξιμο που έκανε στην καρέκλα του για να δει καλύτερα τον υπάλληλό του, γιατί όπως έλεγε μετά, του φάνηκε απίστευτο το βάρος, γι’ αυτό και αυθόρμητα του έγινε λόγος η σκέψη του. Πόσα κιλά ήσουν δηλαδή; Τριακόσια;

Ναι απαντούσε ο Μανόλης ενώ κοιτούσε εμένα και τότε μόνον με αναγνώρισε. Όταν σηκώθηκε όμως να με καλωσορίσει, γέμισε το γραφείο από τον Μανόλη, ο οποίος με πολύ χαρά με υποδεχόταν ενώ έλεγε, ότι ένα χρόνο άκουγε το όνομά μου, αλλά ποτέ δεν πήγε το μυαλό του σ’ εμένα.

Πολύ χαίρομαι που σε βλέπω έλεγε ο Μανόλης κι όταν μου άπλωσε το χέρι του, για δεύτερη φορά χάθηκε η παλάμη μου μέσα στην δική του. Δυσκολεύτηκα να σε αναγνωρίσω κύριε Μιχάλη, πρόσθεσε κατά την συνήθειά του, και απορώ πως δεν το έκανα με το πρώτο που σε είδα. Ένα χρόνο μιλάμε μαζί κι όμως, πρώτη φορά σε βλέπω μετά από είκοσι χρόνια και κάτι αν θυμάμαι καλά, αλλά και άλλαξες πολύ πρέπει να πω.

Κι εγώ βέβαια άλλαξα αν και προς τα πλάγια όπως βλέπεις κι ας είναι καλά ο κύριος Χρήστος που με έχει στην δουλειά του. Εσένα πάντως σε καμιά περίπτωση δεν περίμενα να σε δω εδώ, γιατί από όσα θυμάμαι τώρα, σε κάποια επιχείρηση εργαζόσουν και καλή θέση είχες. Πώς όμως βρέθηκες να ασχολείσαι με τις ανάγκες του μοναστηριού;

Τι να σου πω Μανόλη. Του έλεγα κι εγώ με την σειρά μου. Μεγάλη ιστορία. Μια και βρεθήκαμε όμως, θα έχουμε χρόνο να τα λέμε εδώ τουλάχιστο κι ας μας κοιτάει με ανοιχτό το στόμα ο Χρήστος. Κόβοντας τον λόγο μου αυτός, έλεγε με απορία. Από πότε δηλαδή γνωρίζεστε; Εδώ τουλάχιστον, πρώτη φορά σε είδαμε.

Παλιά είναι η γνωριμία μας απαντούσε ο Μανόλης κι από τότε που εγώ ήμουν δεκατριών ετών. Βρεθήκαμε ακόμη μια φορά πριν από είκοσι πέντε χρόνια και τώρα είναι η τρίτη φορά στην σειρά και πρέπει να σου πω κύριε Χρήστο, ότι πολύ τον συμπαθώ τον κύριο Μιχάλη. Κάναμε καλές κουβέντες μαζί τότε κι ακόμη τις θυμάμαι.

Μια και τον βρήκες πάλι λοιπόν, του έλεγε ο Χρήστος, πήγαινε μαζί του να σε κάνει μοναχό. Όπως σε γνωρίζω πάντως, κατάλληλος είσαι, σύμφωνα πάντα με αυτά που μας είπε πριν ο κύριος Μιχάλης για τους μοναχούς. Εγώ όμως; Τί θα κάνω, αν μου φύγεις εσύ; Οπότε; Καλύτερα να μη σε πάρει από εδώ, για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο.

Σ’ εμένα απευθυνόμενος μετά, μου έλεγε την ιστορία της συνεργασίας του με τον Μανόλη. Που λες κύριε Μιχάλη, έτσι προσέλαβα τον Μανόλη στην επιχείρησή μου. Πορτοκάλια ήρθε να πάρει μια μέρα και χωρίς να το γνωρίζει, μέσα στο κατάστημα ήταν τρείς από αυτούς που μας λήστευαν για Τρίτη φορά.

Έπαιρναν ότι έβρισκαν στο ταμείο κι έφευγαν κάθε φορά, απειλώντας την ταμεία που είχαμε με ένα πλαστικό πιστόλι. Έμοιαζε με αληθινό όμως, οπότε, κανείς από εμάς δεν τολμούσε να κινηθεί εναντίων τους κι ας είμασταν πολλοί.

Ο Μανόλης δούλευε ως πορτιέρης τότε σε ένα νυκτερινό κέντρο, που βρίσκεται εδώ ποιο κάτω και πέρασε να πάρει λίγα πορτοκάλια όπως σου είπα πριν. Την ώρα που έφευγαν οι κλέφτες όμως, έπεσαν πάνω στον όγκο του Μανόλη, ο οποίος μόλις που χωρούσε να περάσει από την πόρτα. Βλέποντάς τον αυτοί λοιπόν, φοβήθηκαν από τον όγκο του, γι’ αυτό και τους έπεσαν τα ψεύτικα πιστόλια από τα χέρια. Τότε μόνον τρέξαμε κι εμείς κοντά τους κι αφού τους πιάσαμε, καλέσαμε όπως έπρεπε την αστυνομία για τα περεταίρω.

Ο Μανόλης μας έσωσε δηλαδή, αλλά κι ακόμη μας σώζει, γιατί κανείς πια δεν μας πλησιάζει. Όσο αυτός είναι εδώ δηλαδή και τον βλέπουν στο ταμείο, τους φεύγει κάθε διάθεση για ληστεία. Κι αν τον βλέπουν κάπου, κάπου να περπατά μέσα στο μαγαζί, παίρνουν ότι έχουν να πάρουν και γρήγορα φεύγουν. Εδώ λοιπόν τον έχουμε συνεχώς, μέρα και νύχτα για την προστασία μας.

Τον πάμε στο σπίτι του να κοιμηθεί και πάλι τον φέρνουμε πίσω. Γι’ αυτό που λες, καλύτερα να μην τον κάνεις μοναχό. Αστειευόμενος βέβαια τα έλεγε αυτά ο Χρήστος, αλλά την αγάπη τους, όπως και τον σεβασμό τους προς τον Μανόλη, φανερά το έδειχναν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *