Η πανταχού παρούσα μέριμνα του Θεού μας 

   Τον κινηματογραφικό Ζορό είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε να κυκλοφορεί με μάσκα στους δρόμους, στην προσπάθειά του να προφυλάξει την ζωή του μεν, από τις κακές προθέσεις αυτών που σε κάθε χρονική περίοδο της ζωής μας εμφανίζονται ως εχθρικοί καταπιεστές των ανθρώπων, αλλά και το δίκαιο των συμπατριωτών του να διεκδικήσει από αυτούς κρύβοντάς τους το πρόσωπό του.

Και τώρα, στις μέρες μας δηλαδή, βλέπουμε να γίνεται εντελώς το αντίθετο. Τους πολιτικούς μας, όπως και τους τύποις γιατρούς και δημοσιογράφους μας να φορούν μάσκες, για να προστατεύσουν αυτοί με την συμπεριφορά τους, τους ίδιους όπως πάντα καταπιεστές των λαών, από τους πρόχειρα και απαίδευτα υπάρχοντας ανθρώπους.

Αυτή όμως είναι μια ευθύνη που δεν βαραίνει μόνον τους παραπάνω φορείς, αλλά όλους μας. Όχι μόνον τους πολιτικούς, τους γιατρούς, τους δημοσιογράφους, ή τους επισκόπους και τους ιερείς μας κατ’ επέκταση. Αλλά όλους μας.

Τόσο αυτούς δηλαδή που δεν δέχονται την ύπαρξη του Θεού στην ζωή μας, όσο κι αυτούς που την δέχονται μεν, αλλά εν μέρη θα πω και μάλιστα όπως αυτοί θέλουν να υπάρχει Αυτός ανάμεσά μας, αλλά και στην καθημερινότητά μας γενικότερα.

Αφορμή δε γι’ αυτό που σας λέω τώρα, μου έδωσε ένα τραγούδι που άκουσα προ ημερών να ερμηνεύει κάποιος από τους τραγουδιστές μας και να λέει μάλιστα πολύ γλαφυρά, αυτό που κάποιος άλλος μάλλον έγραψε. Εγώ τον θεό μου τον θέλω αλήτη, έλεγε, και να φεύγει κρυφά την νύχτα από το σπίτι.

Από την στιγμή όμως που ο καθένας από εμάς θέλει να έχει την δική του άποψη περί Θεού, ότι κι αν σκέφτεται, ότι κι αν κάνει, ότι κι αν μεθοδεύει, όλα είναι λάθος, γιατί δεν θέλει να δει την αλήθεια όπως είναι, αλλά να ζει με την αλήθεια που αυτός έπλασε με το μυαλό του.

Κι επειδή κάπως έτσι ζούμε όλοι μας, δικαιολογημένα πια ευθυνόμαστε όλοι για όσα μας προκύπτουν, αφού απερίσκεπτα ζούμε κι όπως στον καθένα μας βολεύει να το κάνει.

Και τί παραπάνω θα έπρεπε να κάνει ο Θεός γι’ εμάς δηλαδή από αυτά που ήδη έκανε κι ακόμη κάνει προκειμένου να μας φέρει στα συγκαλά μας, αφού εμείς συνεχίζουμε να κάνουμε κατάχρηση της ελευθερίας που μας έδωσε κι αντί να επιλέγουμε την αλήθεια και μόνον την αλήθεια στην ζωή μας, εμείς επιλέγουμε να τρέχουμε πίσω από το ψέμα, βαφτίζοντάς το αλήθεια, για να δικαιολογήσουμε πολύ απλά την απιστία μας προς τον Θεό;

Αν δεν ψάξουμε να βρούμε την κριμένη πραγματική αλήθεια ανάμεσα στα ψέματα που την σκεπάζουν πάντως, κακό του κεφαλιού μας θα πω, γιατί αυτό κάνουμε αυτήν την στιγμή κι όλοι μαζί μάλιστα.

Αν πράγματι θέλαμε να ζούμε την ζωή μας, με την συμμετοχή του Θεού σ’ αυτήν κι αν μαθαίναμε πως να το κάνουμε αυτό σωστά, η ζωή μας ασφαλώς και δεν θα ήταν ίδια με την σημερινή.

Και πολιτικούς θα είχαμε σωστούς, όπως θα είχαμε και γιατρούς σωστούς, αλλά και δημοσιογράφους αξιόπιστους. Κι επισκόπους βέβαια θα είχαμε πιστούς, όπως και ιερείς τέτοιους και όλοι τους θα ήθελαν να γνωρίσουν την αλήθεια του Θεού, βλέποντας και την δική μας σωστή συμπεριφορά.

Από αυτό το σημείο δηλαδή και μετά θα πρέπει να δούμε ξανά το όλο θέμα, γιατί κοιμηθήκαμε όπως φαίνεται και αντί να ζούμε στην πραγματικότητα, εμείς ζούμε στις φαντασίες μας, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να διακρίνουμε την αλήθεια.

Και μια σχετική ιστορία θα σας αναφέρω παρακάτω, με θέμα πάντα την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχουμε προς τον Θεό και πατέρα μας, όπως και την δική Του δυνατότητα να συμμετέχει στα προβλήματά μας, μεριμνώντας Αυτός για όσα ανά πάσα στιγμή μας απασχολούν.

Κι ασφαλώς μπορεί να ανατρέψει κάθε είδους κακού που κινείτε εναντίον μας, ή μας προβληματίζει, όσο δύσκολο κι αν είναι όσο επικίνδυνο κι αν είναι, όσο θανατηφόρο κι αν είναι για την δική μας ανθρώπινη υπόσταση, αλλά όταν κι Αυτός βλέπει βέβαια, την δική μας ειλικρινή διάθεση να τον εμπιστευτούμε όχι με τα λόγια, αλλά μέσω των ενεργειών μας.

Μελετώντας λοιπόν αυτήν την ιστοριούλα, πολύ εύκολα θα καταλάβουμε όλοι, πως είναι και πως ακριβώς λειτουργεί η μέριμνά Του και πόσο απλόχερα μας την παραχωρεί.

Και γραμμένη είναι αυτή ιστορία πρέπει να σας πω και μάλιστα στο γεροντικό της ερήμου του Σινά. Μπορείτε να την βρείτε κι εσείς εκεί αν θέλετε και σε κάποιον ηλικιωμένο ερημίτη αναφέρεται, ο οποίος, ζούσε μαζί με τον υποτακτικό του, τον μαθητευόμενο μοναχό δηλαδή, κάπου μέσα στην έρημο του Σινά.

Εκεί λοιπόν, μόνον με ψωμί και νερό τρεφόταν οι ασκητές κι αυτό πάλι, όταν κάποιος τους το έφερνε μια φορά τον μήνα, όπως είχε ρυθμιστεί από τους υπόλοιπους μοναχούς που επίσης  ζούσαν εκεί και διάσπαρτα τοποθετημένοι.

Τριάντα ψωμιά τους άφηνε εκεί ο τροφοδότης τους και ήταν τόσα αυτά, ώστε να περάσουν οι δυό τους έναν ολόκληρο μήνα. Ο γέροντας όμως, είχε μια μόνιμη συνήθεια, που έκανε τον μαθητευόμενο να αγωνιά κάθε τόσο, από φόβο μη τους λείψουν τα ψωμιά και τι θα έκαναν μετά, αφού όπως ήταν λογικό, δεν υπήρχε τρόπος να τα συμπληρώσουν από κάπου αλλού.

Και με το δίκαιό του θα λέγαμε είχε αυτήν την ανησυχία, γιατί όποιος περνούσε από την καλύβα τους για προσκύνημα, ή για να δει έστω πως ζούσαν στην έρημο οι ασκητές, τους έδινε ο γέροντάς του κι ένα ψωμί να έχουν μαζί τους φεύγοντας, μη τυχόν και πεινάσουν οι άνθρωποι καθ’ οδόν και πού θα έβρισκαν ψωμί μέσα στην έρημο;

Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που έκανε τον μαθητευόμενο να ανησυχεί, αφού δραματικά όπως έβλεπε τελείωναν τα ψωμιά τους κάθε φορά. Δεν τους τελείωναν εντελώς βέβαια, όπως και πάλι το διαπίστωνε, αφού αυτός τα τακτοποιούσε μέσα σε ένα ντουλαπάκι για να μένουν προφυλαγμένα.

Η ανησυχία του όμως, του έγινε βραχνάς θα λέγαμε, γι’ αυτό και συνεχώς έκανε παράπονα στον γέροντά του για την ευκολία που είχε αυτός να μοιράζει απερίσκεπτα τα ψωμιά τους κι επειδή συνεχιζόταν το κακό που έβλεπε, είπε μια μέρα στον γέροντά του.

Καλό θα ήταν γέροντα, να μοιράσουμε τα ψωμιά μας την επόμενη φορά που θα μας τα φέρουν κι ο καθένας ας τρώει από τα δικά του μόνον κι αν του περισσεύουν, τότε ας τα μοιράζει στους περαστικούς αν θέλει.

Πρόθημα δέχθηκε το αίτημά του ο γέροντας κι όταν τελικά τους έφεραν τα νέα ψωμιά, πάλι του θύμισε ο μαθητευόμενος την συμφωνία τους, για να σιγουρέψει την επιθυμία του, αλλά κι ο γέροντας, καλοσυνάτα του είπε. Κάνε ότι θέλεις εσύ παιδί μου.

Χώρισε λοιπόν ο μαθητευόμενος τα ψωμιά τους με την άδειά του γέροντα του κι όπως έπρεπε, δεν ανησυχούσε πλέον, γιατί τα δικά του τα φύλαγε σε άλλο σημείο της καλύβας τους κι έτσι ήταν ξεκάθαρος πια απέναντι σ’ αυτά που συμφώνησαν οι δυό τους.

Από εκεί και μετά δηλαδή, ο γέροντάς του έπρεπε να σκέφτεται πια, αν θα μοίραζε τα δικά του ψωμιά στο εξής, ή όχι, γιατί διαφορετικά, αυτός θα έμενε νηστικός, μέχρι να τους φέρει τα επόμενα ο προμηθευτής τους.

Παραμένοντας ήσυχος λοιπόν ο μαθητευόμενος, έτρωγε μόνον από τα δικά του ψωμιά βέβαια και κάθε τόσο μεμφόταν κατά κάποιο τρόπο τον γέροντά του, όταν τον έβλεπε να κάνει τα ίδια, μοιράζοντας τα δικά του δηλαδή.

Δώσε, δώσε, του έλεγε από μέσα του κι όταν τελειώσουν τα ψωμιά σου, τότε να δούμε που θα βρεις άλλα. Να όμως που τελείωσαν του μαθητευόμενου πρόωρα και μάλιστα πολύ νωρίτερα από το τέλος του μήνα, οπότε, αυτός θα έμενε νηστικός όπως έδειχνε το πράγμα.

Κι αφού ο γέροντάς του συνέχιζε να μοιράζει τα δικά του, λογικά σκεπτόμενος έλεγε στον εαυτό του, ότι ούτε και στον γέροντα θα είχε μείνει έστω κι ένα ψωμί για τους δυό τους. Αυτά βάζοντας με το μυαλό του λοιπόν, του πέρασε η ιδέα να ζητήσει από αυτόν λίγο ψωμί έστω αν είχε, αλλά και ντρεπόταν να το κάνει.

Μετά από λίγες μέρες όμως, πάλι ήρθε ένας επισκέπτης στην καλύβα τους κι όταν ήρθε η ώρα να φύγει, έλεγε ο γέροντας στον μαθητή του. Δώσει βρε παιδάκι μου εσύ ένα ψωμί από τα δικά μου στον επισκέπτη μας, γιατί θα φύγει τώρα.

Πήγε βέβαια ο μαθητευόμενος να εκτελέσει την εντολή του, αλλά και μέχρι να ανοίξει το ντουλαπάκι, έλεγε μέσα του. Μετά από τόσα που μοίρασες, σιγά να μην σου έμεινε έστω κι ένα ψωμί. Και αλίμονό μας τώρα, γιατί θα μείνουμε νηστικοί πολλές μέρες ακόμη.

Ανοίγοντάς το όμως, έκπληκτος έβλεπε να είναι γεμάτο αυτό από ψωμιά και μάλιστα ζεστά. Σαν να τα έφερε δηλαδή κάποιος, εκείνη την στιγμή από τον φούρνο. Βλέποντάς το αυτό ο μαθητής της ένθεης ζωής, άφωνος έμεινε όπως θα λέγαμε.

Πήρε λοιπόν ένα από αυτά και το έδωσε όπως έπρεπε στον επισκέπτη τους, αλλά και με κατεβασμένο το κεφάλι από ντροπή για όσα έκανε, όπως και για όσα σκέφτηκε, πλησίασε τον γέροντά του όταν έμειναν μόνοι τους κι αυτά του έλεγε με τρεμάμενη φωνή, αναγνωρίζοντας κι ο ίδιος την έλλειψη εμπιστοσύνης κι απιστίας που έδειξε αυτός προς τον Θεό μας για την αμέριστη μέριμνα που Αυτός προσφέρει σε όσους λογικά αφήνουν την ζωή τους στα χέρια Του όπως είπαμε.

Γέροντα; Να βάλουμε πάλι τα ψωμιά μας μαζί όταν μας τα φέρουν; Και τί του είπε αυτός, που πράγματι ήταν Γέροντας; Ναι παιδί μου, κάνε όπως εσύ θέλεις.

Είδατε τώρα πως ενεργεί η μέριμνα του Θεού σε όσους την θέλουν; Σ’ αυτήν έπρεπε να μας στέλνουν οι επίσκοποι μας κι όχι να μετατρέπουν τις εκκλησίες μας σε αμφιβόλου αξίας εμβολιαστικά κέντρα.

Εγώ όμως θα σας συνιστούσα πολύ φιλικά, ή αδελφικά αν προτιμάτε, να βρείτε το γεροντικό της ερήμου και να το διαβάζετε στα σπίτια σας, γιατί πολλά έχουν να σας διδάξουν για την μέριμνα και συμμετοχή του Θεού στην ζωή μας, όπως και πως είναι κι εφαρμόζεται η Ορθοδοξία.

Αυτό το βιβλίο σας προτείνω, γιατί αυτό έχω κι εγώ στο σπίτι μου και συχνά το επισκέπτομαι, γιατί πράγματι μας διδάσκει πολλά. Εκεί λοιπόν και σ’ αυτό θα δείτε και πολύ καθαρά μάλιστα, πόσο μακριά από την πραγματικότητα ζούμε εμείς, που πράγματι θέλουμε να είμαστε κοντά στον Θεό κι από αυτά θα καταλάβετε, γιατί αναγκάζομαι να λέω κι εγώ τόσα πολλά για τους επισκόπους μας, που τίποτε από τα αναφερόμενα δεν εφαρμόζουν στην πράξη.

Και φορτωμένοι καθώς είναι από εγωισμό και υπερηφάνεια όπως κι από αρκετή υπεροψία, λόγω της εξουσίας που επωμίζονται από τις Άγιες επισκοπικές τους έδρες, αδυνατούν να δουν την αλήθεια, γι’ αυτό και σκορπίζουν τους πιστούς αντί να τους γαλουχήσουν Ορθόδοξα κατά την υποχρέωσή τους.

Αν είχαν το φρόνημα του γέροντα της παραπάνω αναφοράς ασφαλώς και δεν θα υπήρχαν μόνον οι στολές τους κατά τις εμφανίσεις τους στους ναούς, θα ήταν και οι ίδιοι εκεί να τις υποστηρίζουν με το παράδειγμά τους.

Από όσους εγώ τουλάχιστον γνώρισα επισκόπους, μόνον ένας είχε το θάρρος να παραδεχτεί τα παραπάνω, όταν μου έδωσε την ευκαιρία να του εκθέσω τους λογισμούς μου. Και ξέρετε τί μου είπε στο τέλος; Κύμβαλα αλαλάζοντα είμαστε κύριε Μιχάλη και τίποτε παραπάνω.

Δεν έχουμε δηλαδή την κατάλληλη πνευματική κατάρτιση, να υποστηρίξουμε στην πράξη αυτά που ο γέροντας της αναφοράς σου έκανε. Και πρέπει να σου πω, ότι κι εγώ διάβασα στο γεροντικό την ίδια ιστοριούλα, αλλά δυσκολεύομαι να την εφαρμόσω όπως πρέπει.

Έχουμε μεν εμείς επιστημονικού επιπέδου γνώσεις και από δυό και τρία πτυχία ο καθένας βέβαια, αλλά όχι τέτοιες γνώσεις όπως του γέροντα, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να κατευθύνουμε σωστά το ποίμνιο που μας εμπιστεύεται. Κατάλαβες κύριε Μιχάλη;

Απεβίωσε όμως αυτός ο επίσκοπος και δεν ξέρω να σας πω, τί θα έκανε τώρα αν ζούσε με τα θέματα που μας προέκυψαν και σαν τα πρόβατα προς σφαγή στέλνονται οι πιστοί από τους επισκόπους μας να εμβολιασθούν.

Και αντί να ανησυχούν για την τύχη των εμβολιασμένων, μέμφονται αυτούς που αντιδρούν ακόμη για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό τους, γιατί όπως το πληροφορήθηκαν, δεν θέλουν να γίνουν πειραματόζωα, ή να ζουν ως τέτοια στον υπόλοιπο χρόνο της ζωής τους.

Κι αφού δεν κάνουν τίποτε οι επίσκοποί μας γι’ αυτούς που εμβολιάστηκαν, δυό υποχρεώσεις έχουν απομείνει σ’ αυτούς αν βέβαια θέλουν να κάνουν κάτι καλό στον εαυτό τους. Να πάψουν πρώτα να ρίχνουν ευθύνες στους ανεμβολίαστους, για την άρνησή τους να εμβολιασθούν, αντιλαμβανόμενοι κι αυτοί την κομπίνα που στήθηκε εναντίων των ανθρώπων.

Να τρέξουν δε όλοι οι εμβολιασμένοι και να μπουν τώρα κιόλας στην πρώτη εκκλησία που θα βρουν μπροστά τους, όπου και να σταθούν γονατιστοί μπρος στην εικόνα του Χριστού μας και να του πουν πολύ απλά και ειλικρινά.

Συγχώρα μας Χριστέ μας, για την απερισκεψία που κάναμε και ακούσουμε τους πολιτικούς μας, τους επίορκους γιατρούς μας και δημοσιογράφους του συστήματος, τους πολύ πρόχειρους επισκόπους και κάναμε ένα πειραματικό, δήθεν εμβόλιο, με άγνωστες συνέπιες για όλους μας και ξεχάσαμε την μέριμνα που Εσύ υποσχέθηκες για όσα αφορούν την ζωή μας.

Τώρα καταλάβαμε το λάθος μας, γ’ αυτό Εσύ και πάλι φρόντισε ώστε να μη μας συμβούν όλα αυτά που ακούμε από σοβαρές ιατρικές πηγές και δεν τα δώσαμε την ανάλογη προσοχή.

Θεώρησε ότι όντως ανόητα ενεργήσαμε κι όχι προσβλητικά προς το πρόσωπό σου, γι’ αυτό, μη μας εγκαταλείψεις στα χέρια αυτών που δεν ξέρουμε τί περισσότερο κακό ακόμη έχουν βάλει με το μυαλό τους να επιφέρουν εναντίων μας.

Τέτοια και παρόμοια λοιπόν να πείτε στον Χριστό μας, μήπως και λάβει στα σοβαρά το αίτημά σας και σας γλιτώσει από αυτά που σας περιμένουν και ποτέ δεν τα υπολογίσατε ως αληθινά.

Και πες τε μου τώρα αν είστε ειλικρινείς. Εγώ έπρεπε να λέω αυτά που αφορούν την πανταχού παρούσα μέριμνα του Θεού;

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *