Η πρώτη μου επαφή με το άγνωστο

mixail-150x1501    Το χρονικό διάστημα που κτιζόταν το σπίτι μας, όπως προανέφερα, έζησα κάτι πολύ τρανταχτό, το οποίο και απέδωσα σε παρέμβασή της Παναγίας μας από συνήθεια, αφού δεν ήξερα σε ποιον άλλον θα μπορούσα να το αποδώσω.

   Αυτό έγινε τότε πού είχαν τελειώσει οι τέσσερις τοίχοι του πρώτου ορόφου, πάνω στους οποίους έριξαν οι χτίστες και το γνωστό σενάζι, το τσιμεντένιο διάζωμα που μπαίνει εκεί για να στηρίξει τους τοίχους μεταξύ τους, αλλά και για να τοποθετηθούν σε επίπεδη επιφάνεια τα ξύλινα δοκάρια για το πάτωμα.

   Ενώ οι χτίστες περίμεναν να στεγνώσει καλά αυτό το τσιμεντένιο διάζωμα, πριν αρχίσουν να σηκώνουν πάνω από αυτό τον δεύτερο όροφο, όλα τα παιδιά της ηλικίας μου ανέβαιναν εκεί πάνω και έτρεχαν, όταν έπαιζαν κυνηγητό μεταξύ τους, φέρνοντας άφοβα βόλτα τους τέσσερις τοίχους και πάλι κατέβαιναν.

 Δεν ξέρω γιατί, αλλά εγώ φοβόμουν να κάνω το ίδιο, γι’ αυτό και όταν κυνηγούσα κάποιον για τους ίδιους λόγους, ποτέ δεν τον ακολουθούσα όταν αυτός ανέβαινε στον τοίχο προκειμένου να γλιτώσει από μένα, μέχρι που μια μέρα είπα στον εαυτό μου.

 – Μέχρι πότε θα φοβάμαι να το κάνω αυτό; Και αφού το αποφάσισα, ανέβηκα στο πεζούλι και ακολούθησα αυτόν πού έτυχε τότε να κυνηγώ.

 Όταν βρέθηκα πάνω σε κείνο το πεζούλι ασφαλής, σκέφτηκα ότι κακώς το φοβόμουν, γι’ αυτό και άρχισα να τρέχω ποιο ελεύθερα πίσω από τον συνομήλικό μου, αν και ποτέ μου δεν τον έφτασα.

 Έτρεξα λοιπόν την πρώτη πλευρά του τοίχου, πήρα και την πρώτη στροφή σχετικά εύκολα και στην επόμενη πλευρά έτσι όπως έτρεχα, δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, αλλά έχασα την ισορροπία μου και γέρνοντας το σώμα μου, έπεφτε αυτό ανεξέλεγκτο πλέον προς τα κάτω και προ την εξωτερική πλευρά του τοίχου, προς στο χώρο του οικόπεδου δηλαδή.

 Βλέποντας ότι πέφτω με το κεφάλι προς τα κάτω και πάνω σε μια στοίβα από πέτρες, πού ήταν εκεί για το χτίσιμο τού τοίχου, άκουσα τον λογισμό μου να λέει με κάποιο παράπονο.

 – Κρίμα Θεέ μου, μικρός θα πεθάνω.

 Ήμουν σίγουρος ότι θα πεθάνω, αφού πέφτοντας, θα έσπαζα το κεφάλι μου πάνω σε κείνες τις πέτρες. Την στιγμή που έκανα εγώ εκείνη την διαπίστωση, βρισκόμουν σε οριζόντια θέση και λίγο παρακάτω σε σχέση με το πεζούλι του τοίχου. Τα πόδια μου αν και ακουμπούσαν ακόμη σ’ αυτό, θα ακολουθούσαν σε λίγο το βάρος του σώματός μου, αφού αυτό με τραβούσε προς τα κάτω. Κι εφόσον ήταν αδύνατον να το επιστρέψω, δεν είχα παρά να δεχθώ αυτό που από μακριά φαινόταν, ότι δηλαδή, θα πεθάνω μικρός.

 Αντί να γίνει αυτό που φοβήθηκα όμως, βγήκε από το πουθενά ένας πολύ δυνατός, όσο και περίεργος αέρας, που σταμάτησε τα πάντα στην θέση που βρισκόταν. Είχε κατεύθυνση από κάτω προς τα πάνω και δεν έμοιαζε καθόλου με τον αέρα που ξέρουμε, γιατί όταν φυσάει τόσο δυνατά ο γνωστός σε μας αέρας, σου κόβει την αναπνοή και τρελαίνει τα δένδρα με την δύναμη του. Επειδή μου έκανε μεγάλη εντύπωση εκείνη η ξαφνική εμφάνιση του αέρα, δεν ξέρω πως, αλλά βρήκα χρόνο εγώ πέφτοντας προς τα κάτω και κοίταξα τα δένδρα. Τα είδα να παραμένουν ασάλευτα και ούτε ένα φύλλο τους δεν κουνιόταν. Παραξενεύτηκα με όσα έβλεπα, αλλά πιο πολύ παραξενεύτηκα, όταν με πολύ μεγάλη έκπληξη διαπίστωσα, ότι είχα σταματήσει ξαπλωμένος πάνω σ’ αυτόν τον περίεργο αέρα, ο οποίος δεν μου επέτρεπε να πέσω κάτω, όπως θα έπρεπε.

 Τα πόδια μου όπως είπα, ήταν με τις μύτες να ακουμπούν στο πεζούλι του τοίχου, ενώ το σώμα μου παρέμενε τεντωμένο προς τα εμπρός και προς τα κάτω. Έχοντας τα χέρια μου και αυτά τεντωμένα, ήμουν σαν την θέση της βουτιάς στο νερό. Εκείνος ο περίεργος αέρας όμως, είχε πολύ μεγάλη πυκνότητα και αυτή πάλι ήταν τέτοια, που μου επέτρεπε να στηρίζομαι με ανοιχτές τις παλάμες μου πάνω του. Το άγγιγμα δε αυτού του αέρα ήταν τέτοιο, που δεν βρίσκω με τι να το συγκρίνω, ώστε να σας το περιγράψω.

 Αφού έμεινα έτσι μετέωρος για λίγο και πείστηκα πλέον ότι δεν πέφτω, μου είπε ήρεμα ο λογισμός μου.

 – Γιατί δεν πατάς στον αέρα με τα χέρια, έτσι όπως κάνουμε όταν ανεβαίνουμε σε σκάλα και να σηκωθείς;

 Ούτε που μπορούσε να περάσει αυτό από το μυαλό μου, αφού κανείς και τίποτε δεν μπορεί να στηριχθεί στον αέρα. Επειδή όμως αυτό ήταν ήδη μια πραγματικότητα, πατώντας με τις παλάμες μου όπως μου είπε, μια με το ένα και μια με το άλλο χέρι και στηριζόμενος στον αέρα όπως κάνουμε στα σκαλοπάτια, σηκώθηκα και έμεινα πατώντας με τα πόδια όρθιος πλέον πάνω στο πεζούλι.

 Φοβήθηκα δε τόσο πολύ με ό,τι έγινε, γι’ αυτό και έπεσα μπρούμυτα. Ξάπλωσα πάνω στο πεζούλι και έμεινα εκεί και στην ίδια θέση για καμιά ώρα περίπου, ελπίζοντας να με δει κάποιος από τους μεγάλους, ώστε να έρθει και να με κατεβάσει. Επειδή όμως κανείς δεν φαινόταν, άφησα κατά μέρους τους φόβους μου και κατέβηκα μόνος μου από κει, αρκουδίζοντας όμως. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, χάρηκα εγώ που γλίτωσα, αλλά και πάγωσα από το φόβο μου και δεν ανέβηκα ποτέ ξανά σε κείνο το πεζούλι, όσο και αν με κορόιδευαν οι συνομήλικοι μου.

 Δεν ξέρω τι μπορεί να βάζετε εσείς με τον νου σας, αλλά εγώ με πολύ σεβασμό, ως παρέμβαση της Παναγίας μας καταλόγισα εκείνο το γεγονός. Όπως έκανα πάντα όμως, μετά από κάθε τέτοια μικρή, ή μεγάλη παρέμβαση που ζούσα μαζί Της, πάλι ρωτούσα τον εαυτό μου.

 – Γιατί άραγε μου συμβαίνουν όλα αυτά;

 Όσο κι αν ρωτούσα όμως, απάντηση ποτέ δεν έπαιρνα από πουθενά και από κανέναν. Το μόνο που μπορώ να πω εγώ, είναι ότι, έστω και χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο, προστατεύτηκα τότε και ως προστατευμένος, έχω την υποχρέωση να το αναφέρω και όχι μόνο αλλά και να ευχαριστήσω την Παναγίας μας που μέσω της εικόνας Της, αυτής της Ζωοδόχου πηγής, καταδέχτηκε και συμπεριέλαβε και μένα στον κατάλογο όσων θέλει Αυτή να προστατεύει.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *