Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, πέρασε ο καιρός και όπως ήταν στην σειρά, πλησιάσαμε τον μήνα Απρίλιο του 1967 και μαζί με αυτόν, ήρθε και ο καιρός να με καλέσουν στον στρατό, όπως μου το δήλωνε ένα γράμμα που έλαβα από την στρατιωτική διοίκηση της περιοχής μας.
Με καλούσαν να παρουσιαστώ τον Οκτώβριο σε κάποια μονάδα, αλλά λόγο του ότι είχα απολυτήριο από το εξατάξιο γυμνάσιο, μου ζητούσαν να απευθυνθώ το συντομότερο δυνατόν στην ως άνω διοίκηση, προκειμένου να πάρω από εκεί νέες οδηγίες για το που θα έπρεπε να παρουσιαστώ.
Το περίμενα αυτό το κάλεσμα αφού βρισκόμουν στην προβλεπόμενη γι’ αυτόν τον σκοπό ηλικία, γι’ αυτό και δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα. Την επομένη μέρα κιόλας, επισκέφτηκα το αρμόδιο γραφείο και όπως ήταν αναμενόμενο, πήρα από εκεί τις νέες πλέον οδηγίες για το που έπρεπε να παρουσιαστώ και αυτές όπως οριζόταν στα έγγραφα που μου έδωσαν, με οδηγούσαν στην Κόρινθο για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Αφού πήρα στα χέρια μου τις νέες οδηγίες, δεν μου έμενε να κάνω τίποτε άλλο πλέον, εκτός από το να αποδεχθώ με χαρά εκείνη την υποχρέωση που έπρεπε να έχω σαν καλός πολίτης αυτής της ένδοξης πατρίδας. Έτσι λοιπόν και όπως έκαναν όλα τα παιδιά της ίδιας ηλικίας με μένα, όντως και αποδέχτηκα τότε και μάλιστα με την δέουσα χαρά το κάλεσμα της στράτευσής μου.
Εκείνο που με απασχολούσε όμως, δεν ήταν η στράτευση μου, αφού αυτήν την περίμενα και ήρθε όπως είδατε στην ώρα της. Με προβλημάτιζε και μάλιστα πάρα πολύ, το τι θα έκανα με κείνες τις χιονίστρες στα χέρια που ποτέ δεν με εγκατέλειπαν και εξαιτίας τους, απορούσα για το πως θα μπορούσα να ανταπεξέλθω των στρατιωτικών μου υποχρεώσεων, όταν πια θα ήμουν στρατιώτης.
Ήταν μεγάλος μπελάς για μένα εκείνες οι χιονίστρες και θαρρείς ότι το έκαναν επίτηδες εκείνη την χρονιά, αφού τις είχα ακόμη στα χέρια όπως και στα πόδια, αν και βρισκόμασταν στα μέσα της άνοιξης. Φοβόμουν όπως καταλαβαίνετε να παρουσιαστώ μ’ αυτές στα χέρια, μη τυχόν και εξαιτίας τους με απορρίψουν από τον στρατό και αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελα να το υποστώ.
Αυτό το ενδεχόμενο όντως με προβλημάτιζε, αφού από τις αρχές του Οκτώβριο έκαναν την εμφάνιση τους οι χιονίστρες στα δάχτυλα μου και ήταν τέτοια η εμφάνιση τους, που από κανέναν δεν θα μπορούσα να τις κρύψω. Αυτά σκεφτόμουν εκείνο το διάστημα και περίμενα με πολύ υπομονή, το πότε θα έρθει ο καιρός της στράτευσης μου. Μέχρι να γίνει αυτό λοιπόν, έπαψε να με απασχολεί οτιδήποτε άλλο, αφού για δύο χρόνια θα ήμουν ευχαρίστως, στην διάθεση της πατρίδας μου.
Ενώ λοιπόν εγώ βρισκόμουν στην αναμονή αυτής της υποχρέωσης, έβλεπα τους ανθρώπους να είναι και πάλι πολύ απασχολημένοι με τα πολιτικά, όπως και με τους πολιτικούς. Με την δικαιολογία ότι πρέπει να μας απασχολούν τα κοινά, έτρεχαν και τότε πίσω από τους κάθε λογής κόμματος, πολιτικούς.
Ούτε κι εγώ λέω ότι πρέπει να αδιαφορούμε για τα κοινά, αφού από μας εξαρτάται η διαμόρφωση τους προς το καλύτερο, ή προς το χειρότερο και όχι μόνον αυτό, αλλά και έμπρακτα επιβάλλεται να συμμετέχουμε γι’ αυτόν τον σκοπό, αφού αδιαφορώντας γι’ αυτά, είναι σαν να θέλουμε να ζούμε όλοι μαζί, ανάμεσα σε βρομιές και σκουπίδια.
Για να αποφύγουμε όμως αυτό το ενδεχόμενο, επιβάλλεται η άδολη συμμετοχή όλων μας σ’ αυτόν τον σκοπό, αφού μόνον έτσι μπορούμε να διαμορφώσουμε την ζωή μας ικανά να είναι όντως και παντοιοτρόπως χρήσιμη για όλους και για όλα εξίσου.
Εξίσου και για όλους όμως, αφού αυτό και μόνον αυτό αρμόζει σε εξελιγμένους ανθρώπους να απαιτούν ως κοινό ζητούμενο, από τον εαυτό τους πρώτα, αλλά και από τούς πολιτικούς μας βεβαίως. Αυτοί πάλι από την θέση που κατέχουν, θα έπρεπε όχι μόνον να εγγυώνται την έμπρακτη εφαρμογή του, αλλά και να το εξασφαλίζουν με την προσωπική τους ευθύνη έπρεπε.
Εφαρμόζετε όμως αυτό;
Αν ήθελαν να το εφαρμόσουν, θα σας ενδιέφερε άραγε να μάθετε; Ποιοι είναι; Πόσοι είναι; Πως τους λένε; Από που κατάγονται; Και σε ποιο κόμμα ενδεχομένως ανήκουν, ή αν υπάρχει ουσιώδης λόγος να ανήκουν σε κάποιο κόμμα;
Είδατε όμως εσείς ποτέ να εφαρμόζεται κάτι τέτοιο από τους εκάστοτε πολιτικούς μας; Είδατε ποτέ κάποιον απ’ αυτούς να μας διοικεί μ’ αυτόν τον τρόπο; Είδατε ποτέ κάποιον απ’ αυτούς που δήθεν μας κυβερνούν, να εγγυάται με προσωπική ευθύνη και τις διατάξεις του νόμου, περί απάτης και προδοσίας του λαού και της πατρίδας μας; Είδατε ποτέ να πληρώνει κάποιος από αυτούς, για όσα εσκεμμένα, ή από δικό του λάθος πάθαμε όλοι εμείς και εξαιτίας αυτού, δεν μπορούμε να γλυτώσουμε από όσα μας επεβλήθησαν και ακόμη μας επιβάλλονται;
Όταν λοιπόν συνεχώς μας διοικούν ανεύθυνοι πολιτικοί, είναι δυνατόν να περιμένουμε από αυτούς την καλυτέρευση της ζωής μας; Αφού κατάφεραν όμως όλοι αυτοί οι ανεύθυνοι, να μας φορτώσουν ένα κάρο ευθύνες στην πλάτη μας και αφού μας κατευθύνουν προς το να μην ξέρουμε τι πρέπει να θέλουμε, ή δεν μας αφήνουν να καταλάβουν, ότι τα πολιτικά, όπως και οι πολιτικοί, δεν είναι στην θέση τους για να συμπαρασταθούν στην δική μας ζωή, μας αποπροσανατολίζουν στην συνέχεια με ψεύτικες υποσχέσεις, που ποτέ δεν πρόκειται να υλοποιήσουν, αφού άλλοι βρίσκονται καλά κριμένοι πίσω από αυτούς και αυτοί αποφασίζουν για τις δικές μας τύχες.
Αν πράγματι ήθελαν να συμπάσχουν μαζί μας για την καλυτέρευση της ζωής μας και αν πράγματι είναι μόνοι τους εκεί και μπορούν να το κάνουν αυτό, θα τα έβρισκαν κάποια στιγμή μετά από τόσα χρόνια λανθασμένων ενεργειών και δεν θα έκαναν τα ίδια εκεί μέσα που μαλώνουν τάχα μεταξύ τους, αυτοί οι δήθεν διαιρεμένοι κομματικά και πολιτικά για τα δικά μας συμφέροντα και δεν θα υπέγραφαν στα κρυφά και τα μεσάνυχτα νόμους καταδίκες για τον λαό, που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται.
Όπως λοιπόν γίνεται πάντα, έτσι και τότε, είχαμε πολύ μεγάλη πολιτική αναταραχή εκείνο το διάστημα και σε κάθε γωνιά του δρόμου υπήρχε και ένα πολιτικό γραφείο, όπου με την ένταση των ηχητικών μηχανημάτων τους στην διαπασών, διαλαλούσε ο καθένας από την πλευρά του, τις δικές του πολιτικές ιδεολογίες, αναγκάζοντας εκείνη την πολύπαθη λέξη που την αποκαλούμε δημοκρατία, να καταντά λαστιχομαστίχη για όλα τα γούστα.
Δεν υπήρχε λοιπόν, ούτε μικρή, αλλά ούτε και μεγάλη πλατεία ελεύθερη στην πόλη μας, που να μην είναι γεμάτη από οπαδούς κομμάτων, που με πολύ φανατισμό χειροκροτούσαν εκεί όταν τους μιλούσε ο πολιτικός τους αρχηγός, έστω και αν τίποτε δεν άκουγαν από αυτά που τους έλεγε.
Περνώντας τυχαία από μια τέτοια πλατεία, στάθηκα για λίγο να ακούσω, τι έλεγε τουλάχιστον εκείνος ο πολιτικός, που με πολλές κινήσεις των χεριών του απευθυνόταν στους συγκεντρωμένους.
Από όσα άκουσα να τους λέει όμως και αυτός το ίδιο με τους άλλους πολιτικούς έκανε. Υποσχόταν αφειδώς, αυτά που οι οπαδοί του ήθελαν να ακούσουν.
Δεν μπορούσα να φύγω από εκεί χωρίς να περιεργαστώ πρώτα την συμπεριφορά των συγκεντρωμένων, γι’ αυτό και όπως έκανα στα δεκαέξι μου, μπήκα ανάμεσα τους να την μελετήσω με την ησυχία μου.
Παρατήρησα λοιπόν, ότι και εκείνοι οι συγκεντρωμένοι έκαναν το ίδιο. Ωρύονταν όπως πάντα από άκρατο ενθουσιασμό, για τις δωρεάν υποσχέσεις που τους εξαπέλυε ο ομιλητής τους.
Στάθηκα για λίγο ακόμη στο κέντρο της συγκέντρωσης και ενώ ήμουν αρκετά απορροφημένος θα έλεγα με όσα έβλεπα να γίνονται γύρω μου, άκουσα κάποιον να μου μιλάει και να μου λέει κάτι από τα αριστερά μου και αυτό, με ανάγκασε να συγκεντρωθώ.
– Κάποιος σε ψάχνει είπε.
Από τον ήχο της φωνής του, υπολόγισα ότι μάλλον μεσήλικας ήταν αυτός και μάλιστα πολύ σοβαρός άνθρωπος. Γύρισα να τον δω λοιπόν, όπως και να πληροφορηθώ από τον ίδιο, για το ποιος με έψαχνε. Ενώ γύριζα το κεφάλι μου να τον δω, σκεφτόμουν ότι κανέναν γνωστό μου δεν εντόπισα σ’ εκείνη την συγκέντρωση, αλλά και μόνος ήμουν εκεί. Πως λοιπόν έλεγε αυτός ότι κάποιος με έψαχνε;
Δεν γύρισα μόνον, αλλά και δυο τρεις φορές έφερα βόλτα γύρω από τον εαυτό μου, στην προσπάθειά μου να εντοπίσω αυτόν που μου μίλησε. Κανέναν όμως δεν έβλεπα εκεί διαθέσιμο να το κάνει. Και πως να ήταν άλλωστε; Αφού όλοι τους ήταν απορροφημένοι στον δικό τους σκοπό και κανείς από αυτούς δεν μπορούσε να προσέχει εμένα, όπως και αυτόν που ενδεχομένως με έψαχνε.
Μάλλον θα παράκουσα είπα μέσα μου, αν και απορούσα μάλιστα με το ενδεχόμενο να παράκουσα, γιατί όντως άκουσα δυνατά και πολύ καθαρά αυτό που μου είπε. Αφού δεν είδα κανέναν όμως, κατέληξα να δεχθώ στο τέλος ότι μάλλον παράκουσα, γι’ αυτό και είπα στον εαυτό μου.
– Ανάμεσα σε τόσους συγκεντρωμένους εδώ, που να δει κανείς και που να εντοπίσει αυτόν που πιθανόν τον ψάχνει;
Δεν πρόλαβα να τελειώσω καλά καλά την σκέψη μου και τον άκουσα πάλι να μου μιλάει, αλλά από το εσωτερικό μου την δεύτερη φορά.
– Δεξιά σου είναι.
Δεν πρόλαβα να επεξεργαστώ το πρώτο ερώτημα και δεύτερο μου έδωσε να επεξεργάζομαι χωρίς να τον βλέπω, αλλά και χωρίς να τον ξέρω βέβαια και μάλιστα τότε, που την μια φορά μου μίλησε εξωτερικά και την άλλη από το εσωτερικό μου.
Μπερδεύτηκα με όσα διαπίστωνα εκείνη την στιγμή, γιατί δεν μπορούσα να συγκρίνω, αν ήταν άλλος, ή ο ίδιος που μου έλεγε κατά καιρούς να γίνω παπάς, όπως και το πως ήταν εφικτό αυτό, όχι μόνον το να μου μιλάει αφού αυτό το ήξερα, αλλά πως αυτός έβλεπε μέσα από μένα και αυτά που εγώ δεν μπορούσα, όχι μόνον να δω, αλλά και να διανοηθώ.
Παραβλέποντας ωστόσο αυτά που σκεπτόμουν, κοίταξα ενστικτωδώς θα έλεγα προς τα δεξιά μου, θέλοντας να εντοπίσω αυτόν που τυχών ήταν εκεί και με έψαχνε. Όσο και αν έψαχνα όμως, πουθενά δεν μπορούσα να τον εντοπίσω. Κοιτούσα προς τα δεξιά μου όπως μου το υπέδειξε ο ομιλών και όντως κανέναν δεν έβλεπα εκεί που να δηλώνει με την παρουσία του τουλάχιστον ότι με ψάχνει.
– Κανέναν δεν βλέπω, έλεγα στον εαυτό μου.
Και πριν προλάβω να κάνω άλλη σκέψη εκτός απ’ αυτήν, τον άκουσα να μου λέει πάλι κάτι, που με υποχρέωνε να δεχθώ, ότι όχι μόνον να μου μιλήσει μπορούσε από όπου ήθελε, αλλά και μέσα από τα δικά μου μάτια μπορούσε να δει τι και προς τα που έβλεπα.
– Κοίταξε λίγο προς τα αριστερά σου είπε.
Αφού έπιασα κουβέντα με τον ηλικιωμένο και πολύ σοβαρό ομιλούντα, ήταν επόμενο ότι και θα κοιτούσα προς τα εκεί που μου έλεγε. Κοίταξα λοιπόν και όντως είδα να είναι ανάποδα γυρισμένη από το πως κοιτούσαν όλοι εκείνοι οι συγκεντρωμένοι τον δικό τους ομιλητή, μια νέα γυναίκα γύρω στα τριάντα και αυτή ήταν εκεί και με κοιτούσε χαμογελαστή, χωρίς να μπορώ να πω ότι με έψαχνε.
Με την στάση της όμως δήλωνε καθαρά και ξάστερα, ότι όχι μόνον ήξερε που βρισκόμουν, αλλά και το ότι ήθελε να το ξέρω κι εγώ αυτό. Ήταν σίγουρο πλέον, ότι μπορούσαν να με εντοπίσουν εκεί και ανάμεσα σε τόσο πλήθος, όπως και οπουδήποτε αλλού θα μπορούσα να βρίσκομαι.
– Τελικά, είπα μέσα μου. Όποιοι και αν είναι αυτοί, με βρίσκουν παντού και όποτε θέλουν. Εγώ όμως, δεν μπορώ να τους βρω πουθενά και με κανένα τρόπο. Και δεν μπορώ να επικοινωνήσω μαζί τους, αφού δεν μου αφήνουν τα ανάλογα περιθώρια.
Κάνοντας τέτοιες σκέψεις μέσα μου, δεν ήξερα με ποιον να ασχοληθώ πρώτα. Μ’ αυτόν που με μιλούσε; Ή μ’ αυτήν που με κοιτούσε; Αφού ποτέ τους δεν μου έδειξαν κάποιον τρόπο, ικανό να πετύχω μια κουβέντα έστω μαζί τους, σκέφτηκα λοιπόν να τρέξω πρώτα προς την γυναίκα, έχοντας κατά νου μου να την πιάσω και αφού το κάνω, να την αναγκάσω να μου εξηγήσει τελικά, τι είναι όλες αυτές οι συναντήσεις και για ποιο λόγο γίνονται.
Ετοιμάστηκα να το κάνω λοιπόν και θα την έπιανα σίγουρα όπως το έβλεπα, αφού δεν μας χωρίζουν παραπάνω από οκτώ με δέκα μέτρα απόστασης και αυτή δεν θα μπορούσε να απομακρυνθεί εύκολα από εκεί αν το επεδίωκε, αφού θα την εμπόδιζαν οι συγκεντρωμένοι άνθρωποι.
Δεν πρόλαβα όμως να ολοκληρώσω ούτε τις σκέψεις μου και η γυναίκα κινήθηκε λίγο προς τα δεξιά της χαμογελώντας βεβαίως και επειδή κατάλαβε προφανώς το τι σκέψεις έκανα εγώ, χώθηκε μέσα στο πλήθος.
Έτρεξα ωστόσο και έφτασα στην θέση που ήταν, αλλά δεν μπόρεσα να την πιάσω αν και την πλησίασα στο ένα μέτρο σχεδόν. Λίγο ακόμη και θα την έπιανα αλλά εξαφανίστηκε εκεί και ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους που την έβλεπαν να κινείται, γι’ αυτό και αναγκαζόταν να της ανοίξουν χώρο στο πέρασμά της.
Στεναχωρήθηκα γιατί και πάλι δεν μπόρεσα να λύσω αυτό το μυστήριο των επισκέψεων, που από τα δέκα μου χρόνια με απασχολούσαν και πολύ με προβλημάτιζαν. Ωστόσο όμως, με ανάγκαζαν να αισθάνομαι ασφαλής όλες αυτές οι εμφανίσεις από όποιους και αν γινόταν, γιατί έτσι εμπέδωνα μέσα μου και κάθε τόσο την αξία του να ανήκει κανείς στον κατάλογο των προστατευμένων της Παναγίας μας.
Και όταν λέω ότι λεπτό δεν με έχανε Αυτή από τα μάτια Της, βασισμένος σ’ αυτές τις εμφανίσεις και στις αναρίθμητες παρεμβάσεις Της στην ζωή μου το λέω. Αυτές που στην συνέχεια έχω να σας αναφέρω.
Αφού ήμουν φανερά και κρυφά και δια παντός προστατευμένος λοιπόν, δεν ήταν δυνατόν να ανησυχούν εμένα οι επισκέψεις από όποιους και αν γινόταν, αλλά από ανθρώπινη περιέργεια και μόνον ήθελα να ξέρω ποιες ήταν οι επισκέπτριες μου, για να μην διατηρώ μέσα μου αναπάντητα ερωτήματα.
Έστω και αν δεν το έμαθα ποτέ αυτό, εκείνη ήταν και η τελευταία συνάντηση που είχα μ’ εκείνες τις γυναίκες, χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων όπως είπα, ήταν η καθαρότητα των ματιών τους και αυτή ήταν τέτοια, που κανείς μικρός, ή μεγάλος άνθρωπος δεν μπορεί να την έχει.
Αυτά σκεπτόμουν και εκείνη την στιγμή και πάνω σ’ αυτά, ένα σορό έλεγα και έκανα ερωτήσεις προς αυτόν που πριν λίγο μου μιλούσε, αλλά τίποτε. Ερμητικά και αυτός αμίλητος, κουβέντα δεν άλλαξε μαζί μου. Μιλούσε όταν ήθελε και για τον λόγο που αυτός ήθελε, γι’ αυτό και καμιά κουβέντα δεν μπορούσα να κάνω μαζί του.
Αυτόν τουλάχιστον, μα Άγιος ήταν, μα Άγγελος ήταν, τον άκουσα ξανά και κάμποσες φορές ακόμη στην διάρκεια των επόμενων χρόνων και πάντα με την ίδια πρόχειρη πρόταση στον λόγο του.
– Παπάς.
Αυτό όμως θα σας το διηγηθώ αργότερα και στην ώρα του.
Μιχάλης Αλταλίκης