Ήταν πολύ μεγάλο το στρατόπεδο μας και όπως ήταν λογικό αυτό, πολύ μεγάλες ήταν και οι ανάγκες του. Και οι στρατιώτες που υπηρετούσαν εκείνο το διάστημα ήταν επίσης πολλοί, αλλά; Δύσκολα έβρισκαν ανάμεσα μας οι αρμόδιοι υπαξιωματικοί, πρόθυμους να βοηθήσουν στην εκτέλεση αυτών των αναγκών.
Αγγαρείες ήταν το στρατιωτικό τους όνομα, γι’ αυτό και όλοι μας τις αποφεύγαμε. Κάποιοι όμως έπρεπε να τις κάνουν έστω και με το ζόρι και αυτός ήταν ο λόγος που οι υπαξιωματικοί ανάγκαζαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, ώστε να συμμετέχει σ’ αυτές.
Ούτε κι εγώ συμμετείχα ευχαρίστως στις αγγαρείες, αλλά βλέποντας την δυσκολία των υπαξιωματικών να βρουν έστω και με το ζόρι αυτούς που χρειάζονταν κάθε φορά για την αποπεράτωση τους, παρουσιαζόμουν δίπλα τους και εθελοντικά πια συμμετείχα σ’ αυτές.
Κατανοούσα την ανάγκη να βρίσκομαι οπουδήποτε χρειαζόταν και την δική μου βοήθεια γι’ αυτόν τον σκοπό, αφού κι εγώ ζούσα σ’ εκείνο το στρατόπεδο και μόνοι μας έπρεπε να εξυπηρετηθούμε. Πρόσεξαν όμως οι υπαξιωματικοί την εθελοντική μου πρόθεση, γι’ αυτό και έπαψαν μετά από λίγο καιρό να δέχονται την προσφορά μου.
Ότι και αν έκανα εκεί όμως, πάντα είχα ελεύθερο χρόνο στην διάθεση μου και σ’ αυτόν; Πότε διάβαζα. Πότε ζωγράφιζα. Και πότε έκανα γλυπτά, από τις μεγάλες πλάκες σαπουνιού που μας έδιναν τότε να πλένουμε το σώμα μας, αλλά και τα ρούχα μας.
Τα γλυπτά και τις ζωγραφιές που έκανα όμως τα μοίραζα, ή τα έκανα δώρο σ’ όποιον μου τα ζητούσε. Αυτό ως αποτέλεσμα, με έκανε γνωστό σ’ όλο το στρατόπεδο, αλλά και αγαπητό από όλους όσους υπηρετούσαν εκεί μαζί μου.
Διασκέδαζα τον ελεύθερο μου χρόνο δηλαδή μ’ εκείνα τα πρόχειρα καλλιτεχνήματα, αλλά ποτέ δεν έβαλα με τον νου μου, ότι θα μπορούσαν ποτέ αυτά να αλλάξουν την δική μου θέση στο στρατόπεδο. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που παραξενεύτηκα όταν ήρθε και με βρήκε μια μέρα και την ώρα που ησύχαζα, ο αρχιλοχίας της πυροβολαρχίας μας.
– Έλα μαζί μου, είπε. Σε θέλει ο λοχαγός στο γραφείο του.
Απόρησα με κείνη την πρόσκληση, γι’ αυτό και έψαχνα τον λόγο που έπρεπε να κάνω κάτι τέτοιο.
– Μα γιατί; Τι έκανα;
– Τίποτε δεν έκανες είπε αυτός. Απλώς σε θέλει.
Ήμουν νέος στο στρατόπεδο και ο λοχαγός μας ήταν νεοαφιχθείς εκεί από άλλη μονάδα. Δεν ήταν δυνατόν να με ξέρει, γι’ αυτό και μέχρι να πάω στο γραφείο του, ανησυχούσα για το τι θα μπορούσε να με θέλει.
Όταν λοιπόν μπήκα εκεί μέσα, τα έχασα από τον συνωστισμό που έβλεπα μπροστά μου, γιατί βρέθηκα ανάμεσα σε μια μεγάλη συγκέντρωση, που την αποτελούσαν καμιά δεκαριά υπαξιωματικοί και στρατιώτες της πυροβολαρχία μας.
Δεν είχα κανένα προηγούμενο μαζί τους, γι’ αυτό και απορούσα μέσα μου.
– Τι είναι αυτό πάλι; Και γιατί με φώναξαν εδώ; Ποιος ξέρει τι έχουν να μου ζητήσουν τώρα και άντε να τους το αρνηθώ.
Φοβήθηκα όπως καταλαβαίνετε, για τον λόγο που βρέθηκα εκεί, αφού ποτέ μου δεν έδωσα, αλλά ούτε και ήθελα να δώσω αιτία και αφορμή σε κανέναν, ώστε να βρίσκομαι υπόλογος για κάτι.
Ενώ λοιπόν έκανα μέσα μου τις δικές μου σκέψεις, άκουσα τον λοχαγό μας να μου απευθύνει τα δικά του ερωτήματα.
– Εσύ είσαι ρε αυτός που ζωγραφίζει; Καλά σε έκοψα εγώ στην αναφορά.
Και ενώ έλεγε αυτά, σηκώθηκε να με καλωσορίσει με χειραψία. Του την ανταπέδιδα, αλλά και έβλεπα να φιγουράρουν πάνω στο γραφείο του, όλα όσα κατά διαστήματα ζωγράφιζα και μοίραζα βεβαίως σε όποιον μου τα ζητούσε.
– Όπως βλέπεις, είπε δείχνοντας μου τις ζωγραφιές. Όσα ζωγράφισες και μοίρασες εσύ στους στρατιώτες, εμείς τα μαζέψαμε και τώρα είναι εδώ και προδίδουν το ταλέντο σου. Οπότε; Θα πας τώρα μαζί μ’ αυτόν τον λοχία στον διοικητή, ο οποίος και θέλει να του ζωγραφίσεις κάτι.
Αυτό που θα σου ζητήσει να κάνεις, θα σου το δείξει ο ίδιος. Πρόσεχε όμως τι θα του πεις και προπαντός, μη τυχών και του πεις ότι δεν μπορείς να το κάνεις, γιατί τότε; Δεν πρόκειται να απολυθείς ποτέ από εδώ.
Μετά απ’ όσα άκουσα, τίποτε δεν μπορούσα να του πω. Γυρίζοντας προς τα πίσω, βγήκα έξω από το γραφείο του και υπακούοντας στις εντολές του έφεδρου λοχία, πήγαινα μαζί του στο γραφείο του διοικητού μας, αρκετά προβληματισμένος. Αν και καθόλου δεν το επεδίωκα αυτό, βρέθηκα και πάλι μπλεγμένος και σε κάτι μάλιστα που δεν ήξερα που θα με βγάλει.
Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, έλεγα στον συνοδό μου με παράπονο σχεδόν.
– Άντε τώρα να δω τι θέλει αυτός και πως θα ξεμπλέξω, απ’ αυτά που θα ζητήσει να του ζωγραφίσω.
– Μη φοβάσαι, έλεγε ο συνοδός μου. Μπορείς να το κάνεις αυτό που θα σου ζητήσει. Άλλωστε, θα σε βοηθήσω και εγώ. Να σκέφτεσαι μόνον, το τι έχουμε να ωφεληθούμε όλοι, όταν θα έχουν τελειώσει όλα και μείνουν ευχαριστημένοι ο διοικητής και ο λοχαγός μας.
Θα έχουμε άδεια όποτε θέλουμε πρόσθεσε και για όσον καιρό θα διαρκέσει αυτή η ζωγραφιά, εμείς θα την περνάμε βασιλικά. Γι’ αυτό λοιπόν, κοίταξε να του ζητήσεις τουλάχιστον τρεις μήνες προθεσμία, μέχρι να του παραδώσεις σωστή την ζωγραφιά του και αν με λίγη προσπάθεια και φιλότιμο τελειώσουμε νωρίτερα, θα μας έχουν όλους στα όπα, όπα.
Σταμάτησα τον μονόλογο του λοχία και πολύ ενοχλημένος του έλεγα.
– Αφού πολύ καλά τα σκέφτηκες όλα αυτά, γιατί δεν την κάνεις εσύ την ζωγραφιά και στέλνεις εμένα; Γιατί λοιπόν με βάζεις σε τέτοιον μπελά;
– Εσύ θα την κάνεις καλύτερη, είπε αυτός και συνεχίσαμε τον δρόμο μας αμίλητοι. Όταν βρεθήκαμε έξω από το διοικητήριο όμως, σταμάτησα και του είπα με θράσος.
– Θα πω στον διοικητή, ότι εσύ είσαι ο ζωγράφος και ότι εσύ κρύβεσαι πίσω από μένα, για να αποφύγεις τις ευθύνες σε περίπτωση αποτυχίας.
– Ναι, είπε αυτός με νόημα, αλλά όλοι ξέρουν ότι μόνον εσύ ζωγραφίζεις. Άκουσες τι είπε ο λοχαγός; Αλίμονο σου αν πεις όχι στον διοικητή μας, γι’ αυτό; Προχώρα τώρα και μη μιλάς. Μας περιμένει και κοίταξε να του υποσχεθείς, ό,τι και αν σου ζητήσει.
Μπήκαμε τελικά στο γραφείο του διοικητού μας και με καλωσόρισε αυτός, ως να ήμουν εγώ αυτός που θα εκπλήρωνε τα όνειρά του.
– Έμαθα παιδί μου από τον λοχαγό σου, ότι είσαι πολύ καλός ζωγράφος. Και από ότι με βεβαίωσε, θα παρουσιάσεις άριστα αυτό που σκέφτηκα να σου ζητήσω. Πρέπει όμως να ξέρεις, ότι μέσου αυτού του έργου, θέλουμε να τιμήσουμε και εμείς στο ελάχιστο, την προσπάθεια που καταβάλει ο στρατός μας με τους αξιωματικούς του, για την ανόρθωση της πατρίδας μας.
Αυτά έλεγε αυτός ενώ εγώ σκεφτόμουν ότι τον εκτιμούσα και ότι δεν θα μπορούσα να του αρνηθώ την συμμετοχή μου στον δικό του σκοπό, αλλά ήμουν και περίεργος να μάθω τι είχε στο μυαλό του να μου ζητήσει και αν έπρεπε να φοβηθώ, στην περίπτωση που αδυνατούσα να ανταποκριθώ ως ζωγράφος.
Όταν λοιπόν τελείωσε το σκεπτικό του, του είπα κι εγώ με απορία.
– Μα τι θέλετε να σας ζωγραφίσω κύριε διοικητά;
Γύρισε αυτός προς το γραφείο του τότε και πήρε από εκεί ένα κουτί σπίρτα. Επιστρέφοντας, μου έδειξε την γνωστή παράσταση του φοίνικα και του ένοπλου στρατιώτη που υπήρχε τυπωμένη πάνω στην μια πλευρά του σπιρτόκουτου και με όση υπερηφάνεια μπορούσε να διαθέτει, είπε σε μένα.
– Αυτό παιδί μου θέλω να μου ζωγραφίσεις.
Εύκολο είναι σκέφτηκα όταν το είδα και κακώς το φοβήθηκα. Ήθελα να μάθω όμως και το πόσο μεγάλη ήθελε να κάνω εκείνη την παράσταση, γι’ αυτό και πάλι τον ρώτησα.
– Μπορώ να το κάνω κύριε διοικητά, αλλά που θέλετε να την αντιγράψω αυτήν την παράσταση;
Ενθουσιασμένος αυτός από την απάντηση μου, έσπευσε να μου δείξει ένα σχέδιο που είχε έτοιμο, ενώ μου έλεγε συγχρόνως.
– Θέλω να ζωγραφίσεις το πουλί πάνω σε ένα μεταλλικό πλαίσιο, που θα έχει διαστάσεις τέσσερα επί δυόμιση. Αυτό, θέλω να το κρεμάσουμε στον τοίχο του διοικητηρίου, έτσι ώστε όποιος περνάει από τον δρόμο να το βλέπει και να θυμάται όπως είπαμε, την συμβολή του στρατού μας στην πολιτική ζωή της πατρίδας μας.
Από σένα θέλω να μου πεις μόνον, πόσο χρόνο θα χρειαστείς γι’ αυτό το έργο και πόσα άτομα θέλεις να σου δώσω για βοήθεια, αρκεί αυτή η ζωγραφιά να γίνει έτσι, που να την καμαρώνουν όσοι την βλέπουν.
Πριν προλάβω να πω κάτι εγώ όμως, πατάχθηκε ο λοχίας και είπε με μπόλικο θράσος.
– Τρεις μήνες είναι καλά κύριε διοικητά και δέκα άτομα μας φτάνουν. Έτσι δεν είναι; Ζήτησε ωστόσο και την δική μου επιβεβαίωση.
– Τρεις μήνες; Έκανε απορημένος ο διοικητής μας. Σε ένα μήνα περιμένω τον Ταξίαρχο εδώ, προκειμένου να του δείξω τον πίνακα. Ξέρεις τι μου λες τώρα λοχία;
– Θα είναι έτοιμος στην ώρα του κύριε διοικητά, τον έκοψε πάλι ο λοχίας, που βάλθηκε να πάρει απολυτήριο ζωγραφίζοντας.
Ενοχλήθηκε αρκετά ο διοικητής μας από τις παρεμβάσεις του, γι’ αυτό και του είπε.
– Αυτός είναι ο ζωγράφος και αυτός θα μας πει το πόσο χρόνο θέλει. Πες μου παιδί μου εσύ, είπε απευθυνόμενος σε μένα. Πόσο χρόνο θέλεις στην διάθεση σου, προκειμένου να ετοιμάσεις σωστή αυτήν την παράσταση;
– Μια εβδομάδα θα μου ήταν υπέρ αρκετή κύριε διοικητά.
Του φάνηκε λίγος χρόνος όμως, γι’ αυτό και επανέλαβε την σκέψη του.
– Εγώ παιδί μου θέλω να γίνει ωραία η ζωγραφιά, γι’ αυτό να μη βιαστείς να μου την παραδόσεις πριν από τον μήνα. Όσο για το πόσους βοηθούς θα χρειαστείς, αυτό να το κουβεντιάσεις με τον λοχαγό σου και αυτός θα σου δώσει όσους θέλεις.
Αφού συμφώνησα και εγώ μαζί του, μου έδειξε ύστερα και τον χώρο που θα ήταν το εργαστήριο μου. Με πήγε στο διπλανό από το δικό του γραφείο και εκεί με εγκατέστησε, για να μπορεί και αυτός να παρακολουθεί τις εργασίες μου όπως είπε.
Μου έδωσε το χέρι του στην συνέχεια και αφού μου ευχήθηκε καλή επιτυχία, έφυγε από εκεί, αφήνοντας μας μόνους με τον στεναχωρημένο λοχία, για όσα δεν μπόρεσε να πετύχει.
Ετοιμάσαμε ωστόσο τα σύνεργα που βρήκαμε εκεί να μας περιμένουν και από εκείνη την στιγμή και μετά, βαφτίστηκα εγώ ζωγράφος και ο λοχίας που έψαχνε πως να λουφάρει, βοηθός μου. Και δεν ήταν μόνον αυτό, αλλά από την στιγμή που έγινα ζωγράφος, άλλαξαν τα πάντα για μένα στο στρατόπεδο.
Με διαταγή του διοικητού, αλλά και του λοχαγού μας, απαλλάχτηκα από κάθε υπηρεσία. Έτρωγα όποτε ήθελα αφού είχα καλλιτεχνικές εργασίες να επιτελέσω και γενικά ήμουν εκτός προγράμματος για τον λοχαγό μας, που διακαώς περίμενε να δεχτεί τα εύσημα από την δική μου επιτυχία.
Μετά απ’ όσα συμφωνήσανε με τον διοικητή μας, έφερε ο λοχίας και μου παρουσίασε οκτώ δικούς του στρατιώτες για βοηθούς μου, οι οποίοι και λουφάρανε εκεί με την ανοχή του λοχαγού, αφού ήταν πατριωτάκια με τον λοχία.
Εν τω μεταξύ, ήρθε και ο καιρός να απολυθούν οι παλιοί στρατιώτες, γι’ αυτό και όλες εκείνες οι υπηρεσίες που ήταν στην ευθύνη τους, έπρεπε να περάσουν στην ευθύνη των νέων στρατιωτών.
Προκειμένου να επιτευχθεί με τον καλύτερο τρόπο εκείνη η αλλαγή ευθυνών, γίνονταν πολλές διαβουλεύσεις στο γραφείο του λοχαγού, για το ποιος νέος θα έπαιρνε την υπηρεσία, ποιου παλιού στρατιώτη.
Αφού παραδόθηκαν όλες οι υπηρεσίες στους νέους στρατιώτες, από την επομένη κιόλας το πρωί, όλοι οι άλλοι νέοι εκτός από μένα, πήγαιναν στις θέσεις τους. Εμένα δεν με συμπεριέλαβαν σε καμιά απ’ αυτές, γι’ αυτό και υπέθεσα, ότι επειδή ήμουν απασχολημένος με την εργασία του ζωγράφου το έκαναν αυτό.
Μετά από τρεις μέρες και την Παρασκευή που μας πλησίασε, βγήκαν πολλοί στρατιώτες στην αναφορά προκειμένου να ζητήσουν άδεια και μαζί μ’ αυτούς, έδωσαν και σε μένα μία αν και ποτέ δεν τους την ζήτησα.
Μου την έδωσε από μόνος του ο λοχαγός, γιατί από την ημέρα που πήγα σε κείνη την μονάδα, ποτέ δεν ζήτησα άδεια όπως τον ενημέρωσε ο αρχιλοχίας, γι’ αυτό και θεώρησε μάλλον, ότι ήμουν παρεξηγημένος με τους γονείς μου.
Όταν μου έδινε την άδεια στο χέρι, μου είπε και κάτι που βεβαίωνε τα παραπάνω.
– Να έρθεις την Δευτέρα το βράδυ και κοίταξε να τα βρεις με τους δικού σου. Δεν είναι σωστό να τους κρατάς σε απόσταση.
Του εξήγησα εγώ, ότι τίποτε δεν μας χώριζε, αυτός όμως επέμενε. Πήγα λοιπόν με άδεια στο σπίτι μου και επέστεψα όπως μου είπε την Δευτέρα το απόγευμα, αν και δεν είχα να ξεδιαλύνω τίποτε με τους δικούς μου. Δεν το χώνεψε όμως αυτό ο λοχαγός, γι’ αυτό και από τότε και μετά και κάθε εβδομάδα μου έδινε άδεια, την οποία δεν έκανα πάντα χρήση, επειδή είχα βαρεθεί να πηγαινοέρχομαι κάθε τόσο στο σπίτι μου.
Ωστόσο, αφότου παρίστανα τον ζωγράφο εκεί, είδα ότι δεν μας χωρούσε πλέον ο χώρος του εργαστηρίου μου, γι’ αυτό και ζήτησα από τον διοικητή μας να μου παραχωρήσει μεγαλύτερο χώρο.
– Τελείωσαν πλέον τα σχέδια που ετοίμασα του είπα και αυτά πρέπει τώρα να τα πατήσω πάνω στον μεγάλο πίνακα. Στην συνέχεια πρέπει και να τα χρωματίσω και επειδή αυτή η δουλειά δεν μπορεί να γίνει εδώ μέσα, θέλω να μεταφερθώ κάπου πιο ευρύχωρα.
Δεν πρόλαβα να τελειώσω το σκεπτικό μου και αμέσως σήκωσε το τηλέφωνο ο διοικητής μας. Σε πέντε λεπτά βρήκαν και μου έδωσαν με δική του εντολή ένα νέο χώρο και αφού αυτός είχε τις προϋποθέσεις που ζητούσα, άρχισαν να βάφουν οι βοηθοί μου εκεί, ότι τους επέτρεπα.
Το έκαναν αυτό με την επίβλεψη του λοχία βέβαια, αφού αυτός τους είχε από κοντά όλη την ημέρα. Το μόνο που είχα να κάνω εγώ λοιπόν, ήταν το να βλέπω την εξέλιξη των εργασιών τους.
Απολύθηκαν όλοι οι παλιοί στρατιώτες βέβαια, αλλά έμειναν μερικοί ακόμη εκεί, για τον λόγο ότι είχαν να υπηρετήσουν κάποιες μέρες επιπλέον από τους άλλους, ως αποτέλεσμα της φυλακής που τους επιβάρυνε. Όταν πια ήρθε η μέρα να φύγει και ο τελευταίος απ’ αυτούς, έπρεπε να μεταφερθεί η ευθύνη του σε κάποιον άλλον, από τους νέους στρατιώτες.
Ήταν οδηγός στην πυροβολαρχία μας αυτός και στην ευθύνη του είχε την αποθήκη εφοδιασμού. Μαζί μ’ αυτήν, είχε και το αυτοκίνητο που του διέθεταν, με σκοπό να φέρνει κάθε μέρα το ψωμί που αναλογούσε στην μονάδα μας, από τους στρατιωτικούς φούρνους της περιοχής και αυτοί βρίσκονταν λίγο πιο έξω από την πόλη του Κιλκίς.
Μαζί μ’ εκείνες τις φρέσκες, ζεστές, όσο και νόστιμες κουραμάνες που μας έφερνε αυτός από τον φούρνο κάθε μέρα, έφερνε και νερό με την υδροφόρα που ήταν στην δικαιοδοσία του, όταν πηγαίναμε σε κάποια από τις ασκήσεις που κάναμε.
Αυτήν την ευθύνη την διεκδικούσαν πολλοί νέοι στρατιώτες, γιατί ήταν θέση ενεργού οδηγού και μάλιστα ότι καλύτερο θα μπορούσε να θέλει ένας οδηγός του στρατού. Όποιος είχε λοιπόν εκείνο το αυτοκίνητο, έκανε πολλά χιλιόμετρα σαν οδηγός, είχε μεγάλη αυτονομία, όπως και πολύ μεγάλη ελευθερία κινήσεων σε σχέση με τους υπόλοιπους, οι οποίοι κινούσαν τα αυτοκίνητα τους μια ή δυο φορές την εβδομάδα και αυτό πάλι, μέσα στο στρατόπεδο.
Προς απογοήτευσιν όλων των οδηγών της σειράς μου όμως, αυτήν την θέση την κράτησε για μένα ο λοχαγός μας, γιατί ήθελε να με ανταμείψει επειδή είδε να είναι τελειωμένο το πουλί που έπρεπε να ζωγραφίσω, πολύ πριν από τον μήνα που μου ζήτησαν. Και επειδή του άρεσε πολύ αυτό που τους έκανα, δεν άντεξε στον πειρασμό, γι’ αυτό και το ανακοίνωσε στον διοικητή μας πρόωρα.
Μόλις το πληροφορήθηκε εκείνος, έτρεξε αμέσως να βεβαιωθεί για τα αποτελέσματα. Ενθουσιάστηκε από όσα είδε και από την χαρά του, έδωσε αμέσως εντολή να κρεμάσουμε εκείνο τον μεγάλο πίνακα στο τοίχο του διοικητηρίου, για να δει και το πως θα φαινόταν αυτός από μακριά, ώστε αν ήθελε κάποια διόρθωση, να την κάναμε πριν κρεμαστεί οριστικά στην θέση του.
Αφού ευχαριστήθηκε ο διοικητής μας από το αποτέλεσμα, έδωσε το χέρι του στον λοχαγό και τον συνεχάρη, για την επιτυχή εξέλιξη της αποστολής που του ανέθεσε. Βλέποντας εμένα δίπλα του, είπε.
– « Ευχαριστώ παιδί μου ».
Γυρίζοντας στην συνέχεια προς τον λοχαγό, του είπε με νόημα.
– « Να τον προσέχεις».
– Τον προσέχω είπε αυτός και έτσι, δικαιολόγησε την θέση που μου έδωσε ως υπεύθυνο εφοδιασμού, στην οποία και έμεινα για ένα χρόνο σχεδόν.
Περνούσα καλά σαν οδηγός εκεί, αλλά και ο λοχαγός μου δεν είχε τίποτε να χάσει, αφού έπαιρνε συνεχώς και κάθε τόσο τα εύσημα από τον διοικητή μας, γιατί τόσο στα καθημερινά μου καθήκοντα, όσο και σ’ αυτά των ασκήσεων μας, ανταποκρινόμουν πλήρως των προσδοκιών και των απαιτήσεων εκείνης της νευραλγικής θέσης που μου εμπιστεύθηκαν.
Λόγω των ευθυνών που είχα όμως, ήμουν απαλλαγμένος από όλες τις άλλες υπηρεσίες, ακόμη και από τις σκοπιές. Ωστόσο, πήγαινα εγώ σ’ αυτές κατά διαστήματα, έτσι για να βοηθήσω κάπως την κατάσταση, δεδομένου ότι κληρονομήσαμε πολλές υπηρεσίες αφότου απολύθηκαν οι παλιοί και μέχρι να έρθουν οι νέοι αντικαταστάτες τους, τρέχαμε εμείς όπου μας φώναζαν.
Μιχάλης Αλταλίκης