Ο Διοικητής των ΤΕΑ και η τρελή οδήγηση

palio-kilkis.2jpg1

Μόνο μια φορά παρασύρθηκα και κινδύνεψα να τα χάσω όλα, όπως και να χαθώ και εγώ άδοξα, όταν ξεχάστηκα με όλα αυτά τα του στρατού και έπρεπε όπως φάνηκε να θυμηθώ, ότι εκτός από στρατιώτης, ήμουν και άνθρωπος με υποχρεώσεις απέναντι στον Θεό, που ξέχασα.

 Ένας από τους δόκιμους της μονάδας μας λοιπόν, συγκατοικούσε με έναν Συνταγματάρχη που ήταν ο διοικητής των ΤΕΑ. Όταν τον συναντούσα αυτόν, τον χαιρετούσα με πολύ σεβασμό, τόσο για τον βαθμό που έφερε, όσο και για την ηλικία του, γιατί ήταν αρκετά μεγάλος άνθρωπος.

 Όταν πήγαινα με το λεωφορείο τους αξιωματικούς στα σπίτια τους, τελευταίο άφηνα τον δόκιμο που ανέφερα. Ο Συνταγματάρχης που ήξερε την ώρα άφιξης του δόκιμου, μας περίμενε στην πόρτα και πάντα με ένα ποτήρι κονιάκ στο χέρι του.

 – Καλώς τα παιδιά έλεγε και το επόμενο δευτερόλεπτο με καλούσε να μείνω για λίγο μαζί του, έστω και για ένα ποτό.

 – Από φόβο της κατάληξης που προέβλεπα να έχω μαζί του, τον απέφευγα όσο μπορούσα πιο ευγενικά και πάντοτε με αληθοφανείς δικαιολογίες.

 Βρήκε τον μπελά του όμως ο δόκιμος με αυτόν και επειδή τον λυπόταν, έλεγε σε μένα.

 – Μείνε ρε συ για λίγο μαζί μας. Πιες μια γουλιά. Πες ευχαριστώ, δεν μπορώ να πιω άλλο και μετά φύγε.

 – Όπως ξέρεις. Ο άνθρωπος είναι αλκοολικός του έλεγα. Αν κάνω πως κατεβαίνω, δεν θα γλιτώσω ούτε με μια, αλλά ούτε και με δύο γουλιές. Μην επιμένεις λοιπόν, γιατί θα πάθουμε καμιά χοντρή ζημιά μαζί του και τότε θα την πληρώσουμε άσχημα και οι δύο.

 Εμείς θέλουμε να απολυθούμε από τον στρατό, σώοι και αβλαβείς και στην ώρα μας. Αυτός και τα ψωμιά του τα έφαγε και λόγο δεν έχει να δώσει σε κανέναν. Αν μπλέξουμε μαζί του, θα είναι δύσκολο μετά να φύγουμε μακριά απ’ αυτό, που σίγουρα δεν θέλουμε να πάθουμε.

  Ότι και αν έλεγα στον δόκιμο όμως, εκείνος επέμενε.

 – Τον λυπάμαι ρε τον καημένο. Ξέρεις πόσο καλός και χαρούμενος άνθρωπος είναι; Κατέβα μια φορά να μας κάνεις παρέα και μετά μην έρχεσαι ξανά.

 Πες, πες, λοιπόν ο δόκιμος, με κατάφερε μια μέρα και μπήκα στο σπίτι τους να τους κάνω μια μικρή μόνον επίσκεψη. Ο γέρο Συνταγματάρχης τρελάθηκε από την χαρά του και ήταν τόση αυτή, που δεν μπορούσε να την κρύψει. Μ’ έβαλε να καθίσω σε μια πολυθρόνα και αμέσως μου έφερε ένα νεροπότηρο γεμάτο μέχρι τα χείλη με κονιάκ.

 – Έλα βρε παιδί μου. Μόνον μετάνοιες που δε σε κάναμε μέχρι να μας επισκεφτείς και αμέσως μπήκε στο ψητό.

 – Άντε γεια μας είπε και τσούγκρισε το ποτήρι του με το δικό μου.  Αμέσως μετά άρχισε να ρωτά από που είμαι, πως με λένε και τα σχετικά.

 Όταν είδα το νεροπότηρο στο χέρι μου όμως, τρόμαξα.

 – Κάνε πλάκα τώρα να νομίζεις, ότι θα πιω όλο αυτό που μου έβαλες.

 – Τι είναι αυτό για σένα ρε;

 Αυτό είπε και σηκώθηκε να δώσει και στον δόκιμο ένα νεροπότηρο.

 Στο δεύτερο γεια μας, σηκώθηκα να φύγω.

 – Κάθισε βρε παιδί. Ούτε μια κουβέντα δεν αλλάξαμε και θέλεις να φύγεις;

 – Αν καθίσω παραπάνω τους είπα. Δεν θα φύγω από εδώ μόνον με ένα νεροπότηρο, γιατί είδα και τον δόκιμο που στρογγυλοκάθισε και τράβηξε το μπουκάλι με το κονιάκ κοντά του.

 – Άσε τα νάζια είπε ο Συνταγματάρχης. Εγώ έμαθα ότι αντέχεις το ποτό.  Όπως έμαθα ότι κάνεις και καλή παρέα και αφού δεν μας λες τίποτε από τα κατορθώματά σου, ας αρχίσω να λέω πρώτος εγώ που είμαι και μεγαλύτερος.

 Το 1940 λοιπόν, όταν είχαμε περικυκλωθεί σε ένα ύψωμα και μας βομβάρδιζε το Ιταλικό πυροβολικό, εγώ …… και άρχισε να λέει τις ιστορίες του.

 Και για να μη τα πολύ λέω, στο τρίτο νεροπότηρο ήταν σε άλλο κόσμο ο δόκιμος και ο καημένος ο συνταγματάρχης μετά δυσκολίας ψέλλιζε.  Δεν ήξερε πια ούτε τι έλεγε, αλλά ούτε και τι ήθελε να πει.

 Όση ώρα όμως πίναμε, αυτός με κρατούσε από το μανίκι και μόλις έκανα να σηκωθώ, έπεφτε πάνω μου λέγοντας.

 – Άκου φίλε μου τι πάθαμε τότε με τους αντάρτες και έμπαινε σε άλλη ιστορία.

 Όταν ποια είδα ότι και οι δύο σχόλασαν για τα καλά, είπα στον εαυτό μου ότι είναι ώρα να φύγω και το μόνο που σκεφτόμουν πλέον, ήταν πως θα έφτανα στο στρατόπεδο οδηγώντας το λεωφορείο, χωρίς να βάλω σε κίνδυνο την ζωή μου και το αυτοκίνητο του στρατού που ήμουν χρεωμένος και αν πάθαινε καμιά ζημιά αυτό, πως θα την ξεπλήρωνα;

 Όσο καθόμουν στην πολυθρόνα, είχα περιθώρια και να σκεφτώ και να κινηθώ. Φοβόμουν όμως να σηκωθώ, γιατί δεν ήξερα πως θα αντιδράσει ο οργανισμός μου, όταν θα ήμουν όρθιος.

 Δεν μπορούσα να μείνω και περισσότερο εκεί όμως, αφού ήταν δώδεκα και μισή και εγώ στις πέντε το πρωί έπρεπε να βρίσκομαι πάλι στο ίδιο σημείο, προκειμένου να πάρω πρώτον τον δόκιμο όπως πάντα και μετά να πάρω τους υπόλοιπους αξιωματικούς, πριν τους μεταφέρω όλους μαζί στο στρατόπεδο.

 Αν έκανα όπως έλεγαν οι μεθυσμένοι, να κοιμηθώ δηλαδή στο σπίτι τους και να ξεκινήσω από εκεί να μαζεύω τους αξιωματικούς το πρωί, αυτό θα ήταν πολύ ποιο εύκολο για μένα, αλλά θα σήκωνα το στρατόπεδο στο πόδι ψάχνοντας να με βρουν.

 Αν διαπίστωναν κάποια στιγμή, ότι δεν επέστρεψα στο κρεβάτι μου, ήταν σίγουρο ότι θα με έψαχναν. Και αν έβλεπαν να είμαι έτσι πιωμένος; Τότε αλίμονο μου, γιατί δεν θα μπορούσα να δικαιολογήσω την κατάντια μου, αλλά και ποιος θα με γλίτωνε από τον θυμό του διοικητού μας;

 Με τέτοιες σκέψεις στο μυαλό λοιπόν, φοβόμουν ότι διακινδύνευα όντως πολλά εκείνη την βραδιά.

 Σηκώθηκα όμως σιγά, σιγά και βγήκα έξω από το σπίτι. Άφησα τους  άλλους να κοιμούνται στις καρέκλες τους και με τα βίας έφτασα μέχρι το αυτοκίνητο μου. Ανέβηκα κάπως δύσκολα σ’ αυτό και όταν πια κάθισα στην  θέση μου, έβαλα μπροστά την μηχανή.

 Ευχαριστημένος από τις μέχρι τότε αντιδράσεις μου, ξεκίνησα να φύγω. Κανείς δεν ήξερε τον δρόμο καλύτερα από μένα, αφού πήγαινα και ερχόμουν στρατόπεδο Κιλκίς πέντε φορές την ημέρα. Και αυτό πάλι, το έκανα πάντα και κάτω από όλες τις καιρικές συνθήκες.

 Η απόσταση ήταν μικρή και πολλές φορές όταν ήμουν μόνος, την έκανα με κλειστά τα μάτια, αφού ο δρόμος είχε όλο και όλο τρεις στροφές. Όταν λοιπόν έφτασα τότε στην πρώτη στροφή, την πήρα καλά. Την δεύτερη στροφή την πήρα λίγο τραβηγμένη.

 Στην τρίτη όμως κουνήθηκα αρκετά και τα τρία νεροπότηρα με το κονιάκ που ήπια, άρχισαν να αντιδρούν πολύ πριν προλάβω να φτάσω στο κρεβάτι μου, όπως το ήλπιζα. Τότε ήταν που έχασα και την μπάλα και το γήπεδο και μπήκα στα όνειρά μου, ενώ ήμουν ξυπνητός και οδηγούσα.

  Το κοντέρ του αυτοκινήτου μου έδειχνε εξήντα ΜΑΟ. Στο μάξιμουμ της απόδοσης του δηλαδή. Εμένα όμως μου φαινόταν ότι ήμουν σταματημένος. Προσπάθησα να ανοίξω το παράθυρο του οδηγού, αλλά από την πίεση του  αέρα και την υπερβολική ταχύτητα δεν άνοιγε. Ήθελα να δω έξω όπως καταλαβαίνετε, αν πράγματι έτρεχα και μάλιστα τόσο πολύ, πράγμα που ποτέ δεν έκανα.

 Χτυπούσα το ταμπλό να ξεκολλήσει το κοντέρ, νομίζοντας ότι κόλλησε, ώστε να γράφει στο εξής τα σωστά. Προσπάθησα να ανοίξω και την πόρτα του οδηγού, αλλά και αυτή δεν άνοιγε. Ήθελα να δω δηλαδή τι ακριβώς συνέβαινε και για ποιο λόγο χάλασαν όλα μαζί έτσι ξαφνικά.

 Λόγω της υπερβολικής ταχύτητας όμως, πίεζε ο αέρας την πόρτα τόσο, που δεν μπορούσα να την ανοίξω. Την έσπρωχνα βέβαια, αλλά και τίποτε δεν κατάφερνα. Έτσι τρέχοντας λοιπόν εκείνη την ώρα, έφτασα μέχρι το στρατόπεδο μονολογώντας.

 – Μόλις βάλω το αυτοκίνητο στην θέση του, τότε θα δω τι θα κάνω με αυτές τις βλάβες, που τόσο ανεξήγητα μου παρουσιάσθηκαν.

  Η πύλη του στρατοπέδου ήταν κάθετα προς τον δρόμο και για να μπει κανείς μέσα με το αυτοκίνητο του, έπρεπε να κόψει πολύ την ταχύτητα του. Η μικρή γεφυρούλα που ένωνε τον δρόμο με το στρατόπεδο πάνω από το χαντάκι, αν και ήταν πολύ φαρδιά, δεν άφηνε περιθώρια για υψηλές ταχύτητες. Άλλωστε, ούτε κι εκείνες οι τέσσερις διακοσμητικές κολώνες που υπήρχαν στις γωνίες της γέφυρας, επέτρεπαν απρόσεκτες διελεύσεις.

 Τα ήξερα όλα αυτά, αλλά έτσι όπως ήμουν και με την ταχύτητα που έτρεχα, δεν είχα τα αναγκαία χρονικά περιθώρια να εφαρμόσω αυτά που ήξερα ως απαραίτητα, πριν τολμήσω την είσοδό μου στο στρατόπεδο.

 Ξαφνιάστηκα για τον λόγο που έφτασα τόσο γρήγορα εκεί και όταν πια είδα την πύλη στα δεξιά μου, τίποτε δεν μπορούσα να σκεφτώ. Έστριψα το τιμόνι μου δεξιά, πατόντας ενστικτωδώς λίγο το φρένο και αυτό πάλι, από ενστικτώδη φόβο περισσότερο. Πέρασα ύστερα διαγώνια πάνω από την γέφυρα, πατώντας ο μισός μέσα στο χαντάκι και ο άλλος μισός πάνω σ’ αυτήν.

 Πήρα σβάρνα τα δύο διαγώνια κολονάκια και βρέθηκα μπροστά στην μπάρα της πύλης με το στοπ, που εκείνη την στιγμή ήταν κατεβασμένη. Την χτύπησα με πολύ δύναμη αυτήν, πριν προλάβει να τη σηκώσει ο σκοπός της πύλης και κατευθύνθηκα προς το εσωτερικό του στρατοπέδου.

 Με είδε αυτός που ερχόμουν σαν τρελός και επειδή νόμισε ότι κάτι κακό μου συνέβαινε, έτρεξε να σηκώσει την μπάρα ώστε να περάσω ελεύθερα από την πύλη. Δεν πρόλαβε να το κάνει όμως και σαν είδε ότι κινδύνευε και ο ίδιος, έτρεχε προς τα πίσω να γλιτώσει την ζωή του.

 Αυτά μόνον θυμάμαι, γιατί από εκείνη την στιγμή και μετά, έπαθα μλάκ άουτ. Έσβησαν τα πάντα και δεν θυμάμαι τίποτε. Μήπως όμως ήμουν σε καλύτερη κατάσταση πριν; Από την στιγμή που ξεκίνησα και μέχρι που έφτασα στην πύλη, δεν είχα κανένα έλεγχο της κατάστασης, παρόλο ότι και έβλεπα και σκεπτόμουν.

 Η τελευταία εγγραφή που έκανα όμως, ήταν αυτή με τον σκοπό να τρέχει. Από εκεί και μετά τίποτε. Έχασα και τον εαυτό μου και την επαφή μου με τον κόσμο. Χάθηκα. Έχω κενό μνήμης. Ακόμη απορώ, για το πως βρέθηκα να κοιμάμαι στο κρεβάτι μου.

 Δεν ξέρω τι έγινε σ’ εκείνο το μεσοδιάστημα. Ξύπνησα όμως μετά από μια ώρα περίπου και έβλεπα το κάτω μέρος του κρεβατιού, που ήταν πάνω από το δικό μου. Φορούσα την στολή εξόδου, αφού έτσι ήμουν ντυμένος και άρχισα ενστικτωδώς να ψάχνομαι, θέλοντας να διαπιστώσω αν ήμουν ζωντανός ή πεθαμένος και αυτό γιατί αισθανόμουν πολύ περίεργα και πολύ ελαφρύς. Αέρας σχεδόν.

 Όταν μάλιστα ήρθαν στο μυαλό μου όλα όσα μεσολάβησαν, πάγωσα από τον φόβο που με κυρίευσε. Πετάχτηκα επάνω και όταν στάθηκα στα πόδια μου, έντρομος και πάλι ψαχνόμουν. Είδε τις κινήσεις μου όμως ο θαλαμοφύλακας, γι αυτό και ήρθε κοντά μου.

 – Τι έγινε ρε; Που ήσουν; Και γιατί κοιμήθηκες με τα ρούχα εξόδου, χωρίς να μας πεις ούτε ένα γεια;

 Δεν ήξερα τι να τον ρωτήσω πρώτα, γι αυτό και του είπα.

 – Μόνος μου ήρθα έως εδώ;

 – Κατάμονος, όπως πάντα είπε αυτός. Όλα μόνος σου τα κάνεις. Εμείς εδώ; Τίποτε. Μόνο θαλαμοφύλακες.

 Έβγαζε απωθημένα ο θαλαμοφύλακας, ενώ εγώ έπρεπε να μάθω πως έφτασα στο κρεβάτι μου και τι έγινε το αυτοκίνητο μου. Έτρεξα έξω στον προαύλιο χώρο της πυροβολαρχίας να δω το λεωφορείο, γιατί πάντα εκεί το άφηνα όταν επέστρεφα. Το είχα πρόχειρα αφημένο εκεί, για να το βρίσκω και εύκολα την ώρα της υπηρεσίας μου, όπως και για κάθε άλλη ανάγκη του στρατοπέδου.

 Αυτό όμως; Όλως παραδόξως, δεν ήταν εκεί. Έτρεξα στην πύλη και ρώτησα τον σκοπό.

 – Τι έγινε ρε συ; Πως ήρθα εδώ και πού είναι το λεωφορείο;

 – Με χίλια ήρθες και μέσα από το χαντάκι. Κόντεψες να με πατήσεις και στράβωσες την μπάρα του στοπ. Όπως βλέπεις, τώρα δείχνει τον ουρανό. Να κοίτα το χαντάκι και τις κολώνες που έκοψες. Μεθυσμένος ήσουν; Και πώς ξεμέθυσες ρε συ τόσο γρήγορα;

 – Άφησε τα τώρα αυτά του είπα, και έλα να τα σιάξουμε λίγο, μη βρω κανένα μπελά το πρωί και άσε τις πολλές ερωτήσεις.

 – Άκουσε είπε αυτός. Πήγαινε να βρεις που άφησες το λεωφορείο και ασχολήσου μ’ αυτό, γιατί σίγουρα θα έχει χτυπήματα. Ξύπνα μετά αυτούς από το συνεργείο να το τακτοποιήσουν και αυτά εδώ; Ξέχασε τα. Θα φωνάξω τους δικούς μας τώρα κιόλας να καθαρίσουν το χαντάκι και να βάλουν τις κολώνες στην θέση τους.

 – Θα το κάνετε ρε;

 – Αφού ξέρεις ότι σ’ αγαπάμε. Να σ’ αφήσουμε αβοήθητο; Πήγαινε εσύ στο αυτοκίνητο και ξέχασε τα αυτά.

 Έψαχνα το αυτοκίνητο εκεί όπου θα το έβαζα εγώ και το βρήκα εκεί όπου δεν θα το έβαζα ποτέ και σε καμιά περίπτωση. Ήταν τοποθετημένο σε μια στενή ρεμίζα και κανονικά παρκαρισμένο. Ήταν πολύ στενός εκείνος ο χώρος και ίσα που χωρούσε το λεωφορείο. Από μόνος μου, ούτε και στα καλά μου θα επιχειρούσα να το παρκάρω εκεί.

 Παρατηρώντας το προσεκτικά, δεν είδα να έχει σοβαρό πρόβλημα. Πήγα ωστόσο στον θάλαμο της πυροβολαρχίας μας και σήκωσα από τα κρεβάτια, τους στρατιώτες του συνεργείου. Όταν τους είπα τι έπαθα, έτρεξαν αμέσως αυτοί να εξετάσουν το λεωφορείο. Εμένα με έστειλαν να κοιμηθώ, γιατί πέρασε η ώρα και σε λίγο έπρεπε να φέρω από το Κιλκίς τους αξιωματικούς μας.

 Όταν με ξύπνησε στις πέντε ο θαλαμοφύλακας, έλεγε χαμηλόφωνα.

 – Όλα είναι εν τάξει: Μην ανησυχείς. Το χαντάκι, τα κολονάκια και η μπάρα του στοπ είναι όλα στην θέση τους. Και το αυτοκίνητο είναι έξω από τον θάλαμο, χωρίς κανένα πρόβλημα. Σκίστηκαν τα παιδιά μέσα στην νύχτα να σε βγάλουν καθαρό.

 Όταν βγήκα έξω, διαπίστωσα ότι πράγματι το αυτοκίνητο μου ήταν εκεί, γι αυτό ανέβηκα πάνω. Έβαλα μπροστά την μηχανή και σε λίγο περνούσα από την πύλη. Έβαφαν έως εκείνη την ώρα τα παιδιά, τόσο τα κολονάκια, όσο και την μπάρα του στοπ.

 Ανησυχούσα μη τυχόν και δεν προλάβουν να τα διορθώσουν μέχρη να επιστρέψω και εξαιτίας αυτού υποχρεωνόμουν να εξηγώ τα ανεξήγητα στον λοχαγό μας. Κατάλαβαν οι βαφείς την ανησυχία μου, γι αυτό και μου έλεγαν.

 – Ώσπου να γυρίσεις, θα στεγνώσουν αυτά. Μη στεναχωριέσαι.

 Τους ευχαρίστησα και έφυγα γρήγορα από εκεί, θέλοντας να παραλάβω έγκαιρα τους αξιωματικούς από τα σπίτια τους. Και όπως είπα, πρώτον έπαιρνα τον δόκιμο. Όταν έφτασα στο σπίτι τους όμως, δεν τον βρήκα έτοιμο στην πόρτα του όπως πάντα.

 Άνοιξε ως τόσο την πόρτα του σπιτιού τους και μου έκανε νόημα να φύγω.

 – Χάλια είμαι. Πες τους ότι είμαι άρρωστος. Θα μιλήσω αργότερα με τον γιατρό.

 Αφού δήλωνε ασθένεια ο δόκιμος, έφυγα και πήγα να παραλάβω τους υπόλοιπους. Όταν παρέλαβα και τον γιατρό, τον ενημέρωσα για την ασθένεια του δόκιμου και αμέσως μετά πήγα να παραλάβω έναν επιπλέον Ταγματάρχη που διέθετε η μοίρα πυραύλων.

 Ήταν ισόβαθμος αυτός με τον υποδιοικητή μας, επίσης Ταγματάρχης και η αρμοδιότητα του περιοριζόταν στα τηλέτυπα. Συνήθως καθόταν πίσω, μαζί με τους άλλους αξιωματικούς. Εκείνη την ημέρα όμως θέλησε να καθίσει δίπλα μου και στην θέση του συνοδηγού. Αφού βολεύτηκε στην θέση του, μου έδωσε εντολή να ξεκινήσω.

 Μπήκαμε στον δρόμο για το στρατόπεδο κι εγώ έκανα το κορόιδο, για όσα έκτροπα έβλεπα σ’ όλη την διαδρομή. Ο ταγματάρχης όμως δεν έκανε το ίδιο. Παρατηρούσε με πολύ ενδιαφέρον τις ροδιές που άφηνε στα αναχώματα του δρόμου ένα στρατιωτικό μάλλον αυτοκίνητο.

 Φαινόταν καθαρά τα οχτάρια που έκανε, όταν μια στο αριστερό και μια στο δεξιό μέρος του δρόμου, ανεβοκατέβαινε τα αναχώματα. Δεν τα είδα  όταν πήγαινα στο Κιλκίς, γιατί ήταν σκοτάδι ακόμη, Επιστρέφοντας όμως έφεξε πια, γι αυτό και φαινόταν πολύ καθαρά οι ζίκ ζάκ ροδιές πάνω στα αναχώματα. Σφύριζα αδιάφορος, για να αποσπάσω την προσοχή του ταγματάρχη από τις ροδιές. Εκείνος όμως; Επέμενε.

 – Να ξέρεις, ότι αυτός είναι στρατιώτης και σίγουρα ήταν μεθυσμένος. Βλέπεις τα οχτάρια στα αναχώματα; Ρε συ; Αυτόν θα τον βρούμε να είναι παρακάτω στραπατσαρισμένος. Πω; Πω; Μόνον δικός μας δεν θέλω να είναι. Μόλις πάμε στο στρατόπεδο όμως, θα πάρω αμέσως τηλέφωνο στην διοίκηση πυροβολικού να μάθω, ποιας μονάδας ήταν αυτός ο οδηγός και αλίμονο του.

 Θορυβήθηκα με τις δηλώσεις του Ταγματάρχη, γι αυτό και θέλησα να τον αποπροσανατολίσω κάπως, μη τυχόν και κάνει αυτό που έλεγε.

 – Δεν μπορεί να ήταν στρατιώτης του είπα. Αυτός τώρα θα πέρασε. Όταν ερχόμουν να σας πάρω, δεν είδα αυτά τα οχτάρια αν και φαίνονται πολύ επικίνδυνα.

 – Τι επικίνδυνα ρε; Μ’ έκοψε ο Ταγματάρχης. Αυτός έκανε τον γύρο του θανάτου εδώ και απορώ, αν είναι ζωντανός.

 Έχοντας στην κουβέντα μας τον μεθυσμένο οδηγό, φτάσαμε γρήγορα στην πύλη του στρατοπέδου και για να μη δει ή παρατηρήσει κάτι ύποπτο εκεί, του έδειξα να προσέξει ένα πεσμένο δένδρο στ’ αριστερά μας.

 Έστριψα γρήγορα το λεωφορείο δεξιά και πέρασα με φόρα πάνω από την γέφυρα, ώστε να χάσει αυτός τα σημάδια από τις ροδιές που παρατήρησα να υπάρχουν ακόμη στο χαντάκι.

 Άφησα τους αξιωματικούς στις θέσεις τους και αμέσως μετά, έστειλα ξανά στην πύλη αυτούς που εξαφάνισαν τα καμώματα μου, ώστε να τα διορθώσουν κάπως, γιατί της νύχτας την δουλειά, την βλέπει η μέρα και γελά λέει η παροιμία.

 Πήγαν τα παιδιά και όντως τα διόρθωσαν, γι αυτό και κανείς δεν πήρε χαμπάρι απ’ όσα έγιναν εκεί, εξαιτίας της δικής μου συμμετοχής σε άστοχες ενέργειες, αυτές που έγιναν σε ακατάλληλους τόπους και χρόνους και προπαντός, σε ακατάλληλες για τέτοια πράγματα υποχρεώσεις.

 Ως τόσο; Ο δόκιμος μετακόμισε αλλού εκ των υστέρων, προκειμένου να γλιτώσει από τον αλκοολικό Συνταγματάρχη, ο οποίος έβαλε πρόγραμμα να κόψει το ποτό βέβαια, γιατί και αυτός έπαθε ζημιά στο στομάχι του και τον έτρεχαν στα νοσοκομεία.

 Μπορεί να ζήλευαν την θέση μου οι συστρατιώτες μου, εμένα όμως με αγαπούσαν γιατί τους φρόντιζα, όσο βέβαια περνούσε από το χέρι μου και αυτό πάλι το έκανα από τότε ακόμη που είχα την αποθήκη εφοδιασμού.

 Σ’ εκείνη την αποθήκη, είχα πολλά περισσεύματα σε τρόφιμα, αφού ο μάγειρας μας δεν τα χρησιμοποιούσε όλα. Το ανέφερα αυτό στον λοχαγό μου κι εκείνος με παρέπεμψε στον διοικητή.

 Τον πλησίασα λοιπόν αυτόν έξω από τα μαγειρεία ένα μεσημέρι και την ώρα που ερχόταν να κάνει τον καθημερινό του έλεγχο, περί της καλής ποιότητος του φαγητού μας. Τον κάλεσα να επισκεφτεί την αποθήκη μου και έτσι του έδειξα τα περισσεύματα που είχα μαζεμένα.

 Όταν είδε την αποθήκη μου γεμάτη και τακτοποιημένη τρελάθηκε αυτός.

 – Μπράβο παιδί μου. Και πάλι μπράβο. Χαίρομαι που έχω τέτοιους στρατιώτες. Πες μου τι θέλεις να κάνω.

 – Τίποτε δεν θέλω κύριε διοικητά. Αυτά τα περισσεύματα όμως, αν δεν τα διαθέσουμε στους στρατιώτες μας, θα αναγκαστούμε να τα πετάξουμε στα σκουπίδια, ως ακατάλληλα. Δεν μπορώ να αναγκάσω εγώ τον μάγειρα να τα διαθέσει και αν αυτός δεν αλλάξει το μενού του, όλα αυτά θα τα πάμε σίγουρα στα σκουπίδια.

 Ενθουσιάστηκε αυτός με όσα άκουσε, γι αυτό και φώναξε αμέσως τον μάγειρα να έρθει στην αποθήκη. Τρέχοντας ήρθε εκείνος.

 – Τα βλέπεις όλα αυτά μάγειρα; Είναι όλα περισσεύματα. Και όπως μου λέει ο αποθηκάριος μας, όλα αυτά περισσεύουν γιατί δεν τα χρησιμοποιείς εσύ. Κάνεις συνέχεια τα ίδια φαγητά, γι αυτό και όλα αυτά μας μένουν στο ράφι.

 Μελέτησε καλά τα περισσεύματα μας λοιπόν και αύριο το πρωί σε περιμένω στο γραφείο μου με νέο μενού. Προγραμμάτισε το δε αυτό έτσι, ώστε να περιλαμβάνει όχι μόνον τα είδη που μας περισσεύουν, αλλά και τις ποσότητες που πρέπει να χρησιμοποιείς. Έγινα αντιληπτός;

 – Μάλιστα είπε φοβισμένος ο μάγειρας και έφυγε πλάι, πλάι, σαν τον κάβουρα.

 Γυρίζοντας προς το μέρος μου ο διοικητής μας, είπε σε μένα.

 – Έχουμε τίποτε άλλο;

 – Ακόμη δύο κύριε διοικητά. Το πρωί έχουμε για ρόφημα μονίμως τσάι. Λέω να το κάνουμε μια γάλα μια τσάι και επειδή έχω πολλά περισσεύματα και από τα δύο, να τους δίνουμε και το βράδυ ρόφημα.

 Μετά από το σιωπητήριο και για όσους μένουν αργά, προτείνω να τους δίνω καφέ και ζάχαρη, για να κάνουν μόνοι τους καφέ στους θαλάμους τους.

 Γέλασε ο  διοικητής μας με το πρώτο, γι αυτό και είπε.

 – Ποιο είναι το άλλο;

 – Βλέπετε πόσο καλά είμαι εγώ σιδερωμένος; Με βλέπουν οι άλλοι στρατιώτες και ζηλεύουν. Ρώτησα στο καθαριστήριο που ανάλαβε να πλένει τα ρούχα των στρατιωτών μας και μου είπε ότι είναι ελάχιστο το κόστος αν μας τα παραδίδει και σιδερωμένα. Μπορείτε να δεχθείτε αυτό το επιπλέον έξοδο για την καλή εμφάνιση των στρατιωτών μας;

 – Θα εξετάσω τις προτάσεις σου είπε και έφυγε.

 Την επομένη μέρα κιόλας, έγιναν όλα όσα του ζήτησα.

  Θύμωσε όμως ο μάγειρας μαζί μου όταν αναγκάστηκε να αλλάξει μενού, γιατί αυτή η αλλαγή του έφερε επιπλέον ενασχόληση στα μαγειρεία, πράγμα που αυτός δεν ήθελε.

 Με κακολογούσε σ’ όλους για το κακό που του έκανα και αυτό έγινε αιτία ώστε να μάθουν όλοι τον λόγο που έτρωγαν καλύτερα, όπως και τον λόγο που τα ρούχα τους ερχόταν πλέων σιδερωμένα και έτσι κέρδισα εγώ την συμπάθεια όλων.

 Τα βράδια προπαντός, που ερχόταν στην αποθήκη μου να τους δώσω μια φτυαριά καφέ και μια ζάχαρη για τον καφέ τους, που τον έφτιαχναν στον γκαζοτενεκέ και μέσα στον θάλαμο τους, πολύ χαιρόταν μαζί μου όταν έβλεπαν εκεί να τους κάνω παρέα.

 Μ’ αυτήν την ευκαιρία όμως, έπινα κάθε βράδυ καφέ και σ’ άλλον θάλαμο. Πως μπορούσαν λοιπόν αυτοί να με αφήσουν αβοήθητο, όταν εγώ βρέθηκα σε δύσκολη θέση;

 Σηκώθηκαν από τα κρεβάτια τους όταν χρειάστηκε και καθάρισαν εμένα από τις συνέπειες που θα είχα με όσα προκάλεσα μεθυσμένος και ευτυχώς για μένα, το πάθημα μου δεν έγινε αντιληπτό από κανέναν.

 Είχα να πω και ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Παναγία μας όμως, για όσα Αυτή με φρόντισε εκείνο το βράδυ. Όχι μόνον με επέστρεψε σώο και αβλαβή στο στρατόπεδο, αλλά και μέχρι στο κρεβάτι μου με πήγε, έστω και αν δεν Την είδα.

 Είδα όμως το αυτοκίνητο μου εξασφαλισμένο, όχι εκεί που το έβαζα εγώ από συνήθεια, αλλά εκεί που Αυτή ήθελε να το βάλει, για να μην μπορώ να πω εγώ, ή οποιοσδήποτε άλλος, ότι το υποσυνείδητο μου με βοήθησε να το παρκάρω ασφαλώς.

 Αυτή το παρκάρισε και το παρκάρισε εκεί που η θέση προοριζόταν για τζιπ και σ’ έναν χώρο μάλιστα, που ήταν άλλης πυροβολαρχίας κι εγώ δεν είχα κανένα δικαίωμα να τον χρησιμοποιήσω.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *