Κατέβηκα τρέχοντας είναι αλήθεια από το νοσοκομείο Άγιος Παύλος και με τον ίδιο τρόπο ακολουθούσα με το δικό μου αυτοκίνητο το ασθενοφόρο που με διέθεσαν οι γιατροί του, οι οποίοι έστω και με το δικό μου έτσι θέλω στην συνέχεια, δρομολόγησαν τελικά μέσω αυτού την μεταφορά της γυναίκα μου στο νοσοκομείο που τους υπέδειξα.
Όπως τους το επέβαλα δηλαδή, στο Παπανικολάου την μετέφεραν με το ασθενοφόρο τους, το οποίο με πολύ άγχος ακολουθούσα βέβαια, για τον λόγο ότι φοβόμουν, μη τυχόν και μου έκαναν καμιά λαδιά εκείνοι οι έμποροι γιατροί των Αθηνών και πήγαιναν την γυναίκα μου κάπου αλλού για τους δικούς τους λόγους.
Το ρολόι μου όπως έβλεπα, έδειχνε πέντε και μισή την στιγμή που ξεκίνησα ακολουθώντας το ασθενοφόρο και μαζί με το προηγούμενο, είχα κι ένα επιπλέον άγχος να με τρώει. Μη τυχόν δηλαδή και δεν προλάβαινε να φτάσει η γυναίκα μου στο νοσοκομείο που την μετέφερα κι όπως μου το τόνισαν οι γιατροί, αναγκαζόμουν εκ των πραγμάτων να την πάρω από τον δρόμο πεθαμένη.
Ανησυχούσα δηλαδή εκείνη την ώρα, μήπως και τίποτε δεν κατάφερνα να επιτύχω ως αποτέλεσμα, από την μεταφορά που τους επέβαλα να κάνουν, αλλά κι άσχημα αισθανόμουν για όσα τους ξεστόμισα θυμωμένος, ότι θα πέθαινε η γυναίκα μου δηλαδή τότε που εγώ θα το ήθελα, δεδομένου ότι κανείς εκτός από τον Θεό δεν θα μπορούσε να ορίσει την ζωή της.
Και πώς να μην θύμωνα μαζί τους άλλωστε, αφού και αδιάφοροι ήταν και σχεδιασμό φάνηκε ότι έκαναν μεταξύ τους αυτοί, τόσο οι γιατροί του νοσοκομείου Άγιος Παύλος κι όχι μόνον, όσο και οι γιατροί που ήρθαν οργανωμένοι από την Αθήνα και μου ζητούσαν τα ζωτικά της όργανα, αλλά και τίποτε δεν έκαναν προκειμένου να βοηθήσουν την γυναίκα μου, αφού όπως αποδείχτηκε, την ήθελαν πεθαμένοι για δικούς τους λόγους.
Εξαιτίας όλων αυτών λοιπόν με βρήκαν εναντίων τους, αφού εγώ ήθελα να μείνει ζωντανή αυτή, να γίνει καλά και να γυρίσει στο σπίτι της και στα παιδιά της, τα οποία τόσο πολύ την είχαν ανάγκη στην ηλικία που βρισκόταν. Ήταν ποτέ δυνατόν λοιπόν, να έμενα με σταυρωμένα χέρια και να μην έκανα τίποτε εγώ, ώστε να φανώ χρήσιμος στην γυναίκα μου, στα παιδιά μου και σε μένα κατ’ επέκταση, αφού μόνον εγώ ήμουν αυτός που θα μπορούσε να μας φροντίσει όλους;
Αυτά σχολιάζοντας μέσα μου τρέχοντας πίσω από το ασθενοφόρο, μου φαινόταν επίσης πολύ λογικό εκείνη την στιγμή και το να ελπίζω στην συνέχεια, ότι μπορεί και είχα θετικό αποτέλεσμα, αν βέβαια φτάναμε έγκαιρα στο νοσοκομείο που ο κύριος καθηγητής μου υποσχέθηκε ότι θα την εγχείριζε κι αυτός ήταν ο λόγος που ζήτησα να την μεταφέρουν εκεί.
Δεν ήξερα βέβαια τι ακριβώς θα έκανε αυτός με την επέμβαση που μας υποσχέθηκε, όπως δεν ήξερα κι αν μπορούσε να γίνει πλέων αυτή, αφότου μεσολάβησαν τα πρωινά γεγονότα. Την πήγαινα λοιπόν στο νοσοκομείο, γιατί απλώς ήθελα να την βοηθήσω, αλλά και γιατί είχα βεβαία την υπόσχεσή του καθηγητού, ότι θα της έκανε την επέμβαση.
Αφού λοιπόν πέρασαν οι μέρες της διορίας που μας έδωσε, δεν είχα παρά να την μεταφέρω εκεί και σ’ αυτόν κατ’ επέκταση, ώστε να αναλάβει την ευθύνη των όσων μας υποσχέθηκε, έστω κι αν δεν ήξερα ακόμη ποιο θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα των όσων επεδίωκα.
Ωστόσο, θυμήθηκα εκείνη την ώρα και την αναφορά που μας έκανε προ ημερών ο πατήρ Παϊσιος, ο οποίος ζήτησε να του πούμε ένα καλό που έκανε η γυναίκα μου, εξαιτίας του οποίου και δεν θα πέθαινε όπως μας βεβαίωσε, αλλά να που πέθανε τελικά αυτή κι εγώ την συνόδευα πια όντως πεθαμένη, πηγαίνοντάς την προς στο νοσοκομείο, όπου και ήλπιζα να την εγχειρίσουν.
Έφτασε τελικά το ασθενοφόρο εκεί κι έφτασε πολύ νωρίτερα από μένα κι όπως έπρεπε, στάθηκε έξω από μια πόρτα της πέτρινης κλινικής, η οποία έγραφε ΜΟΧΑ όπως έβλεπα κι εγώ εκ των υστέρων, στο εσωτερικό της οποίας εισήγαγαν την γυναίκα μου όπως αγωνιωδώς κι αυτό το πληροφορήθηκα, από κάποιον νοσοκόμο, τον οποίο τυχαία συνάντησα μπροστά μου.
Αναζητώντας την γυναίκα μου στο εσωτερικό της κλινικής λοιπόν, βρέθηκα μπροστά σε μια δεύτερη, αλλά κλειστή εσωτερική πόρτα, στην οποία απαγορευόταν η είσοδος όπως έγραφε μια ταμπελίτσα, γι’ αυτό και την χτυπούσα ώστε να με ανοίξουν. Ο γιατρός που βγήκε έξω προκειμένου να με ενημερώσει, μου έλεγε στα γρήγορα, τα ίδια σχεδόν με αυτά που μου είπαν οι γιατροί εκείνου του δήθεν νοσοκομείου Άγιος Παύλος.
Η γυναίκα σου είναι πεθαμένη έλεγε κι αυτός. Κι αφού άντεξε μέχρις εδώ, προλάβαμε κι εμείς να την βυσματώσαμε στο δικό μας μηχάνημα, για τον λόγο ότι το προηγούμενο, μόνον για μισή ώρα μπορούσε να διατηρήσει τα ζωτικά της όργανα σε λειτουργία. Το δικό μας όμως είναι εξειδικευμένο, γι’ αυτό και μπορεί να τα κρατήσει σε λειτουργία έξη ώρες ακόμη.
Τρέχα τώρα να βρεις νευροχειρούργο, ώστε να αναλάβει την εγχειρίσει της γυναίκας σου αμέσως, γιατί αν περάσουν αυτές οι έξη ώρες που της απομένουν, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί αυτή, όσο κι αν επιμένουμε εμείς και το μηχάνημά μας.
Πήρα λίγο θάρρος θα έλεγα μετά από αυτά που άκουσα να μου λέει ο γιατρός, οπότε του έλεγα κι εγώ με σιγουριά πλέον τα παρακάτω. Μου υποσχέθηκε προ ημερών, ότι θα την εγχειρίσει ο κύριος καθηγητής της νευρολογικής κλινικής, γι’ αυτό και ζήτησα να την μεταφέρουν εδώ.
Ακούγοντας όμως αυτός το όνομά του κυρίου καθηγητού που του ανάφερα γέλασε, πράγμα βέβαια που με προβλημάτισε, γι’ αυτό και τον βεβαίων στην συνέχεια. Ναι σας λέω. Μου το υποσχέθηκε.
Αν σου το υποσχέθηκε, επέμενε να μου λέει αυτός χαμογελώντας, τρέχα να τον βρεις. Κι αν δεν έρθει αυτός, που σίγουρα δεν θα έρθει, καθόλου μην χασομεράς. Ψάξε σε όλη την Ελλάδα κι όπου βρεις διαθέσιμο νευροχειρούργο να αναλάβει την γυναίκα σου, πλήρωσέ τον όσα σου ζητήσει και πες του να έρθει αμέσως εδώ να την αναλάβει.
Μαζί μ’ εσένα όμως, θα ψάχνουμε κι εμείς να βρούμε νευροχειρούργο. Εσύ βέβαια, μην στηρίζεσαι μόνον στις δικές μας προσπάθειες, γιατί αυτόν ιδικά που εμείς αμέσως αρχίσαμε να ψάχνουμε, για κάποιον λόγο δεν απαντά στο τηλέφωνο του. Πιθανόν να βρίσκετε σε κάποιο συνέδριο. Τρέχα όμως εσύ να βρεις νευροχειρούργο, γιατί αυτό που πρέπει να κάνεις δεν είναι καθόλου εύκολο.
Αυτά μου είπε ο γιατρός κι εγώ βγήκα στον διάδρομο του νοσοκομείου αρκετά προβληματισμένος μετά από όσα άκουσα κι αφού είδα την ώρα να είναι έξη το πρωί, άρχισα από εκείνη την στιγμή να κάνω παντού και πολλά τηλεφωνήματα προκειμένου να βοηθηθώ, απευθυνόμενος πρώτα από όλους στους φίλους και συγγενείς μας και μετά από αυτούς, άρχισα να ζητώ την παρέμβαση του κυρίου καθηγητού, ο οποίος βέβαια, μάλλον είχε εξαφανιστεί εσκεμμένα κι από προσώπου γης θα έλεγα.
Ξύπνησα τους πάντες δηλαδή εκείνη την ώρα και ξύπνησα πολλούς φίλους και γνωστούς αφού χρειαζόμουν την βοήθειά τους κι ευτυχώς για μένα, όλοι τους ανταποκρίθηκαν και με το παραπάνω μάλιστα. Έξη και τέταρτο το πρωί για την ακρίβεια, καλούσα και τον κύριο καθηγητή στο σπίτι του, από όπου με πληροφορούσε η γυναίκα του, ότι έλειπε κι ότι δεν ήξερε που θα μπορούσε να βρίσκεται.
Μετά από κείνο το αρνητικό τηλεφώνημα, κάλεσα κι όλους όσους ήξερα από τον κομματικό μηχανισμό που κι αυτός ανήκε, αλλά και υπηρετούσε όπως σας είπα, οι οποίο όντως με βεβαίωναν εκείνη την στιγμή, ότι θα έβαζαν λυτούς και δεμένους, ώστε να τον βρουν όπου κι αν βρισκόταν.
Στις έξη και μισή μάλιστα, ξύπνησα και τον φίλο μου, αυτόν δηλαδή που ήταν και γείτονας του κυρίου καθηγητού στην Χαλκιδική, τον οποίο έστειλα αμέσως στο εξοχικό του, μήπως και τον έβρισκε να κρύβετε εκεί, προκειμένου να τον φέρει τρέχοντας ει δυνατόν στο νοσοκομείο.
Μέχρι να καλέσω όμως όλους αυτούς για δεύτερη φορά, ελπίζοντας να μάθω κάτι καλό ενδεχομένως από τις προσπάθειές τους, πέρασε μια ώρα. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, ήρθαν και με βρήκαν εκεί όσοι από τους φίλους και συγγενείς μπόρεσαν, οι οποίο χωρίς καμιά καθυστέρηση μπήκαν αμέσως στην διαδικασία της αναζήτησης νευροχειρούργου, όπου κι αν τον έβρισκαν διαθέσιμο να μας συμπαρασταθεί και πάντα με το αζημίωτο βέβαια.
Πέρασε μία, πέρασαν δύο, πέρασαν τρεις ώρες από τότε που έκανα το πρώτο τηλεφώνημα σε όσους δέχτηκαν να με βοηθήσουν κι ακόμη δεν είχα πάρει καμιά θετική απάντηση. Κι επειδή κανείς τούς δεν μπορούσε να βρει διαθέσιμο νευροχειρούργο, όπου κι αν τον αναζήτησαν εκλιπαρώντας για βοήθεια, άρχισαν να απελπίζονται απογοητευμένοι από την αδιαφορία, ή την αδυναμία των νευροχειρούργων να αναλάβουν μια τόσο δύσκολη επέμβαση, όπως ήταν αυτή που έπρεπε να γίνει στην γυναίκα μου.
Η αγονία δε που με κατείχε, για το τι θα έκανα αν δεν έβρισκα μέχρι στις δώδεκα το μεσημέρι νευροχειρούργο όπως μου είπαν από την ΜΟΧΑ, δεν με άφηνε περιθώρια να φύγω μακριά από τον τηλεφωνικό θάλαμο, τον οποίο έπιασα αγκαζέ θα έλεγα, προκειμένου να κάνω συνεχώς τηλεφωνήματα σε όλους όσους έψαχναν να βρουν μαζί με τους άλλους και τον κύριο καθηγητή.
Κάθε λίγο και λιγάκι βέβαια, καλούσα κι εγώ το τηλέφωνο του σπιτιού του, μήπως κι εμφανίστηκε επιτέλους εκεί από όπου κι αν επέστρεψε, αλλά δυστυχώς για μένα, ούτε από την γυναίκα του είχα την θετική απάντηση που περίμενα κι αυτό, δυνάμωνε την αγονία μου.
Είχα κρεμαστεί από της υποσχέσεις που μου έδωσε, όπως κι από τις ελπίδες που μου άφησε να έχω εφόσον έγιναν όλα έτσι όπως μου τα ζήτησε, γι’ αυτό και τον αναζητούσα, αφού αυτός ήξερε καλύτερα κι από τον καθένα μάλιστα την περίπτωση της γυναίκας μου, δεδομένου ότι ήταν κι ο μόνος που ενημερώθηκε για την κατάστασή της.
Είχε εξαφανιστεί όμως από προσώπου γης και κανείς δεν μπορούσε να τον βρει πουθενά, έστω κι αν μόλις ξημέρωσε τον έψαχνε παντού ολόκληρος ο κομματικός μηχανισμός του κόμματος που υπηρετούσε, όχι για να κάνει ρουσφέτι σε μένα, αλλά επειδή έτυχε να έχω ανάμεσα τους πολλούς φίλους κι αυτοί όντως έκαναν ότι τους ζητούσα, αφού βεβαίως και ήθελαν να με συμπαρασταθούν.
Ενώ έκανα λοιπόν της δικές μου προσπάθειες, κάθε τόσο πήγαινα και στην ΜΟΧΑ να πληροφορηθώ από τους γιατρούς της, μήπως και βρήκαν αυτοί τουλάχιστον τον νευροχειρούργο που έψαχναν. Όχι απαντούσαν κι αυτοί. Αν τον βρούμε όμως έλεγαν, είμαστε σίγουροι, ότι αυτός βεβαίως και θα αναλάβει την γυναίκα σου.
Μα καλά, τους έλεγα, πού βρίσκεται; Πέστε μου πού βρίσκεται, ώστε να πάω εγώ εκεί κι αμέσως θα τον φέρω εδώ. Δεν χρειάζεται να πας ούτε εσύ, ούτε εμείς έλεγαν αυτοί. Αν ακούσει αυτός, ή μάθει ότι τον ψάχνουμε, αμέσως θα έρθει εδώ, γιατί αυτός είναι γιατρός παλικάρι και μπροστά από την ιατρική του, δεν βάζει τίποτε.
Όλοι οι άλλοι νευροχειρούργοι, κοιτούν πρώτα την καριέρα τους, μετά το πόσα θα πάρουν και μετά κοιτούν αν θα αναλάβουν την περίπτωση που τους παρουσιάζετε. Κι αν την αναλάβουν πάλι, τότε κοιτούν να είναι εύκολη περίπτωση, ώστε να μην διακινδυνεύσουν το καλό τους όνομα, αυτό δηλαδή που απέκτησαν από εύκολες επεμβάσεις. Κι όταν βρεθεί καμιά δύσκολη περίπτωση, όπως είναι αυτή της γυναίκα σου, τότε όλοι τους εξαφανίζονται. Γι αυτό και δεν μπορείς να βρεις εσύ τώρα κανέναν από αυτούς.
Μην απογοητεύεσαι όμως και κάνε ότι μπορείς προκειμένου να βοηθήσεις την γυναίκα σου κι εμείς σου υποσχόμαστε από εδώ, ότι δεν θα σταματήσουμε να ψάχνουμε τον νευροχειρούργο που σου αναφέραμε.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, πέρασαν οι ώρες κι εγώ άρχισα να πιστεύω πια ότι ο κύριος καθηγητής, εσκεμμένα εξαφανίστηκε και διάλεξε να πάει και να κρυφτεί εκεί, όπου κανείς δεν θα μπορούσε να τον βρει. Ήξερε δηλαδή ότι τον έψαχνα, όχι μόνον εγώ, αλλά και πολλοί άλλοι, γι’ αυτό και μόλις έμαθε από τους γιατρούς που ζητούσαν τα όργανα της γυναίκας μου, ότι δεν τους τα έδωσα κι ότι κατευθύνομαι στην κλινική του με σκοπό να τον αναγκάσω να θυμηθεί της υποσχέσεις του, ήταν επόμενο ότι δεν θα τον έβρισκα ποτέ και πουθενά εκείνη την ημέρα.
Θύμωσα πολύ μαζί του κάνοντας τέτοιες σκέψεις, γιατί με το να αθετήσει αυτός τις υποσχέσεις του, έβαζε σε κίνδυνο την γυναίκα μου, την οποία βεβαίως και ήθελα ζωντανή, τόσο για εμένα όσο και για τα παιδιά μου.
Όσο κι να θύμωσα μαζί του όμως, δεν μπορούσα να τον βρω πουθενά εκείνη την ώρα, ώστε να έβγαζα επάνω του τα απωθημένα μου, γι’ αυτό κι άρχισα να καλμάρω τον εαυτό μου, κάνοντας καλές πλέων σκέψεις και τέτοιες μάλιστα, που να με ηρεμούν ει δυνατόν.
Άνθρωπος είναι κι αυτός έλεγα και πιθανόν να φοβήθηκε την δυσκολία της επέμβασης, γι’ αυτό κι έφυγε ώστε να μην την αναλάβει. Πιθανόν πάλι να μην ήθελε να χαλάσει την καλή εικόνα που έχουν οι άλλοι άνθρωποι γι’ αυτόν, αν αποτύχανε να φέρει σε πέρας την περίπτωση της γυναίκας μου, γι’ αυτό κι εξαφανίστηκε.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, έκανα πολλές και παρόμοιες σκέψεις έως ότου καλμάρω εντελώς τον εαυτό μου, αλλά και να δω ήρεμα πια ήθελα, τι θα μπορούσα να κάνω στο εξής, έστω και χωρείς την δική του συμμετοχή στο πρόβλημά μου.
Αν μου έλεγε βέβαια από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησα, ότι η περίπτωση της γυναίκας μου ήταν δύσκολη κι ότι αυτός αν και καθηγητής δεν θα μπορούσε να την αναλάβει, εγώ θα τον καταλάβαινα και θα έψαχνα αλλού να βρω λύση στο πρόβλημα μου.
Αν πάλι την τελευταία στιγμή και τότε που εγώ έψαχνα νευροχειρούργο και δεν έβρισκα, ήταν αυτός εκεί μαζί μου κι έλεγε, δυστυχώς για μένα, δεν είμαι σε θέση να αναλάβω αυτό το περιστατικό, θα μείνω όμως εδώ και θα ψάχνω μαζί σου ώστε να βρούμε λύση για την γυναίκα σου, τότε θα χειροκροτούσα αυτόν τον γιατρό, έστω κι αν δεν είχα κανένα καλό αποτέλεσμα από την προσπάθεια που θα κάναμε μαζί.
Δεν θύμωσα λοιπόν μαζί του, ούτε γιατί αθέτησε την υπόσχεση του, ούτε γιατί ενδεχομένως να φοβήθηκε την δυσκολία της επέμβασης. Θύμωσα μαζί του, γιατί μέχρι και την τελευταία στιγμή, με άφηνε να ελπίζω ότι θα αναλάβανε την γυναίκα μου, κριμένος πίσω από ψεύτικες υποσχέσεις, ενώ αυτός είχε σκοπό να χαθεί εσκεμμένα όταν θα τον χρειαζόμουν, για λόγους που αυτός μόνον ήξερε.
Παραγκώνισα ωστόσο τους θυμούς μου κι αφού έκανα ακόμη μία και τελευταία προσπάθεια να βρω τον κύριο καθηγητή κι αφού κι εκείνη η προσπάθεια όπως και όλες οι άλλες ήταν άκαρπη, κοίταξα ακόμη μια φορά το ρολόι μου κι απογοητευμένος από τους δείκτες του που έδειχναν την ώρα να είναι δώδεκα το μεσημέρι, έκανα τον σταυρό μου κι έλεγα απολογούμενος προς τον Θεό πια.
Θεέ μου. Έγινε δώδεκα το μεσημέρι κι εγώ ακόμη δεν μπόρεσα να βρω κανέναν νευροχειρούργο. Από όσα μου είπαν από την ΜΟΧΑ, το μηχάνημα που έχουν βυσματωμένη την γυναίκα μου τώρα, μπορούσε να κρατήσει τα όργανα της σε λειτουργία μέχρι κι αυτήν την ώρα.
Επειδή όμως πέρασε η διορία που μου έδωσαν κι εγώ δεν βρήκα καμιά λύση για το πρόβλημα της, αυτή δεν μπορεί πλέον να ελπίζει ότι θα ζήσει. Όπως είδες κι Εσύ όμως, εγώ έκανα ότι ήταν δυνατόν για την γυναίκα μου ως σύζυγός της κι ως άνθρωπος βέβαια, αλλά η επίσης ανθρώπινη αδυναμία του γιατρού που ήλπιζα ότι θα την βοηθούσε, δεν της επέτρεψε την δυνατότητα να ζήσει.
Κι αυτός πάλι, από φόβο μάλλον κρύφτηκε, γι’ αυτό και πουθενά δεν το βρίσκουμε ώστε να αναλάβει την υπόσχεση του. Άνθρωπος όμως καθώς είναι, σαν άνθρωπος βρήκε τρόπο να ενθρονίσει τον εαυτό του εκεί που φανταζόταν ότι του αξίζει να βρίσκεται, υπερτιμώντας προφανώς τον εαυτό του. Μόλις όμως είδε την δυσκολία που τον περίμενε, αν αντιμετώπιζε το πρόβλημα της γυναίκας μου δείλιασε, γι’ αυτό και το έβαλε στα πόδια. Τι μπορώ να κάνω εγώ όμως γι’ αυτό;
Εσύ που ξέρεις την αλήθεια και ξέρεις πόσο αδύναμοι ήμαστε εμείς οι άνθρωποι, διόρθωσε αν θέλεις τα κακός κείμενα και ανέλαβε την γυναίκα μου, αφού κι αυτή δικό σου παιδί. Αν θέλεις να την ζήσεις λοιπόν, ζήσε την. Αν θέλεις πάλι πέθανε την. Εγώ πάντως, δεν μπορώ να κάνω τίποτε παραπάνω από όσα είδες ότι έκανα.
Έκανα και τον σταυρό μου ενώ έλεγα αυτά κι αρκετά απογοητευμένος από την κατάληξη που πήρε το πράγμα, βάδιζα σκυθρωπός στον μακρύ διάδρομο του νοσοκομείου που οδηγούσε προς τον χώρο της ΜΟΧΑ, όταν έπεσε με φόρα πάνω μου ένας από τους γιατρούς της, ο οποίος και με έψαχνε όπως είπε, ενώ μου έλεγε χαρούμενος.
Έλα γρήγορα. Βρήκαμε επιτέλους τον νευροχειρούργο που ψάχναμε. Στο νοσοκομείο ήταν αυτός σήμερα ως εφημερεύων χειρούργος κι εμείς τον ψάχναμε στα συνέδρια. Τρέχα λοιπόν να τον συναντήσεις στο χειρουργείο, αφού εκεί βρίσκεται αυτήν την στιγμή και ήδη έχει αναλάβει την γυναίκα σου.
Κι αφού την ανέλαβε αυτός, είμαστε σίγουροι εμείς ότι θα κάνει τα πάντα προκειμένου να την βοηθήσει, αφού όπως σου είπαμε, μόνον αυτός έχει τα κότσια να κάνει τέτοιες επεμβάσεις. Ησύχασε λοιπόν κι εσύ και πήγαινε τώρα κιόλας να τον βρει.
Μιχάλης Αλταλίκης