Βρέθηκε Γιατρός Να Εγχειρίσει Την Πεθαμένη Γυναίκα Μου

 Στο χειρουργείο λοιπόν με έστελνε ο γιατρός της ΜΟΧΑ, προκειμένου να συναντήσω εκεί τον νευροχειρούργο που ανέλαβε να κάνει χειρουργική επέμβαση στο κεφάλι της πεθαμένης γυναίκας μου.

Κι αφού εκεί με έστελνε αυτός, δεν είχα παρά να γεμίσω από χαρά εγώ, αλλά και να του ζητώ στα γρήγορα πολύ βιαστικές ερωτήσεις. Που είναι το χειρουργείο; Πως θα πάω εκεί; Και πως λένε τον χειρούργο που πρέπει να συναντήσω;

Αφού μου είπε αυτός που και πως να πάω στο χειρουργείο, αλλά και ποιο ήταν το όνομα του χειρούργου που έπρεπε να βρω, σε τρία λεπτά μπήκα τρέχοντας από αγονία στον χώρο που μου υπέδειξε κάποιος.

Μπήκα στον συγκεκριμένο χώρο με φόρα θα έλεγα, αλλά κι όπως έβλεπα μπαίνοντας, ήταν πολλοί κι αυτοί που βρισκόταν συγκεντρωμένοι εκεί. Δεν ήξερα αν όλοι εκείνοι ήταν γιατροί, ή απλώς συνοδοί που περίμεναν αποτελέσματα από επεμβάσεις που έγιναν σε δικούς τους, γι’ αυτό και ρωτούσα στα γρήγορα, εκείνους τους δύο που είδα να βρίσκονται πολύ κοντά κι έξω από μια κλειστή πόρτα, πάνω στην οποία έγραφε μια ταμπέλα, χειρουργείο.

Ο ένας καθόταν σε μια καρέκλα, ενώ ο άλλος καθόταν δίπλα του και πάνω σε ένα μικρό μεταλλικό τραπέζι που βρισκόταν εκεί κι όπως τους παρατηρούσα συνομιλούσαν. Έκοψα την κουβέντα τους είναι αλήθεια κι έτσι όπως ήμουν φουριόζος, τους ζητούσα να μου πουν αυτοί αν ήξεραν, πού θα εύρισκα τον νευροχειρούργο.

Μήπως ξέρετε ρε παιδιά να μου πείτε, που θα βρω τον χειρούργο, κύριο Σακελαρίου; Μόλις άκουσαν αυτοί να τους μιλώ, γύρισαν να με δουν βέβαια, αλλά και μου απαντούσε ο ένας από αυτούς, ο οποίος ήταν ψιλός με γκρίζα μαλλιά, με κοντή γενειάδα και με μια πίπα στα χέρια.

Ο κύριος Σακελαρίου που ψάχνεις εγώ είμαι έλεγε, ενώ ρουφούσε ήρεμα καπνό από την πίπα του. Και κοιτώντας με ερευνητικά από πάνω μέχρι κάτω, ρωτούσε αυτός να του πω εγώ ποιος ήμουν. Εσύ όμως ρε φίλε, ποιος είσαι; Και γιατί με ψάχνεις έτσι τρεχάτος και λαχανιασμένος;

Πείρα θάρρος εγώ ακούγοντάς τον να μιλάει έτσι οικία, οπότε και στα γρήγορα πια του έλεγα, ότι ήμουν ο σύζυγος της γυναίκας που πριν από λίγο μετέφεραν εκεί από την ΜΟΧΑ κι ότι οι γιατροί της εντατικής με έστειλαν να τον βρω.

Μόλις άκουσε αυτός την αναφορά που τους έκανα, τράβηξε με νεύρο την πίπα από τα χείλη του κι αφού σηκώθηκε όρθιος, χτύπησε με δύναμη το χέρι του πάνω στο μεταλλικό τραπέζι που καθόταν και με πολύ θυμό στην φωνή του έλεγε.

– Εσύ ρε αλήτη είσαι ο σύζυγος αυτής της γυναίκας; Γιατί ρε παλιοτόμαρο άφησες δεκαπέντε μέρες την γυναίκα σου να είναι ζωντανή σε ένα νοσοκομείο που δεν είχε χειρουργείο και την έφερες τώρα σ’ εμάς όταν αυτή πια έχει πεθάνει;

Πόση περιουσία θα κληρονομήσεις ρε παλιάνθρωπε μετά τον θάνατο της, ώστε να μας την φέρεις εδώ, μόνο και μόνο για να πάρεις την πιστοποίηση του θανάτου της; Φτού σου ρε αλήτη.

Επαναλάμβανε τα ίδια αυτός ενώ με έφτυνε συνεχώς κι εγώ έπεφτα από τα σύννεφα για όσα με κατηγορούσε. Από ντροπή δε, για όσα επίθετα μου κολλούσε χωρίς να το υπολογίζω, δεν ήξερα που να πάω να κρυφτώ.

Όταν γύρισα κάποια στιγμή το κεφάλι μου να δω, μήπως άκουγαν και οι υπόλοιποι εκ των συνοδών αυτά που μου έσερνε ο χειρούργος, τους είδα να κουνούν επιδοκιμαστικά κι αυτοί τα κεφάλια τους για την συμπεριφορά μου, οπότε, λιώμα έγινα από ντροπή όπως καταλαβαίνετε και ίσα που μπόρεσα να ψελλίσω μια δικαιολογία απευθυνόμενος προς τον γιατρό.

– Γιατρέ? Τί είναι αυτά που μου λες; Εμένα μου είπαν οι γιατροί, ότι έπρεπε να μείνει στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν η γυναίκα μου και να μείνει μάλιστα ακίνητη εκεί, μέχρι να αφαιρεθούν με τα φάρμακα που της έδιναν όλα τα αίματα από το κεφάλι της. Αυτό μου είπαν κι αυτό έκανα. Τι παραπάνω λοιπόν μπορούσα να κάνω;

– Ποια αίματα να φύγουν ρε αλήτη; Είναι δυνατόν να φύγουν τα αίματα από το κεφάλι ενός ανθρώπου με τα φάρμακα; Τι είναι αυτά που μας λες ρε παλιοτόμαρο; Τσαγκάρηδες ήμαστε; Γιατροί ήμαστε και μάλιστα χειρούργοι.

Αν εσύ είχες και την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτήν την γυναίκα, έπρεπε να μας την είχες φέρει εδώ, αμέσως μόλις έμαθες ότι έχει σπάσει ανεύρυσμα στο κεφάλι της.

Αν την έφερνες εδώ τότε που ήταν ζωντανή, εμείς θα την βάζαμε αμέσως στο χειρουργείο και θα της βγάζαμε τα αίματα από το κεφάλι της με την εγχείριση που θα της κάναμε. Ποιος λοιπόν σου είπε εσένα, ότι φεύγουν τα αίματα από ένα κεφάλι με τα φάρμακα;

Μήπως είσαι τρελός ρε; Αλά τέτοιος αλήτης που είσαι, την έφερες εδώ όταν πέθανε και μας λες τώρα να την εγχειρίσουμε πεθαμένη, για να πάρεις εσύ την βεβαίωση που θα σε κάνει κληρονόμο της περιουσίας της.

Φτού σου ρε αλήτη επαναλάμβανε για πολλοστή φορά και γυρίζοντας μου επιδεικτικά πια την πλάτη του, παρέμενε αρκετά θυμωμένος μαζί μου.

Πήγα να βρω συμπαραστάτη στο πρόβλημά μου έλεγα μέσα μου κι αντί αυτού, βρέθηκα να είμαι υπόλογος για πράγματα που δεν έκανα και να είμαι μάλιστα εχθρικά αντιμετωπίσιμος από τον γιατρό, ο οποίος βεβαίως και δήχθηκε να χειρουργήσει την γυναίκα μου.

Σοκαρισμένος λοιπόν, αλλά και τρέμοντας σχεδόν από ντροπή για όσα με έφτυνε, πάλι προσπαθούσα να του απολογηθώ. Με το που άρχισα όμως να του λέω, μα γιατρέ, σταμάτησα τον λόγο μου, προκειμένου να συγκρίνω πρώτα μέσα μου αυτά που αυτός μου έλεγε πριν από λίγο, με αυτά που μου έλεγε ο κύριος καθηγητής πριν από δεκαπέντε μέρες.

Εκείνη την στιγμή δηλαδή συνειδητοποιούσα, ότι μάλλον με εξαπάτησε κι αυτός με όσα μου υποσχόταν τότε κι ότι συνειδητά πια κι αυτός ως καθ’ ύλιν αρμόδιος, ως γνώστης κι ως καθηγητής μάλιστα επί του θέματος, άφησε την γυναίκα μου να πεθάνει αβοήθητη.

Κι εν γνώσει του την καταδίκασε θα λέγαμε σε θάνατο, αφού την άφησε να νοσηλεύετε σε ένα νοσοκομείο, γνωρίζοντας ότι δεν είχε χειρουργείο, προκειμένου να αποφύγει αυτός την δύσκολη γι’ αυτόν επέμβαση, αυτήν δηλαδή που υποχρεωνόταν να κάνει την ώρα που εγώ τον επισκέφτηκα με τον φάκελο στα χέρια, εφόσον αυτός εφημέρευε ως νευροχειρούργος.

Αντιλαμβανόμενος δηλαδή εκείνη την στιγμή τον εμπαιγμό του κυρίου καθηγητού, ο οποίος εν γνώσει του με άφησε παραπληροφορημένο να ελπίζω, ότι ήταν καλύτερα για την γυναίκα μου να μείνει εκεί που ήταν, ενώ αυτός ενεργούσε εις βάρος της ζωής της, πολύ θύμωσα μαζί του όπως καταλαβαίνετε.

Κι αφού θύμωσα, θυμωμένος συμπλήρωσα και με πολύ νεύρο μάλιστα τα υπόλοιπα του λόγου μου στον χειρούργο που είχα μπροστά μου, πράγμα που τον ανάγκασε να γυρίσει πλέον το σώμα του και να με βλέπει καθώς του μιλούσα.

Άκουσε τώρα γιατρέ, να σου πω κι εγώ τα δικά μου και μετά να φτύνεις εμένα, ή εσένα, ή οποιονδήποτε άλλον κρίνεις υπεύθυνο για όσα τόσο εύκολα κατηγορούσες εμένα πριν από λίγο.

Όπως το βλέπεις κι αυτό γραμμένο στον φάκελο της γυναίκας μου, πριν από δεκαπέντε μέρες τον έφερα στο Παπανικολάου κι όπως μου το ζήτησαν οι γιατροί του Αγίου Παύλου που την κρατούσαν στο νοσοκομείο τους, τον παρέδωσα ο ίδιος προσωπικά στον κύριο καθηγητή, αφού όπως μου το είπαν, αυτός εφημέρευε εκείνη την ημέρα ως νευροχειρούργος.

Σύμφωνα με τις δικές τους υποδείξεις δηλαδή έφερα εδώ τον φάκελο της γυναίκας μου και σύμφωνα με τις δικές τους εντολές τον παρέδωσα στον κύριο καθηγητή να τον διαβάσει, προκειμένου να μας πει αυτός ως ειδικός επί του θέματος, τι ακριβώς έπρεπε να κάνουμε, τόσο εγώ, όσο και οι γιατροί που με έστειλαν να του αναφέρω το περιστατικό.

Όταν μελέτησε όμως αυτός τον φάκελο, αλλά κι άκουσε αυτά που εγώ του ανάφερα ως ιστορικό, πίστηκε ότι η γυναίκα μου ήταν ζωντανή, αλλά κι όταν μου το ρώτησε, βεβαίως και του είπα καθώς είχα υποχρέωση, ότι όντως και ήταν ζωντανή η γυναίκα μου.

Αφού έλαβε λοιπόν υπόψη του και την δική μου επιβεβαίωση, μου έδωσε στην συνέχεια και τις οδηγίες που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Τόσο εγώ, όσο και οι γιατροί του Αγίου Παύλου κι αυτές ήταν απόλυτα κατανοητές.

Να αφήσετε την γυναίκα σου εκεί που είναι τώρα έλεγε, μέχρι να φύγουν τα αίματα από το κεφάλι της, με τα φάρμακα που ήδη τις δίνουν εκεί. Να την φέρεις δε εδώ και σ’ εμένα μετά από την λήξη αυτών των ημερών, προκειμένου να την εγχειρίσω εγώ προσωπικά. Να εύχεσαι όμως πρόσθεσε, μη τυχών κι ανοίξει ξανά το αγγείο, γιατί τότε θα πεθάνει ακαριαία η γυναίκα σου.

Σου αναφέρω δε τις δεκαπέντε μέρες έλεγε, γιατί τόσες χρειάζονται τα φάρμακα, προκειμένου να καθαρίσουν τον εγκέφαλο της από τα αίματα. Αυτές λοιπόν ήταν εν ολίγοις οι οδηγίες του κυρίου καθηγητού.

Με αγωνία βέβαια, αλλά πέρασαν τελικά και ανώδυνα μάλιστα για την γυναίκα μου οι δεκαπέντε μέρες της προθεσμίας που μας έδωσε. Δυστυχώς για μας όμως άνοιξε ξανά το εν λόγω αγγείο την δέκατη πέμπτη μέρα, σήμερα το πρωί δηλαδή και στις πέντε τα χαράματα, οπότε βρέθηκε η γυναίκα στην κατάσταση που την παρέλαβες.

Την έφερα δε εδώ με το έτσι θέλω και μετά από πολύ μεγάλο καυγά που έκανα με τους γιατρούς του νοσοκομείου Άγιος Παύλος και τους γιατρούς που ήρθαν από την Αθήνα και μου ζητούσαν τα ζωτικά της όργανα, με την δικαιολογία ότι δεν της χρειαζόταν πλέον αυτά αφού αυτή είχε πεθάνει.

Προκειμένου να την γλυτώσω λοιπόν από αυτούς, όπως κι από όλους όσους με ενέπαιξαν αν και γιατροί, την έφερα εδώ στις πέντε και μισή το πρωί, με την ελπίδα πάντα ότι θα την εγχείριζε ο κύριος καθηγητής όπως μου το υποσχέθηκε, ο οποίος όμως, εξαφανίστηκε και πουθενά δεν το βρήκαμε αν και τον ψάχνουμε από εκείνη την ώρα σήμερα.

Πες μου λοιπόν εσύ τώρα, αν εγώ είμαι αλήτης όπως μου είπες, ή αν είναι αλήτης ο κύριος καθηγητής, ή αν είναι αλήτες όλοι αυτοί οι γιατροί που ήρθαν οργανωμένοι και συνεννοημένοι μεταξύ τους πίσω από την δική μας πλάτη, προκειμένου να πάρουν τα εντόσθια της γυναίκας μου και να τα δώσουν ως φιλάνθρωποι σε όποιον άλλον τα είχε ανάγκη.

Αυτά έλεγα στον χειρούργο λαχανιασμένος εκείνη την στιγμή και σταμάτησα την αφήγηση μου εκεί, γιατί από το άγχος που είχα, αλλά κι από τον θυμό που με έπνιγε, θα πρέπει να είχα τουλάχιστον είκοσι πίεση σκεπτόμενος αυτά που έγιναν εις βάρος της γυναίκας μου.

Κι επειδή ήξερα τον υπεύθυνο του εμπαιγμού μας, σαν υστερόγραφο μετά του έλεγα και φωναχτά πια αυτά που γύριζαν στο μυαλό μου. Θα πάω όμως τώρα να τον βρω, όπου κι αν κρύβεται και αλίμονό του.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, αποσβολωμένος και με ανοιχτό το στόμα άκουγε την αφήγησή μου ο χειρούργος, ο οποίος συνέχιζε να με κοιτά με τα μάτια τεντωμένα. Κι από τον θυμό που προφανώς απέκτησε κι αυτός, ακούγοντας την συμπεριφορά του καθηγητού του, έβλεπα τα μαλλιά του να σηκώνονται όρθια, όπως κάνουν και οι γάτες όταν για κάποιο λόγο βρίσκονται εν βρασμό.

Ούτε κι εγώ όμως μπορούσα να συγκρατήσω τον θυμό μου, γι’ αυτό και πάλι επανέλαβα φωναχτά τις σκέψεις μου. Θα πάω τώρα κιόλας να τον βρω όπου κι αν κρύβεται και θα δεις εσύ, τί είμαι σε θέση να του κάνω εγώ, ως αμοιβή για όσα ψέματα μας πούλησε και για όσα μας ενέπαιξε τόσο εμένα, όσο και την γυναίκα μου, την οποία άφησε να πεθάνει, προκειμένου να έρθουν εκείνα τα κοράκια από την Αθήνα και να μου ζητούν τα εντόσθια της, αδιαφορώντας για την τύχη των παιδιών μου και της οικογένειάς μου.

Κι ενώ του έλεγα αυτά, κινήθηκα προς το να εκπληρώσω κι έμπρακτα μάλιστα το σκεπτικό μου, αλλά, ένιωσα το χέρι του γιατρού να με κρατά από το μπράτσο, σαν είδε να είμαι όντως αποφασισμένο να κάνω πράξη αυτά που του έλεγα κι έτσι κρατώντας με, έλεγε καθησυχαστικά στην προσπάθειά του να με νουθετήσει.

Ότι έγινε, έγινε, αδελφέ μου. Να ξέρεις όμως, ότι το κακό που έγινε εις βάρος της γυναίκας σου, δεν διορθώνετε με αυτόν τον τρόπο. Μην κάνεις λοιπόν χειρότερα τα πράγματα για σένα και την οικογένεια σου. Αν του κάνεις κάποιο κακό εσύ, το μόνο που θα καταφέρεις είναι να βρεθείς σε καμιά φυλακή και τα παιδιά σου να τα αφήσεις στον δρόμο αβοήθητα. Μη κάνεις λοιπόν τίποτε από όσα τώρα θυμωμένος σκέφτεσαι και για το καλό της γυναίκας σου, μείνε εδώ μαζί μας, γιατί σε χρειαζόμαστε.

Βοήθησε μας δηλαδή ώστε να κάνουμε κι εμείς την δουλειάς μας σαν γιατροί, γιατί εγώ κι ο κύριος Μπαλτάς που είναι εδώ μαζί μου, θα επιχειρήσουμε να κάνουμε σε μια πεθαμένη γυναίκα, αυτά που έπρεπε να της γίνουν όσο αυτή ήταν ακόμη ζωντανή. Θα μείνεις λοιπόν μαζί μας για το καλό της γυναίκας σου;

Θα μείνω του είπα και το εννοούσα βέβαια, αφού όπως έλεγε κι αυτός, δεν είχα να κερδίσω και τίποτε από το να επιχειρούσα την εκτόνωση του θυμού μου πάνω σ’ εκείνον τον κατ’ ευφημισμόν κύριο καθηγητή, έστω κι αν ο θυμός μου ήταν απολύτως δικαιολογημένος.

Αφού είδε ο χειρούργος να ειρηνεύω, με τράβηξε κοντά του μετά, ενώ έλεγε και πάλη ήρεμα στην προσπάθειά του να με καλμάρει εντελώς. Μια και θα μείνεις λοιπόν, κάθισε εδώ μαζί μας κι εγώ θα σε ενημερώνω για όλα όσα πρέπει να κάνουμε εμείς, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε με ψυχραιμία από εδώ και μετά την περίπτωση της γυναίκας σου, γιατί όντως είναι πολύ δύσκολη.

Και για να σε βάλουμε στο κλήμα αυτής της δυσκολίας, άκουσε πολύ προσεκτικά αυτά που θα σου πω. Αυτήν την στιγμή η γυναίκα σου είναι στο χειρουργείο και της βάζουμε μια ένεση στον μηρό, εδώ κάτω στην βάση και ανάμεσα από τα σκέλη της δηλαδή. Κι ενώ έλεγε αυτά, μου έδειχνε και το ακριβές σημείο.

Με αυτή την ένεση λοιπόν, διοχετεύουμε ένα ιδικό υγρό τώρα μέσα στο αίμα της, μέσω του οποίου θέλουμε να δούμε σε ποιο ακριβώς σημείο του εγκεφάλου της βρίσκετε το αγγείο που έσπασε κι αιμορραγεί.

Μόλις το εντοπίσουμε, θα ανοίξουμε το κεφάλι της από τα δεξιά, ή από τα αριστερά, από μπροστά ή από πίσω, ανάλογα με το που θα το βρούμε να αιμορραγεί και μετά, θα επιχειρήσουμε να σταματήσουμε την αιμορραγία του, βάζοντας στις άκρες του δύο ιδικά γι’ αυτό το σκοπό κλιψάκια.

Στην συνέχεια, θα καθαρίσουμε εμείς και με τα χέρια μας τα υπάρχοντα αίματα στον εγκέφαλο της κι όχι με τα φάρμακα όπως σου είπαν κι αφού τον παραδώσουμε καθαρό στον Θεό, τότε Αυτός, θα μπορεί αν θέλει να της μιλήσει. Κι αφού ακούσει η γυναίκα σου, τότε θα σηκωθεί.

Έτσι όπως είναι τώρα όμως, με τον εγκέφαλο της βραχυκυκλωμένο από τα αίματα, όσο κι αν της φωνάζει ο Θεός, αυτή δεν είναι σε θέσει να Τον ακούσει. Κατάλαβες; Σου τα είπα πολύ απλά όλα αυτά, προκειμένου να τα κατανοήσεις ευκολότερα, στην κατάσταση που σε έχουν φέρει.

Κατάλαβα του είπα κι εγώ με την σειρά μου, αλλά κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό, για όσα άκουγα ότι έπρεπε να είχαν γίνει στην γυναίκα μου και δεν έγιναν, από την πρώτη κιόλας στιγμή που τους παρουσίασα το περιστατικό της.

Θύμωσα για δεύτερη φορά στην συνέχεια με τους γιατρούς που με ενέπαιξαν είναι αλήθεια κι όντως έκανα πολύ προσπάθεια μέσα μου εκείνη την στιγμή, προκειμένου να κρατήσω τον εαυτό μου ήρεμο. Σαν να δικαιολογούσε όμως κι ο χειρούργος τις σκέψεις μου, πρόσθεσε κι αυτός μερικά ακόμη. Όλα αυτά που άκουσες, έπρεπε να είχαν γίνει στην γυναίκα σου τότε, που αυτή ήταν ακόμη ζωντανή. Όχι τώρα που είναι πεθαμένη. Κατάλαβες;

Αν μας την έφερνες δηλαδή ζωντανή τότε, ζωντανή και θα σου την παραδίναμε. Επειδή όμως μας την έφερες πεθαμένη, όσα κι αν με καλή διάθεση βεβαίως θα προσπαθήσουμε εμείς να πετύχουμε επάνω της τώρα, δεν θα μπορέσουν αυτά να μας εγγυηθούν το αποτέλεσμα που θα θέλαμε να δούμε, τόσο εσύ, όσο κι εμείς ως γιατροί.

Μη απογοητεύεσαι όμως εσύ και τίποτε ακόμη δεν έχει τελειώσει. Αν θέλει ο Θεός δηλαδή, όλα μπορεί να τα ανατρέψει. Γι’ αυτό λοιπόν, μείνε εδώ και περίμενε να δεις κι συ μαζί μ’ εμάς, τι καλό θα μας επιφυλάξει ενδεχομένως ο Θεός σήμερα να δούμε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *