Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, ήρθε η ώρα και η ημέρα να φύγουμε για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, τις οποίες από καιρό πριν τις ετοιμάζαμε όπως σας είπα και διακαώς της περιμέναμε.
Κι όπως ήταν απαραίτητο πια κι αυτό, φόρτωσα ότι είχαμε και δεν είχαμε στο αυτοκίνητο που μας διέθεσε ο πεθερός μου γι’ αυτόν τον σκοπό, από αυτά που ανήκαν στον καλοκαιρινό μας εξοπλισμό.
Μαζί με αυτά και πάνω από όλα, έβαλα στο αυτοκίνητο μας και το μεγάλο μας αντίσκηνο και τρέχοντας σχεδόν φύγαμε από το σπίτι, προκειμένου να πιάσουμε πρώτη θέση στο ελεύθερο κάμπινγκ που πηγαίναμε, αλλά και στο σημείο που ήταν κοντά στην τουλούμπα που υπήρχε και κάτω βέβαια από την σκιά της μεγάλης λεύκας.
Έπρεπε να εξασφαλίσω για μας την σκιά που χρειαζόμασταν πριν την προλάβει άλλος, γιατί μετά θα ψηνόμασταν για δύο μήνες κάτω από τον καυτό ήλιο και πάνω στην άμμο, αφού για τόσο καιρό θα μέναμε εκεί.
Τρέχοντας λοιπόν φτάσαμε στον προορισμό μας κι όταν παρκάραμε το αυτοκίνητο μας στον γνωστό σε μας πια χώρο της παραλίας των Βρασνών, άφησα την γυναίκα μου και τον οκτάμηνο μικρό μας Κωνσταντίνο στους γείτονες μας κι εγώ βάλθηκα να στήνω με επιδεξιότητα το αντίσκηνο μας.
Ήταν μεγάλο αυτό όπως σας είπα, γι’ αυτό και με πολύ κόπο μπορούσε κανείς να το στήσει πάνω στην άμμο. Ήμουν προετοιμασμένος όμως για την δυσκολία που με περίμενε, γι’ αυτό κι έφερα μαζί μου παραπανίσιους, αλλά και μεγάλους πασσάλους μάλιστα, ώστε να το στηρίξω με ασφάλεια στην θέση του, δεδομένου ότι η περιοχή βγάζει πολλά και δυνατά μπουρίνια κι αυτά είναι τέτοια που δεν μπορεί κανείς να τα αντιμετωπίσει με προχειρότητες.
Όταν πια το αντίσκηνό μας ήταν έτοιμο προς χρήση, εγκατασταθήκαμε στο εσωτερικό του κι όπως ήταν στο πρόγραμμά μας κι αυτό, ετοιμάσαμε τους χώρους του, ώστε να υποδεχτούμε εκεί και τους υπόλοιπους από τους συγγενείς μας που περιμέναμε να φιλοξενήσουμε κι όπως το ανέφερα κι αυτό στα προηγούμενα, αυτοί ήταν παραπάνω από δέκα.
Πέρασαν ήσυχα οι πρώτες μας μέρες και τίποτε δεν ήταν εκεί ανάποδα ώστε να ταράζει την ηρεμία των καλοκαιρινών μας διακοπών, γι’ αυτό και τις χαιρόμασταν παρέα με τους γείτονες, τον καυτό ήλιο, αλλά και τα πολύ καθαρά νερά της θάλασσας.
Ενδιάμεσα της πρώτης εβδομάδας, ήρθαν να ενισχύσουν την παρέα μας και οι συγγενείς που περιμέναμε, οπότε όλοι μαζί πλέον υποδεχτήκαμε στο τέλος της εβδομάδας και την γνωστή παρέα που μας ερχόταν από τα Σκόπια για διακοπές, στο ίδιο κοινόχρηστο ελεύθερο κάμπινγκ.
Όταν πια όλα μπήκαν στον κανονικό τους ρυθμό κι εμείς βιώναμε κατά τις συνήθειες μας εκεί, ήρθε να χαλάσει την ησυχία μας ένα μπουρίνι, από αυτά που συχνά βγαίνουν στην περιοχή και αντιμετωπίσιμα είναι τις περισσότερες φορές.
Αυτό όμως ήταν αλλιώτικο. Όχι γιατί ξέσπασε ξαφνικά κι από το πουθενά όπως πάντα, αλλά γιατί μαύρισε ο ουρανός μεσημεριάτικα κι έλεγες ότι θα γίνει ο χαμός του κόσμου σήμερα.
Τα μπουρίνια βέβαια είναι προβλέψιμα από την μετεωρολογική υπηρεσία, γι’ αυτό και ανακοινώνονται δημόσια για όποιους επηρεάζονται από αυτά ώστε να προφυλαχτούν από τις συνέπειες τους.
Όταν όμως βρίσκετε κανείς σε διακοπές, δεν έχει τον νου του στον καιρό, αλλά ούτε και στον αέρα από όποια πλευρά κι αν φυσάει, οπότε καθόλου δεν τον ενδιαφέρει η ύπαρξη του.
Όποιος βρίσκεται στην θάλασσα όμως ή κάπου εκεί κοντά, καλό είναι να έχει τον νου του στον καιρό, γιατί μπορεί να επηρεάσει αυτός τις διακοπές του από εκεί που δεν το περιμένει, αλλά κι από εκεί που ούτε να το φανταστεί μπορεί.
Το συγκεκριμένο μπουρίνι ήταν όντως πολύ δυνατό και μας βρήκε απροετοίμαστους ως συνήθως θα έλεγα κι όπως το έδειχνε αυτό με την συμπεριφορά του, φυσούσε από την στεριά προς την θάλασσα.
Ήταν δε τόσο δυνατό, που μας ανάγκασε να κλειστούμε από πολύ νωρίς στα αντίσκηνα μας, προκειμένου να γλιτώσουμε τουλάχιστον από την αιωρούμενη ψιλή άμμο, την οποία μετέφερε ή για να είμαι πιο ακριβής, εκτόξευε με δύναμη ο αέρας στα σώματά μας όπως και στα πρόσωπά μας, βεβαίως.
Αν για κάποιο λόγο άνοιγες τα μάτια σου προκειμένου να δεις προς τα που βαδίζεις, γέμιζαν αυτά με άμμο κι αυτό ήταν ότι χειρότερο μπορούσε να σου συμβεί εκείνη την ώρα.
Όσοι σαν κι εμένα βρισκόταν έξω από τα αντίσκηνα τους για κάποιο λόγο, είχαν να αντιμετωπίσουν σοβαρό πρόβλημα έχοντας γεμάτα τα μάτια τους με άμμο κι αυτός ήταν ο λόγος που βάδιζα ανάποδα εγώ προς την κατεύθυνση του αέρα, στην προσπάθεια μου να βοηθήσω όσους δεν είχαν μπει ακόμη στα αντίσκηνα τους.
Αν και πέρασε αρκετή ώρα από τότε που πρωτοεμφανίστηκε εκείνο το μπουρίνι, αντί να κόψει η δύναμη του με το πέρασμα της ώρας, αυτό δυνάμωσε ακόμη περισσότερο.
Βράδιασε όμως κι αντί να σταματήσει ο αέρας όπως το ελπίζαμε, όχι μόνον δεν το έκανε, αλλά και πολύ δυνατή βροχή μας έφερε στην συνέχεια. Κι αφού δεν ήταν πια δυνατόν να κυκλοφορήσει κανείς έξω από το αντίσκηνο του, έπεσαν όλοι τους να ξαπλώσουν όπου κι όπως μπορούσαν.
Ήλπιζαν βέβαια ότι θα αντιμετωπιστεί η μανία του αέρα με την ησυχία που έκαναν, αφού κανείς τους δεν μιλούσε. Κρατούσαν όμως τα μάτια και τα αυτιά τους ανοιχτά, αλλά και το νου τους έτοιμο, για οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να τους προκύψει χωρίς να το υπολογίζουν.
Μόνον τα μικρά παιδιά δηλαδή κοιμόταν και μόνον εγώ έκανα βόλτες έξω από τα αντίσκηνα όλων, εκείνες τις ώρες, γιατί μόνον εγώ είχα στην διάθεση μου ένα αδιάβροχο για παρόμοιες περιπτώσεις.
Έχοντας λοιπόν εκείνο το αδιάβροχο στους ώμους μου, έκανα ασφαλής τις βόλτες μου ανάμεσα στα αντίσκηνα και τις έκανα στην προσπάθεια μου να τα στηρίξω όσο ήταν δυνατόν καλύτερα πάνω στην άμμο, δεδομένου ότι ήταν έτοιμα να διαλυθούν αυτά κάτω από την πίεση του αέρα, αλλά κι από το βάρος της βροχής.
Σε πολλά από αυτά τέντωνα τα σκοινιά τους αφού τα έβλεπα να είναι χαλαρά και σε άλλα έβαζα πιο βαθιά τους μικρούς πασσάλους τους, τους οποίους χτυπούσα με την βαριοπούλα που είχα μαζί μου.
Μη μπορώντας να κάνουν κάτι παρόμοιο οι συγκάτοικου μου θα έλεγα, έμεναν μέσα στα αντίσκηνα τους σιωπηλοί και παρακαλούσαν όπως ήταν κατανοητό, να σταματήσει γρήγορα εκείνο το κακό, για να μη βρεθούν αυτοί και παιδιά τους εκτεθειμένοι νυχτιάτικα κάτω από την βροχή και τον δυνατό αέρα.
Αυτός πάλι, συνέχιζε να φυσάει όλο και ποιο δυνατά κι από στιγμή σε στιγμή απειλούσε να μην αφήσει ούτε ένα αντίσκηνο στην θέση του εκτός .από το δικό μου βέβαια.
Όχι γιατί ήθελε να μου κάνει χάρη, αλλά γιατί το δικό μου το είχα πολύ καλά στερεωμένο στην άμμο, αφού του έβαλα διπλούς πασσάλους στις υποδοχές του, αλλά και τους έμπηξα αυτούς περισσότερο από πενήντα πόντους βαθιά.
Εκτός αυτού, το δικό μας αντίσκηνο διέθετε ενσωματωμένο πάτωμα κι αυτό δεν επέτρεπε τον αέρα να μπει από πουθενά στο εσωτερικό του. Αυτοί λοιπόν ήταν οι λόγοι που δεν μπορούσε να του κάνει κάποια ζημιά ο αέρας, όσο κι αν φυσούσε.
Όλα τα υπόλοιπα αντίσκηνα όμως, αυτά δηλαδή που ήταν στημένα στον ίδιο ελεύθερο χώρο, πίσω, δεξιά κι αριστερά από το δικό μας, κανένα δεν είχε ενσωματωμένο πάτο κι αυτό ήταν κάτι που τα έκανε πολύ ευάλωτα, όταν βρισκόταν όπως και τότε στην διάθεση του δυνατού αέρα.
Έμπαινε από παντού αυτός μέσα στα αντίσκηνα κι όταν έμπαινε στο εσωτερικό τους, τα φούσκωνε σαν μπαλόνια. Φουσκωμένα αυτά από την εσωτερική πίεση του αέρα, τέντωναν τα σκοινιά τους στην συνέχεια και τεντωμένα αυτά ξεκάρφωναν τα μικρά πασσαλάκια τους.
Ήταν που ήταν μικρά αυτά, όταν ξεκαρφώνονταν κιόλας, δεν είχαν καμιά ελπίδα τα αντίσκηνα να αντιμετωπίσουν τον αέρα, ο οποίος τα σήκωνε από την θέση τους και τα πετούσε σαν κουρέλια μακριά, όπως πολλές φορές το είδα να γίνεται στο παρελθόν.
Αυτό λοιπόν προσπαθούσα να αποτρέψω κι εκείνη την φορά, γι’ αυτό και με το φτυάρι που είχα μαζί μου, ακόμη και τα κενά που έβλεπα στα πλαϊνά τους προσπαθούσα να τα καλύψω με την βρεγμένη άμμο.
Πρόσθετα βέβαια εγώ άμμο στις άκρες τους, αλλά ο δυνατός αέρας και η βροχή δεν μου επέτρεπαν να τα ασφαλίσω στην θέση τους, αφού μέχρι να κλείσω το ένα κενό του, άλλο άνοιγε.
Κι ώσπου να τακτοποιήσω τα κενά σε ένα αντίσκηνο, στο διπλανό του έπρεπε να τρέξω κι αφού δεν μπορούσα να σώσω εγώ, ότι έβαλε για σκοπό του να χαλάσει ο δυνατός αέρας, λαχανιασμένος πια από το πολύ τρέξιμο, στάθηκα κάποια στιγμή να ξεκουραστώ για λίγο από τον χωρίς αποτέλεσμα κόπο μου.
Στηρίχθηκα λοιπόν κουρασμένος στο φτυάρι που κρατούσα κι έπαιρνα γρήγορες και λαχανιασμένες ανάσες εκεί προκειμένου να ηρεμήσω κάπως τους χτύπους της καρδιάς μου, μέχρι να τρέξω και πάλι προς τον σκοπό μου.
Ξεκουραζόμουν κάπως αλλά κι έφερνα βόλτα μα τα μάτια μου, όλα τα αντίσκηνα της περιοχής μας, σκεπτόμενος παράλληλα και τι άλλο να κάνω, ώστε να βοηθήσω όλους εκείνους τους μικρούς και μεγάλους που βρισκόταν φοβισμένοι κάτω από τα αντίσκηνα τους, όταν το κακό που πλησίαζε θα τους άφηνε σε λίγο έκθετους στην βροχή και στον δυνατό αέρα.
Εκεί που υπολόγιζα όμως εγώ, τις συνέπειες που θα είχαμε από το κακό που μας πλησίαζε, ήρθε στην μνήμη μου και κάτι που από πολύ παλιά άκουγα τους τσιγγάνους να το λένε, αλλά δεν το καταλάβαινα.
– Ας βρέχει μπρε. Ας χιονίζει. Χαλάζι ας ρίχνει. Κρύο ας κάνει όσο θέλει. Μόνο κακό καιρό να μην κάνει. Αυτός δεν υποφέρεται.
Το άκουγα αυτό, αλλά και απορούσα με την λογική τους. Μα αν είναι να κάνει τέτοια πράγματα ο καιρός και αυτοί δεν τα φοβούνται, τι παραπάνω άραγε θα μπορούσε να κάνει ο κακός καιρός που αυτοί έλεγαν και τόσο πολύ τον φοβόταν;
Μέχρι και κείνη την νύχτα λοιπόν, δεν μπορούσα να απαντήσω αυτό το ερώτημα, γιατί μου έλειπε η απαιτούμενη εμπειρία. Την απέκτησα όμως αυτοστιγμής εκεί, όταν ξέσπασε ξαφνικά το κακό και ήταν τέτοιο αυτό, που δικαιολογούσε περίτρανα, όλα όσα έλεγαν οι έμπειροι τσιγγάνοι για τον κακό καιρό που φοβόταν κι εγώ δεν το καταλάβαινα.
Πράγματι. Έλεγα μέσα μου. Αυτός είναι ο κακός καιρός. Ο πολύ δυνατός αέρας δηλαδή. Αυτόν τον είδα κι άλλη φορά να ξεριζώνει δένδρα με την δύναμη του, αλλά ποτέ μου δεν τον είδα να κάνει τέτοια όπως έκανε εκείνη την ώρα.
Αφού τίποτε δεν μπορούσε να αντισταθεί στην δύναμη του κι αφού μπήκε κρυφά και σιγά, σιγά αυτός μέσα στα απροστάτευτα αντίσκηνα, έκανε ύστερα σ’ αυτά ανενόχλητος, όσο κακό ήθελε.
Τα φούσκωσε πρώτα ένα, ένα και μετά τα ανάγκασε να σκάσουν στον αέρα σαν μπαλόνια. Κι όταν πια έγιναν έρμαια στα αόρατα χέρια του και στην κακή του διάθεση, τα στριφογύριζε κάμποσες φορές σαν κουρέλια πάνω από την πρότερη τους θέση κι έτσι όπως ήταν με τα σχοινιά τους και τα στηρίγματα τους κρεμασμένα, τα πετούσε όσο ποιο μακριά μπορούσε.
Αδιαφορώντας στην συνέχεια αν άφηνε στο πέρασμα του ξεσκέπαστους και εκτεθειμένους στην βροχή, τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά τους που μέχρι τότε ήταν κάτω από αυτά στεγνοί, εξαφάνιζε μαζί με τα αντίσκηνα κι ότι άλλο έβρισκε μπροστά του, θέλοντας θαρρείς να τους εκδικηθεί για κάτι που αυτός μόνον μπορούσε να γνωρίζει.
Χαμός έγινε εκείνη την ώρα όπως εύκολα μπορείτε να καταλάβετε. Αφού βρέθηκαν όλοι τους ξεσκέπαστοι όμως κάτω από την δυνατή βροχή, είτε μεγάλοι ήταν αυτοί, είτε μικροί, είτε κοιμισμένοι ήταν, είτε ξυπνητοί, σηκώθηκαν όρθιοι και σκεπαζόταν με ότι έβρισκαν μπροστά τους, έτσι ώστε να βραχούν λιγότερο.
Καλοκαίρι ήταν βέβαια, αλλά και το καλοκαίρι το βρόχινο νερό κρύο είναι την νύχτα κι αυτό κανείς δεν μπορούσε να το αγνοήσει, γι’ αυτό κι έτρεχαν κάτω από την βροχή και σκεπασμένοι μικροί και μεγάλοι από αυτούς, αναζητούσαν καταφύγιο όποιο κι αν ήταν αυτό, όπου κι αν το έβρισκαν, έστω κι αν ήταν μέσα στις δημόσιες τουαλέτες.
Μόνον που πολύ γρήγορα γέμισαν αυτές από ανθρώπους και κανείς από τους καταληψίες δεν επηρεαζόταν από τις μυρουδιές του. Όλοι λοιπόν έψαχναν να βρουν κάποιον χώρο, έστω κι αν αυτός ήταν ένα κεραμίδι όπως λέει και η παροιμία και δεν ήταν λίγα τα παιδιά που ξύπνησαν αφού κοιμόταν κι από την φασαρία που γινόταν έκλαιγαν τρομαγμένα.
Βλέποντας εγώ εκείνη την κατάσταση, άνοιξα την πόρτα του δικού μας αντίσκηνου κι έμπασα εκεί μέσα ένα σωρό παιδάκια μαζί με τις μανάδες τους, έστω κι αν υπήρχαν σ’ αυτό άλλοι δεκαπέντε από τους δικούς μου.
Ότι κι αν έγινε όμως, κανείς από εμάς τους ενήλικες δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ, γιατί είχαμε τον νου μας στο πως θα γλυτώσουμε τα υπόλοιπα παιδιά και τους ηλικιωμένους ανθρώπους από τις συνέπειες της βροχής και του αέρα, τους οποίους και μοιράσαμε στα αντίσκηνα που δεν έφυγαν από την θέση τους, αν και δεν ήταν πολλά.
Δεν μέτρησα αυτούς που έβαλα μέσα στο δικό μας αντίσκηνο, αλλά το πρωί που σταμάτησε η βροχή και ο αέρας, είδαμε να υπάρχουν στην θέση τους μόνον δύο ή τρία αντίσκηνα. Η πεθερά μου και η γυναίκα μου έκαναν συσσίτιο για όλους κι εγώ με τους υπόλοιπους άντρες μαζεύαμε τα αντίσκηνα τους από την θάλασσα, γιατί εκεί τα βρήκαμε όλα ευτυχώς.
Έριξε δέντρα και ξεσκέπασε τα σπίτια από τις στέγες τους εκείνος ο αέρας, αλλά και όλα τα στέγνωσε με την λάμψη του μόλις έκανε την εμφάνιση του ο μεγαλόπρεπος καλοκαιρινός ήλιος, γι’ αυτό και αμέσως σχεδόν μπήκαν όλα στην θέση τους κι εμείς κανέναν πλέον δεν ρωτούμε από τότε, τι περισσότερο κακό μπορεί να κάνει ο κακός καιρός, από το να χιονίζει, από το να ρίχνει χαλάζι και από το να κάνει κρύο όσο θέλει.
Περάσαμε ανώδυνα το υπόλοιπο της διαμονής μας στον χώρο εκείνο το καλοκαίρι κι όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε από εκεί για την συνέχιση των διακοπών στο βουνό, τίποτε κακό δεν θυμόμασταν από την περιπέτεια εκείνης της νύχτας.
Εγώ βέβαια μόνον ένα μήνα είχα άδεια, αλλά όπως σας το είπα κι άλλες φορές αυτό, όταν τελείωνε η άδεια μου, πήγαινα στην δουλειά μου το πρωί και το απόγευμα επέστρεφα στον χώρο της διαμονής μας αφού η απόσταση δεν ήταν μεγάλη. Πηγαινοερχόμουν δηλαδή.
Το ίδιο έκανα κι όταν συνεχίζαμε τις διακοπές μας στο βουνό και στο χωριό της πεθεράς μου, το Βελβεντό δηλαδή, μόνο που εκεί πήγαινα τα Σαββατοκύριακα.
Πέρασε όμως κι εκείνο το καλοκαίρι κι αφού ολοκληρώσαμε όλο το πρόγραμμα των διακοπών μας, επιστρέψαμε στα ίδια, στις δουλειές μας, αλλά και στις υποχρεώσεις μας.
Μιχάλης Αλταλίκης