Διακοπές Στην Χαλκιδική Κάτω Από Τον Φόβο Νέου Σεισμού

Picture0332  Αφού ο σεισμός λοιπόν ήταν αυτός που κατεύθυνε πλέον την ζωή μας εκείνες τις πρώτες ημέρες της εκδήλωσής του, αλλά και τις επόμενες που ακολούθησαν, με πολλές σκέψεις στο μυαλό επέστρεφα κι εγώ στο σπίτι του πεθερού μου, από την επίσκεψη που έκανα στο κέντρο της πόλης, στα γραφεία της εταιρείας που εργαζόμουν, όπως κι από την γειτονιά που ζούσαν οι γονείς μου, αλλά κι από την οικοδομή που με έστειλε αυτός να ελέγξω.

 Ικανοποιήθηκα εκείνη την ημέρα με όσα οργανωμένα είδα να υπάρχουν στην αλάνα που βρισκόταν εγκαταστημένοι οι γονείς μου, γι’ αυτό και επιστρέφοντας από εκεί, ήλπιζα να βρω τα ίδια και στην γειτονιά του πεθερού μου.

 Όταν λοιπόν έφτασα στο σπίτι του, με την ίδια ικανοποίηση έβλεπα τους ανθρώπους να είναι τακτοποιημένοι στα αντίσκηνα που τους έφερε ο στρατός και να κάθονται με άνεση έξω από αυτά στίς καρέκλες που έβγαλαν από τα σπίτια τους, μόνον που τους άκουγα να κουβεντιάζουν μεταξύ τους με αγωνία, για το πως θα αντιμετώπιζαν τον επόμενο σεισμό.

 Τον σεισμό δηλαδή, που από στόμα σε στόμα και συνεχώς διαδίδονταν εκεί ότι θα μας προκύψει κι ότι θα είναι καταστροφικός. Και αυτή η εκδοχή δεν έκανε τίποτε άλλο, εκτός από το να μαυρίζει τις καρδιές όλων τους.

  Δεν ήξερα βέβαια το πως και γιατί διαδόθηκε κάτι τέτοιο, αλλά όντως ζούσαν οι άνθρωποι με την αναμονή της εμφάνισής του και δεν το έκαναν αυτό μόνον εκείνες τις πρώτες μέρες, αφού και για μήνες ακόμη περίμεναν τον ερχομό του.

 Επειδή εμάς ειδικά δεν μας ακουμπούσαν και πολύ αυτές οι διαδόσεις κι επειδή μας βρήκε ο σεισμός στην προετοιμασία των καλοκαιρινών μας διακοπών, αρχίσαμε να σκεπτόμαστε το ενδεχόμενο να τις κάνουμε και σύμφωνα με το πρόγραμμά μας, να πηγαίναμε όπως πάντα στην γνωστή μας θαλάσσια περιοχή.

  Το αναβάλαμε βέβαια αυτό εξαιτίας της εμφάνισής του, αλλά αφού όλα οργανώθηκαν πια κι εγώ είχα άδεια, ήταν επόμενο ότι θα τις επιχειρούσαμε, αδιαφορώντας τελείως για τον σεισμό που θα μας ερχόταν.

 Και για να ολοκληρώσουμε την απόφασή μας, μιλούσαμε από τηλεφώνου με τους φίλους μας που ήταν ήδη εκεί και μας περίμεναν, στους οποίους και αναφέραμε την επιθυμία μας να τους συναντήσουμε.

 Αυτοί όμως μας απογοήτευαν, λέγοντας ότι ήταν πολύ επικίνδυνο το να μας βρει ο νέος σεισμός στην θάλασσα, γι’ αυτό και αυτοί σκόπευαν να φύγουν από την συγκεκριμένη παραλία.

  Επέμεναν μάλιστα να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό τους κι αυτά μας έλεγαν προκειμένου να αποτρέψουν την επίσκεψη μας στην συγκεκριμένη περιοχή, λες και είχαν από πρώτο χέρι την πληροφόρηση ότι θα μας έρθει νέος σεισμός.

 – Αφού αυτός θα είναι μεγαλύτερος, θα είναι μεγαλύτερα και τα κύματα που θα έρθουν από την θάλασσα στην ξηρά. Κι αν μας βρουν αυτά στην αμμουδιά, σίγουρα θα μας πνίξουν. Καλύτερα λοιπόν, να μην έρθετε.

  Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, με τέτοιου είδους διαδόσεις, έφυγε κι από εμάς η διάθεση να βρεθούμε στην θάλασσα για τις διακοπές μας, γι’ αυτό κι έλεγε πεθερός μου στην πεθερά μου.

 – Πάρε το παιδί, πάρε και τον μικρό Κωνσταντίνο κι ελάτε να σας πάω στο χωριό. Στο Βελβεντό δεν έχει σεισμούς, οπότε θα είστε ασφαλείς εκεί.

 Εμείς οι τρεις θα μείνουμε εδώ και στις δουλειές μας. Θα ερχόμαστε όμως να σας βλέπουμε όπως πάντα τα Σαββατοκύριακα.

 Όπως το είπε ο πεθερός μου λοιπόν, έτσι κι έγινε. Πήγε τους τρεις τους στο χωριό κι εμείς μείναμε στην Θεσσαλονίκη και στο σπίτι του, αφού αυτό ήταν ισόγειο και είχε εύκολη πρόσβαση προς την έξοδο όπως έλεγε.

 Καλά τα σκέφτηκε αυτός, αλλά εγώ είχα άδεια από τις δεκαπέντε του Ιουλίου έως και τις δεκαπέντε του Αυγούστου όπως πάντα κι αφού δεν είχα πώς να περάσω την ώρα μου, γύριζα από καταυλισμό σε καταυλισμό, έτσι, για να βρω που ήταν εγκατεστημένοι οι φίλοι, οι γνωστοί και οι συγγενείς μου, ώστε να μάθω νέα τους, αλλά κι αν το χρειαζόταν να τους βοηθήσω.

 Βλέποντας της αργόσχολες κινήσεις μου ο πεθερός μου, μου έλεγε ένα απόγευμα.

 – Αφού κάθεσαι κι έχεις άδεια, γιατί δεν πάτε κάπου οι δύο σας; Όσο για μένα, μη στεναχωριέστε και δεν θα μείνω νηστικός.

 Έχοντας αυτό το σκεπτικό στο μυαλό του, το μετέφερε και στην αδελφή του, οπότε μας έλεγε κι αυτή από τηλεφώνου.

 – Δεν έρχεστε να μείνετε σε μας, αφού ούτως ή άλλως θα είμαστε εδώ στις Φώκιες;

 Ήταν αξιωματικός του στρατού ο άνδρας της κι εξαιτίας αυτού, κάθε χρόνο εκεί παραθέριζαν, στις μόνιμες δηλαδή καλοκαιρινές εγκαταστάσεις του στρατού.

 Κι αφού αυτές βρισκόταν πάνω από δέκα μέτρα ψηλότερα από την θάλασσα, δέχτηκε η γυναίκα μου να τους επισκεφτούμε, θεωρώντας ότι εκεί τουλάχιστον θα είμασταν ασφαλείς.

 Μια και δυο λοιπόν, πήραμε τα πράγματά μας κι αφού έβαλα και την βάρκα μου στην σχάρα του αυτοκινήτου μου, πράγματι και πήγαμε να τους βρούμε.

 Δεν ήταν πολύ μακριά από την πόλη μας οι Φώκιες κι όταν πια φτάσαμε εκεί, μας υπέδειξε η θεία μας και μια θέση μέσα στο πολύ μεγάλο στρατιωτικό τους αντίσκηνο, όπου και βολευτήκαμε οι διό μας, μαζί βέβαια με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της.

  Αφού εγκατασταθήκαμε λοιπόν εκεί, διαπιστώσαμε ότι όντως ήταν πολύ ωραία το να ζούμε κάτω από την σκιά εκείνων των πολύ μεγάλων πεύκων που υπήρχαν στις εν λόγω εγκαταστάσεις, κάτω από τα οποία είχαν στημένο το αντίσκηνο τους κι εφόσον εμείς ήμασταν μαθημένοι να ζούμε σε συνθήκες κάμπινγκ, βεβαίως και περνούσαμε καλά μαζί τους.

 Το μόνο κακό στην περίπτωση ήταν, ότι όλα εκεί γινόταν με αυστηρή στρατιωτική σειρά. Όλοι μαζί και την ίδια ώρα τρώγαμε πρωινό, όλοι μαζί κάναμε μπάνιο μετά, όπως κι όλοι μαζί επιστρέφαμε.

 Όλοι μαζί πηγαίναμε για μεσημεριανό φαγητό και μετά, όλοι μαζί για ύπνο και ησυχία και πάλι τα ίδια από την αρχή, για το απογευματινό μας πρόγραμμα.

 Ήταν λίγο ανάποδα για τα δικά μας δεδομένα εκείνη η στρατιωτική τάξη, αλλά κάνοντας υπομονή, μπήκαμε γρήγορα στον ρυθμό τους κι έτσι, τους ακολουθούσαμε κανονικά και χωρίς καμιά δυσκολία.

 Ως τόσο, καθόλου δεν μου έλειψαν οι βόλτες με την βάρκα μου στην θάλασσα, αφού τις έκανα κι αυτές, έχοντας βέβαια παρέα τον συγγενή μας στρατιωτικό κι έτσι ζώντας, ξεχάσαμε για λίγο τους σεισμούς, αν και δεν μας ήταν και τόσο εύκολο.

 Μείναμε περίπου μια εβδομάδα εκεί και μαζί τους κι όλα πήγαιναν καλά για μας, μέχρι που ήρθε να μείνει κοντά μας με την οικογένεια του κι ένας άλλος γνωστός τους, ο οποίος ήταν κι αυτός στρατιωτικός.

 Αφού ήλθαν από την Θεσσαλονίκη όμως αυτοί, μας έφεραν και τα νέα της περιοχής όπως ήταν φυσικό και μαζί με αυτά, μας έφεραν και τους φόβους που ακόμη διαδίδονταν, περί του επερχόμενου μεγάλου σεισμού.

 Το βράδυ που ακολούθησε μετά κι από την δική τους άφιξη, καθόμασταν έξω από το αντίσκηνο κατά την συνήθειά μας και λέγαμε εκεί διάφορα χαζά, έτσι ώστε να περάσει η ώρα μας ευχάριστα κι όλα αυτά πάλι τα λέγαμε τόσο σιγά, που να μην ενοχλούν τους διπλανούς μας.

  Ενώ λοιπόν εμείς γελούσαμε προκειμένου να ξεχάσουμε τους φόβους μας, όπως και τους προβλήματα μας, μπήκαν στην παρέα μας οι νεοφερμένοι και δεν έκαναν τίποτε άλλο, εκτός από το να γυρίζουν την κουβέντα τους, γύρο από όλες εκείνες τις διαδόσεις περί του επερχόμενου μεγάλου σεισμού.

 Από μια απλή σύμπτωση όμως, κάπου εκεί κοντά στον υπαίθριο και κοινόχρηστο χώρο, βρισκόταν δεμένος ένας γάιδαρος, τον οποίο βεβαίως και δεν βλέπαμε, αλλά ακούγαμε το γκάρισμά του.

 Σε άλλη περίπτωση βέβαια, αυτό δεν θα μας ήταν πρόβλημα, αλλά εκείνος ο γάιδαρος γκάριζε συνεχώς και αδιαλείπτως για τους δικούς του λόγους και γκάριζε από το πρωί εκείνης της ημέρας.

 Μη μπορώντας όμως να του ζητήσουμε να ησυχάσει, δεν είχαμε, παρά να τον ακούμε υπομονετικά, όσο κι αν μας ενοχλούσαν τα γκαρίσματά του. Είναι αλήθεια βέβαια, ότι πολλές φορές σκεφτήκαμε να τον ψάξουμε κι αφού τον βρούμε να του το ζητήσουμε αυτό, αλλά συνεχώς το αναβάλαμε, αφού δεν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε μαζί του.

 Δεν ήταν όμως μόνον το συνεχές γκάρισμά του που μας ενοχλούσε, αλλά κι ο τρόπος που το έκανε, αφού το ύφος του γκαρίσματός του ήταν τέτοιο που ακουγόταν σαν να έκλαιγε.

 Εξαιτίας αυτού λοιπόν, ήμασταν όλη την ημέρα αναστατωμένοι κι όταν εκείνοι οι νεοφερμένοι επαναλάμβαναν μέχρι και αργά το βράδυ τα ίδια και τα ίδια, λέγοντας ότι όντως θα γίνει μεγάλος σεισμός σε λίγες ώρες, ή μέρες, ή εβδομάδες, μπορεί και μετά από μήνες, στήριζαν τα νέα που μας έφεραν στο κλάμα γαϊδάρου κι αυτά μας έλεγαν με σιγουριά.

 – Τα ζώα καταλαβαίνουν πότε θα γίνει ένας σεισμός. Ίσως κι αυτός ο γάιδαρος να το κατάλαβε, γι’ αυτό και κλαίει από το πρωί σήμερα.

 Έσκασα εγώ από την εμμονή των νεοφερμένων στρατιωτικών και για να διασκεδάσω κάπως τα χαζά που μας σέρβιραν, τους έλεγα κι εγώ με την σειρά μου.

 – Μη φοβάστε βρε παιδιά. Κι ολόκληρο το πρώτο πόδι να κοπή από το σώμα της Χαλκιδικής, όταν θα γίνει ο σεισμός που μας λέτε κι αν ακόμη βγει αυτό στα ανοιχτά να πλέει στο Αιγαίο, εγώ θα σηκώσω το πανί της βάρκας μου και θα σας πάω στην Κρήτη, ή όπου αλλού θέλετε.

 Μόλις άκουσαν αυτοί να αναφέρομαι στο ενδεχόμενο να κοπεί το πρώτο πόδι της Χαλκιδικής και να αρμενίζει αυτό ανοιχτά στο Αιγαίο με στόχο να φτάσει στην Κρήτη, φοβήθηκαν τόσο πολύ, που σηκώθηκαν να φύγουν από την παρέα μας, λέγοντας ότι μάλλον είναι καλύτερα να πάμε για ύπνο.

 Βλέποντας την αντίδραση τους η θεία μας, έλεγε σ’ εμένα.

 – Τους τρόμαξες τους ανθρώπους με όσα τους είπες για το κομμένο πόδι της Χαλκιδικής.

 – Μα δεν άκουσες; Από την ώρα που ήρθαν, δεν έκαναν άλλη κουβέντα μαζί μας, εκτός από αυτό το θέμα του επερχόμενου σεισμού, λες κι ότι τον έχουν κάνει παραγγελία.

 Έτσι θα γίνει. Αλλιώς θα γίνει. Μας γέμισαν άγχος και από το πρωί μόνο για καταστροφές μας μιλούν.

 – Ναι αλλά. Έλεγε και η θεία μας. Κι αυτός ο γάιδαρος; Γιατί κλαίει έτσι από το πρωί σήμερα;

– Είδες; Κι εσύ επηρεάστηκες από τα χαζά που μας έλεγαν και μάλιστα τα επωμίστηκες, γι’ αυτό και φοβάσαι τώρα ότι μπορεί και να γίνει.

  Σηκώθηκα από την θέση μου στην συνέχεια κι αφού άφησα την θεία μας να σκέφτεται όσα της είπα έξω από το αντίσκηνο, μπήκα στο εσωτερικό του να δω, τι έκανε η γυναίκα μου εκεί μέσα, αφού από πολλή ώρα πριν την είδα να το επισκέπτεται.

 Όταν μπήκα μέσα όμως, την είδα να τρέμει σύγκορμη κι αυτό με έκανε να φοβηθώ με την συμπεριφορά της, γι’ αυτό και την ρωτούσα.

 – Τι έγινε ρε γυναίκα; Τι έπαθες; Και γιατί τρέμεις έτσι;

 Άκουσε η θεία της αυτά που της έλεγα, γι’ αυτό και τρέχοντας μπήκε στο αντίσκηνο. Περιττό είναι να σας πω τώρα, ότι καθόλου δεν κοιμηθήκαμε εκείνο το βράδυ, αφού την βγάλαμε τρίβοντας πότε εγώ και πότε η θεία της τα χέρια της γυναίκας μου με το οινόπνευμα, ελπίζοντας ότι έτσι θα συνερχόταν από την ταραχή που πέρασε.

 Επηρεάστηκε τόσο πολύ από όσα μας έλεγαν όλη την ημέρα εκείνοι οι νεοφερμένοι κι αφού τα συνδύασε κι αυτή με τον γκάρισμα του γαϊδάρου που έκλαιγε, κατέρρευσε όπως ήταν επόμενο, γι’ αυτό και δυσκολεύτηκα  να την επαναφέρω στην τάξη.

 Θυμωμένος με τους νεοφερμένους, μάζεψα τα πράγματα μας το πρωί, πήρα την γυναίκα μου, έβαλα και την βάρκα μου ανάποδα πάνω στην σκάρα του μικρού μου αυτοκινήτου και φύγαμε από κει τρέχοντας, αδιαφορώντας για όσα επέμενε να μας λέει η θεία μας.

 – Μα γιατί φεύγετε; Μείνετε λίγες μέρες ακόμη.

 Καμιά απάντηση δεν της έδωσα κι αφού έβαλα μπροστά την μηχανή του αυτοκινήτου μου, επιστρέψαμε στην Θεσσαλονίκη έτσι όπως ήμασταν. Περάσαμε για λίγο από το σπίτι του πεθερού μου όμως στην συνέχεια κι αφού ενημερώσαμε αυτόν, όπως και τους γονείς μου από τηλεφώνου για την επόμενη κίνηση μας, φύγαμε κατευθείαν για την Κοζάνη και το χωριό της πεθεράς μου, το Βελβεντό δηλαδή, αφού εκεί δεν θα υπήρχαν σεισμοί για να μας ενοχλήσουν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *