Μπήκαμε στο Σεπτέμβριο εν τω μεταξύ κι όπως ακούγαμε από τα κανάλια να μας ενημερώνουν, από τις δεκατρείς του μήνα και μετά, πάλι θα μπαίναμε στο βασανιστικό πρόγραμμα του γνωστού κορωνοϊού, που δεν λέει να μας αφήσει ήσυχους, όπως και στην υποχρέωση μας να ακολουθούμε τις νέες διαταγές της κυβέρνησης επί των μετακινήσεών μας.
Κι αφού επιστρέψαμε εν τω μεταξύ εμείς από την ησυχία του χωριού μας και μπήκαμε στα δεδομένα της πόλης μας, βάλαμε με το μυαλό μας να κάνουμε μια εκδρομή με την γυναίκα μου, αλλά τα προκύψαντα νέα μέτρα μας χάλασαν τα σχέδια, γιατί όπως έπρεπε, μόνον με βεβαίωση εμβολιασμού, ή νόσησης, ή έστω τεστ 48 ωρών μπορούσαμε να κάνουμε το ταξίδι μας με αεροπλάνο ή καράβι.
Βεβαίωση νόσησης όμως, μόνον η γυναίκα μου μπορούσε να πάρει, αφού μόνον αυτή βρέθηκε θετική τον Μάιο. Εγώ που ήμουν δίπλα της και κόλλησα κατά την γνωμάτευση του γιατρού μας, αλλά έμεινα ασυμπτωματικός, δεν μπορούσα να πάρω την ίδια βεβαίωση.
Αποφεύγοντας και τον εμβολιασμό μας όμως, μόνον με τεστ πια μπορούσαμε να κάνουμε την εκδρομή μας, αλλά όπως έπρεπε σύμφωνα με τα νέα μέτρα και στην επιστροφή μας ήμασταν υποχρεωμένοι να κάνουμε το ίδιο τεστ κι επειδή αυτά δεν είναι έγκυρα και πολύ απλά μπορούν να μας δείξουν και ψευδή αποτελέσματα, ακυρώσαμε την εκδρομή μας, μη βρεθούμε κατά λάθος θετικοί κι εκ των πραγμάτων, υποχρεωθούμε να μείνουμε σε ξένο μέρος για δεκαπέντε μέρες, κάτι βέβαια που καθόλου καλό δεν μας ακουγόταν, αλλά και με πολλά έξοδα, όπως και με πολύ ταλαιπωρία συνεπάγεται μια τέτοια εκδοχή.
Μένοντας λοιπόν στο σπίτι μας και στην πόλη μας, πήγαμε την Κυριακή στην εκκλησία της γειτονιάς μας όταν ήρθε η ώρα, όπου και βλέπαμε ξανά τους ανθρώπους να φορούν εκείνες τις τεράστιες και τεντωμένες μάσκες στα πρόσωπά τους.
Αυτές δηλαδή που τα σκέπαζαν από τα μάτια τους και κάτω, μέχρι και την καρωτίδα τους. Από μόνιμο φόβο βέβαια τις φορούσαν οι άνθρωποι, μη κολλήσουν κορωνοϊό και μέσα στην εκκλησία.
Αυτόν τον φόβο μάλιστα, με πολύ καμάρι τους τον επέβαλε κι ο ιερέας μας άλλωστε, χωρίς να το καταλαβαίνει, αφού κι αυτός φορούσε μάσκα και πολύ καθαρά μας δήλωνε χωρίς και πάλι να το υπολογίζει, ότι κανίς άλλος εκτός από την πάνινη μάσκα δεν μπορεί να μας προστατέψει από τον κορωνοϊό, ακόμη και μέσα στην εκκλησία.
Αν και δεν του την επέβαλε ο νόμος λοιπόν, αυτός φορούσε την μάσκα του και μάλιστα καθ’ όλη την διάρκεια της λειτουργείας. Τόσο μέσα στο ιερό δηλαδή, όσο κι όταν έβγαινε έξω κατά την μικρή έξοδό του με το ευαγγέλιο στα χέρια, όσο και στην μεγάλη έξοδό του, με το άγιο δισκοπότηρο στα χέρια.
Κι όταν ήρθε η ώρα να κοινωνήσει τους ανθρώπους, πάλι με την μάσκα στο πρόσωπό του το έκανε, αλλά και σ’ αυτούς θύμιζε κάθε τόσο, ότι έπρεπε να κατεβάζουν την μάσκα τους για λίγο προκειμένου να δεχθούν το αίμα και το σώμα του Χριστού και πάλι να την ανεβάζουν μετά στο πρόσωπό τους.
Όταν μιλούσε δε, αλλοιωμένα ακουγόταν τα λόγια του, αλλά κι ο λόγος του, εντελώς οξύμωρος ήταν στην πράξη. Τίποτε μάλλον δεν πίστευε από αυτά που έλεγε κατά την διάρκεια της θείας λειτουργείας.
Στο τέλος της όμως, μας είπε μαζί με τα υπόλοιπα κι ότι θα έκανε αγρυπνία, για την μεγάλη μέρα της παγκόσμιας ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, οπότε, χάριν αυτής της ημέρας, πήγανε κι εμείς να συμμετάσχουμε σ’ αυτήν.
Το σκηνικό που βλέπαμε κι εκείνη την ώρα όμως, ήταν το ίδιο με αυτό της Κυριακής, αλλά κι όταν ήρθε η στιγμή να κάνει την περιφορά του Τιμίου Σταυρού μέσα στην εκκλησία, πάλι με την τεράστια μάσκα στο πρόσωπο την έκανε.
Στο τέλος μάλιστα κι αφού έκανε την περιφορά του Σταυρού τρείς φορές γύρο από το τραπέζι που θα Τον τοποθετούσε όπως επιβάλει το τυπικό της ημέρας, σήκωσε τον Σταυρό ψηλά με τα χέρια του όπως έπρεπε και με την μάσκα πάντα στο στόμα, έλεγε αυτά που το τυπικό και πάλι επιβάλει να λέγονται, αλλά και αλήθειες είναι.
Μη φοβάστε τίποτε κι από τίποτε, όσο ο Σταυρός του Χριστού μας είναι υψωμένος. Τίποτε και κανένας δηλαδή δεν μπορεί να μας πειράξει, γιατί μπροστά στην δύναμη του Τιμίου Σταυρού, τίποτε εχθρικό δεν μπορεί να σταθεί.
Λέγοντας λοιπόν αυτές τις αλήθειες με την μάσκα στο στόμα, δεν καταλάβαινε πρέπει να πω πάλι, ότι ο ίδιος αναιρούσε με την συμπεριφορά του αυτά που έλεγε και κανείς δεν μπορούσε να του πει, ότι δεν συνάδουν αυτά που λέει με αυτά που κάνει.
Κι ασφαλώς δεν μπορούσε να του πει κάτι, γιατί ο ιερέας είναι ο εκπρόσωπος του Χριστού μας, μέσα κι έξω από την εκκλησία κι ως Τέτοιος του έχει δοθεί από τον επίσκοπό μας η εξουσία να υπάρχει.
Από την στιγμή όμως, που κι ο επίσκοπος φοράει μάσκα μέσα στην εκκλησία και την επιβάλει μάλιστα στους ιερείς, χωρείς να καταλαβαίνει κι αυτός, ότι με μια τέτοια συμπεριφορά γίνεται υβριστής του Θεού, ποιός από εμάς τους μηδαμινούς πιστούς θα μπορούσε να κάνει παρατήρηση σε έναν ιερέα;
Και ποιός θα μπορούσε να του πει άλλωστε, ότι με την μάσκα του στο στόμα, βεβαιώνει τους πάντες πολύ καθαρά χωρίς να το υπολογίζει, ότι δεν μπορεί ο Θεός να τιθασεύσει τον κορωνοϊό, ούτε και μέσα στην εκκλησία;
Μα αφού κάθε Κυριακή τον ακούμε να μας λέει όταν διαβάζει τις περικοπές του ευαγγελίου, αυτά που κι από μόνα τους είναι αυτονόητα άλλωστε, ότι ο Χριστός μας και δια του Τιμίου του Σταυρού απαλλάσσει τους ανθρώπους, από πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν όπως αναφέρεται. Πως γίνεται λοιπόν και δεν μπορεί να μας απαλλάξει από έναν κορωνοϊό;
Κι αν πράγματι μπορεί να μας προστατέψει ο Θεός από κάθε ασθένεια, όπως ο ίδιος ο Χριστός μας το υπόσχεται αυτό, αλλά και στην πράξη το βλέπουμε να γίνεται, τότε γιατί μας λένε επίσκοποι και ιερείς μαζί, ότι από αυτήν την συγκεκριμένη του κορωνοϊού, αδυνατεί να το κάνει; Γιατί λοιπόν προσπαθούν να μας πείσουν με την συμπεριφορά τους, ότι δεν μπορεί να μας προστατεύσει Αυτός, γι’ αυτό κι επιβάλετε να φοράμε μάσκες και μέσα στην εκκλησία;
Μα αφού θα πω και πάλι, νεκρούς ανασταίνει ο Χριστός μας όπως αναφέρεται στις περικοπές του ευαγγελίου κι όχι μόνον αυτός, αλλά και οι Απόστολοι έκαναν το ίδιο κι όχι μόνον αυτοί αφού και τα αντικείμενά τους είχαν την ίδια δυνατότητα. Πως λοιπόν τώρα μας προέκυψε η μάσκα ως προστάτιδα αντί του Χριστού μας και των Αγίων μας;
Αν το υποστηρίζουν οι άθεοι αυτό, δικαίωμά τους θα πω. Το να συμφωνούν όμως μαζί τους, επίσκοποι, αρχιεπίσκοποι και ιερείς, δεν σας φαίνεται παράλογο; Κι αφού εμείς το ξέρουμε και το έχουμε εμπεδώσει αυτό κι από πρώτο χέρι μάλιστα, ως λογικά πιστοί, ότι και πεθαμένους ανασταίνει ο Χριστός μας αν Του το ζητήσουμε, πώς λοιπόν τώρα ιεράρχες και ιερείς μαζί δεν το πιστεύουν;
Ανεξήγητα πράγματα θα μου πείτε. Και να σκεφτείτε τώρα, ότι τόσο οι ιερείς, όσο κι οι επίσκοποι, δεν αντιπροσωπεύουν απλός και μόνον τον Θεό με την σωματική τους παρουσία μέσα κι έξω από τον ναό, τον ίδιον τον Χριστό βλέπουμε στο πρόσωπό τους.
Δεν βλέπουμε ανθρώπους δηλαδή, αλλά τον Ίδιο τον Χριστό μας και μάλιστα ολοζώντανα πρέπει να πω. Εγώ προσωπικά δε, άφωνος έμεινα όταν το είδα αυτό που σας λέω για πρώτη μου φορά. Ο αρχιεπίσκοπός μας όμως, όπως κι όλοι οι υπόλοιποι επίσκοποι και ιερείς μαζί δηλαδή, δεν έτυχε να το δουν αυτό;
Αλήθεια πάντως είναι, ότι ως λογικά πιστός, δεν μπορώ να καταλάβω την συμπεριφορά τους. Δεν την κρίνω δηλαδή, αλλά απλώς, δεν μπορώ να την δικαιολογήσω λογικά στον εαυτό μου.
Και μόλις τώρα θυμήθηκα, ότι κι ακόμη μια φορά μου συνέβη αυτό, το να μη μπορώ να δικαιολογήσω λογικά δηλαδή κάτι που μου αφηγήθηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια περίπου, πολύ γνωστός μου ιερομόναχος, γιατί δεν το χωρούσε ο νους μου δηλαδή, όχι γιατί δεν πίστευα στα λόγια του.
Συλλειτουργούσε λοιπόν αυτός όπως είπε μαζί με κάποιον επισκέπτη στο μοναστήρι τους επίσκοπο, το όνομα του οποίου απέφυγε να μου το πει, για να μην σκανταλιστώ ενδεχομένως όπως έλεγε, στην περίπτωση που θα τον συναντούσα σε κάποια εκκλησία.
Σ’ αυτόν τον επίσκοπο λοιπόν αναφερόμενος ο ιερομόναχος, ακόμη κομπιαστά έλεγε αυτό που έζησε μαζί του κι εξαετίας των όσων άκουσε να του λέει, ξέχασε αυτός τι έπρεπε πει από την ωραία πύλη προς το εκκλησίασμα, στους μοναχούς και λαϊκούς δηλαδή που παρακολουθούσαν την θεία λειτουργεία.
Λίγο πριν από αυτό είχε πει κάτι προς το εκκλησίασμα και επιστρέφοντας προς την Αγία Τράπεζα, θαύμαζε μέσα του για την κατάνυξη που έβλεπε στα πρόσωπα των πιστών και βλέποντας τον επίσκοπο να τον κοιτά, πήγε να του αναφέρει αυτό που είδε στους πιστούς ανθρώπους δηλαδή.
Και πριν προλάβει να του πει ο ιερομόναχος κάτι για την κατάνυξή τους, ο επισκέπτης επίσκοπος του έλεγε κουνώντας ευχαριστημένος το κεφάλι του. Μ’ αυτά και μ’ αυτά τα παραμύθια πάτερ, καλά περνάμε.
Άφωνος έμεινε ο ιερομόναχος και πολύ δυσκολεύτηκε κι αυτός να συνεχίσει την λειτουργία μετά, γιατί δεν μπορούσε να χωνέψει, ότι ο επισκέπτης επίσκοπος, τα είχε για παραμύθια αυτά που με τόση κατάνυξη όλοι εμείς παρακολουθούμε στις Θείες λειτουργείες.
Τώρα λοιπόν και μετά από δεκαπέντε χρόνια της δικής του αφήγησης μπόρεσα κι εγώ να δικαιολογήσω μέσα μου, την αδικαιολόγητη πρέπει να πω απιστία εκείνου του αγνώστου σ’ εμένα επισκόπου.
Όταν όμως όλους πια τους βλέπουμε τώρα να προσβάλουν και με τέτοια ευκολία μάλιστα τα λόγια και τις υποσχέσεις του Χριστού μας κι όχι μόνον, γιατί και τον Ίδιον μέμφονται φορώντας μάσκες και μέσα στην εκκλησία, μόνοι τους δηλώνουν ότι είναι άπιστοι ιερείς κι επίσκοποι μαζί.
Γι’ αυτό λοιπόν και με τόση ευκολία στέλνουν τους πιστούς στα πόδια του αντίχριστου να εμβολιαστούν, ξέροντας πολύ καλά και οι ίδιοι, ότι αυτό δεν είναι εμβόλιο, αλλά ένα πειραματικό σκεύασμα που οι φαρμακοβιομηχανίες το παρουσίασαν ως εμβόλιο.
Και την ζημιά που θα κάνει αυτό το δήθεν εμβόλιο, τόσο στην κοσμική, όσο και στην πνευματική ζωή των ανθρώπων, δεν είναι σε θέση να την υπολογίσουν οι επίσκοποι, γιατί η απιστία τους δεν τους το επιτρέπει.
Αυτοί λοιπόν κι από μόνοι τους αποποιήθηκαν την εξουσία που τους έδωσε ο Χριστός μας να τον εκπροσωπούν κι όχι εμείς οι πιστοί. Γιατί εμείς από ανέκαθεν βλέπουμε τον ίδιον το Χριστό στο πρόσωπό τους όπως σας είπα.
Εξακολουθούμε να βλέπουμε μόνον τον Χριστό μας δηλαδή, στις ιερατικές στολές που φορούν, έστω κι αν ξέρουμε ότι κάτω από αυτές καλύπτουν αυτοί, την δική τους αδικαιολόγητη κι από μακριά εμφανή απιστία.
Μακάρι να το καταλάβουν κάποια στιγμή όλοι τους, τόσο οι ιερείς, όσο και οι Άγιοι επίσκοποί μας κι αφού επιστρέψουν στην αλήθεια του Θεού μας, να απαλλαγούν από την απιστία τους.
Κι όπως το επιβάλει η Άγια θέση τους, να οδηγήσουν τον πιστό λαό στην μέριμνα του Χριστού μας, αφού μόνον Αυτός μπορεί να επιστρέψει και πεθαμένους στην ζωή θα πω πάλι, μήπως και το ακούσουν για δεύτερη φορά και τολμήσουν να πιστέψουν επιτέλους κι αυτοί στην αληθινή δύναμη του Θεού και πατέρα όλων μας.
Θα σας αναφέρω και μια περίπτωση ιερέα που όχι μόνον ήξερε τι έκανε, αλλά και πίστευε στην αυτονόητη άλλωστε συμμετοχή του Θεού στην ζωή μας. Αυτός λοιπόν, ξενυχτούσε τους νεκρούς στην εκκλησία του και όλη την νύχτα διάβαζε τις ευχές που χρειαζόταν ο νεκρός προκειμένου να περάσει από τα γνωστά τελώνια.
Όταν μάλιστα οι νεκροί άνθρωποι ήταν εγκαταλειμμένοι, δεν είχαν κανέναν δηλαδή να τους περιποιηθεί ως νεκρούς, αυτός τους έπλυνε και τους έντυνε με καθαρά ρούχα. Κι αφού τους ξενυχτούσε διαβάζοντας τους, στο τέλος τους χαιρετούσε πριν πάει στο σπίτι του. Έλα να χαιρετηθούμε τους έλεγε κι όπως έπρεπε, σαν να ήταν ζωντανοί οι πεθαμένοι, σηκωνόταν από το φέρετρο και αγκάλιαζαν τον ιερέα που τους φρόντιζε.
Αν μπορούν και σηκώνουν πεθαμένους οι ιερείς, όταν είναι όντως ιερείς, θα ήταν δύσκολο γι’ αυτούς να διώξουν από παντού αυτόν τον κατασκευασμένο από ανθρώπους κορωνοϊό;
Αυτό μόνον σκεφτείτε και πέστε στον εαυτό σας ότι πράγματι ζει ο Θεός ανάμεσά μας κι ας μη το πιστεύουν οι Άγιοι επίσκοποί μας. Είναι γραμμένη αυτή η ιστορία και δε την διάβασα μόνον εγώ. Κι αυτοί την διάβασαν και δεν είναι ψέματα. Αλήθεια είναι.
Μιχάλης Αλταλίκης