Η δική μου παρακέντηση και του Ευγένιου οι αιμορροΐδες

mixail-150x1501Κουρασμένος από τις πολλές σκέψεις που έκανα, όλο εκείνο το βράδυ που βρέθηκα στο νεκροτομείο, μαζί με τον περίεργο στρατιώτη συνοδό μου, κοιμήθηκα κατά τα χαράματα μάλλον, γι’ αυτό και με κακοφάνηκε όταν προσπαθούσαν να με σηκώσουν από το νοσοκομειακό μου κρεβάτι, προκειμένου να καθαρίσουν οι νοσοκόμοι τον θάλαμο μας.
Σηκώθηκα ωστόσο και κάνοντας την συνηθισμένη μου βόλτα στους διαδρόμους εκείνου του στρατιωτικού νοσοκομείου, άκουσα πολύ δυνατές φωνές, που όπως πολύ καλά το υπολόγισα, προερχόταν από τον κάτω όροφο.
Κατέβηκα σιγά σιγά τα σκαλοπάτια με την βοήθεια της πατερίτσας μου και έτσι βρέθηκα μετά από λίγο στο σημείο που ακουγόταν οι φωνές. Για να περάσει η ώρα μου το έκανα, αλλά και για να δω τι γινόταν εκεί κάτω, όπως και τον λόγο που έκανε έναν στρατιώτη να φωνάζει τόσο πολύ, που οι φωνές του ακουγόταν σ’ όλο το νοσοκομείο.
Όταν λοιπόν βρέθηκα εκεί κάτω, είδα να στέκεται έξω από την πόρτα του χειρουργείο ένας στρατιώτης που προ ημερών τον γνώρισα. Είχε και αυτός το γόνατο του πρησμένο, για τους ίδιους λόγους που ήταν και το δικό μου.
Περίμενε την σειρά του εκεί όπως μου είπε, προκειμένου να μπει και αυτός στο χειρουργείο, μετά απ’ αυτόν που ήταν μέσα και φώναζε τόσο πολύ και συνεχώς. Πιάσαμε την κουβέντα όμως και από τα συμφραζόμενα βεβαιώθηκα, ότι αυτός που ήταν στο χειρουργείο και φώναζε από τους πόνους, ήταν εκείνος ο περίεργος στρατιώτης, που χθες το βράδυ με πήγε βόλτα στο νεκροτομείο.
Αφού έμαθα ποιος ήταν μέσα, ρώτησα τον συνομιλητή μου να μου πει, αν ήξερε τον λόγο που τον έκανε να φωνάζει τόσο πολύ.
– Του κάνουν παρακέντηση, είπε. Πονάει αυτή, γι’ αυτό και φωνάζει τόσο.
Δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν η παρακέντηση, γι’ αυτό και ζήτησα εξηγήσεις από τον συνομιλητή μου αν ήξερε.
– Όπως ξέρεις, είπε εκείνος έχει κι αυτός το γόνατο του πρησμένο, όπως είναι το δικό μου και το δικό σου. Αυτό το πρήξιμο δεν είναι τίποτε άλλο, παρά συγκεντρωμένα υγρά που προκλήθηκαν στην περιοχή.
Ο τρόπος που τα βγάζουν όμως αυτά, λέγεται παρακέντηση. Και λέγετε έτσι, γιατί βάζουν μια σύριγγα μέσα στο γόνατο, με την βοήθεια της οποίας και τραβούν τα υγρά έξω. Πονάει πολύ όμως αυτή η διαδικασία, γι’ αυτό και αναγκαστικά πλέον, θέλει δεν θέλει κανείς, φωνάζει όπως αυτός.
Μου φάνηκε ότι ήξερε πολλά για το όλο θέμα ο συνομιλητής μου, γι’ αυτό και αυθόρμητα σχεδόν τον ρώτησα.
– Έτσι θα κάνουν και σε μας; Και έτσι θα φωνάζουμε κι εμείς;
Χαμογέλασε αυτός όταν άκουσε το ερώτημα μου, γι’ αυτό και μου το επιβεβαίωσε.
– Όπως σου είπα, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βγουν τα υγρά. Κι αφού έτσι τα βγάζουν, πονάει πολύ αυτή η διαδικασία, σ’ όποιον και αν την επιχειρήσουν.
Φοβήθηκα από όσα άκουσα, γι’ αυτό και του είπα κάτι, σαν να έφταιγε αυτός για τον τρόπο που αφαιρούσαν οι γιατροί τα υγρά από τα γόνατα.
– Σιγά να μη καθίσω εγώ, να κάνουν και σε μένα το ίδιο!
– Αν δεν θέλεις την παρακέντηση, είπε αυτός, δεν μπορούν να σου την κάνουν με το ζόρι. Άλλωστε, αν την κάνεις μια φορά, ύστερα θα πρέπει να την κάνεις συνέχεια. Το γόνατο σου θα μαζεύει πάντα υγρά και πάντα θα πονάει ο τρόπος της αφαίρεσης τους. Αυτός είναι και ο λόγος, που κι εγώ ζήτησα να φύγω από το νοσοκομείο χωρίς να κάνω την παρακέντηση, γιατί δεν θέλω να υποστώ τα ίδια. Τον αρχίατρο περιμένω εδώ όπως βλέπεις, προκειμένου να του ανακοινώσω την απόφαση μου.
– Και τι θα γίνει με τα υγρά που υπάρχουν στο γόνατο σου;
– Τίποτε δεν θα γίνει. Θα μου δώσουν τριάντα μέρες αναρρωτική άδεια και θα πάω στο σπίτι μου. Θα κάνω μπάνια το πόδι μου εκεί και με λίγη καλή γυμναστική, θα απορροφήσει τα υγρά ο οργανισμός μόνος του και έτσι, σε ένα μήνα θα το έχω ξεχάσει.
– Το έπαθα και πέρυσι αυτό, του είπα και όντως τα υγρά έφυγαν μόνα τους. Μόνο που τώρα πονάω περισσότερο από την προηγούμενη φορά κι επειδή δεν ξέρω τον λόγο αυτής της διαφοράς στον πόνο, είμαι λίγο ανήσυχος.
Ενώ έλεγα αυτά στον συνομιλητή μου, απορούσα για το πως και ήξερε αυτός τόσα πολλά για το ορθοπεδικό μας πρόβλημα, γι’ αυτό και πάλι του ζήτησα να μου δώσει απαντήσεις.
– Πως γίνεται και ξέρεις τόσα πολλά γι’ αυτό το θέμα;
– Γιατρός είμαι, είπε αυτός. Κάτι θα ξέρω.
Αφού τον κοίταξα καλά καλά, σαν να ήθελα να βεβαιωθώ από την φυσιογνωμία του για όσα μου φανέρωνε, του είπα μετά.
– Αν δεν μπορούν όπως είπες να με υποχρεώσουν οι γιατροί, τότε, ούτε κι εγώ θα δεχθώ να μου κάνουν την παρακέντηση που μου πρότειναν.
Αυτά είπαμε εκεί με τον στρατιώτη γιατρό και αφού τον χαιρέτισα μετά από λίγο, επέστρεφα προς το κρεβάτι μου. Εκείνον τον περίεργο όμως; Ακόμη τον άκουγα να φωνάζει από τους πόνους μέσα από το χειρουργείο.
Όταν ανέβηκα στον επάνω όροφο και εκεί όπου ήταν ο θάλαμος μου, είδα να βρίσκετε στον διάδρομο ένα χειρουργικό κρεβάτι. Αυτό δεν ήταν εκεί πριν κατέβω στο χειρουργείο, γι’ αυτό και πλησίασα να δω, ποιος ήταν αυτός που ξάπλωνε μπρούμυτα πάνω σ’ αυτό.
Και δεν ήταν μόνον μπρούμυτα ξαπλωμένος, αλλά και δεμένος ήταν χειροπόδαρα, από τις γωνίες του κρεβατιού του. Αυτά που έβλεπα εκεί όμως, δεν μου επέτρεπαν να τον προσπεράσω χωρίς να μάθω πρώτα, τον λόγο που του έκαναν κάτι τέτοιο.
Έσκυψα λοιπόν και κοιτούσα στο πρόσωπο εκείνον τον στρατιώτη και το έκανα έτσι αυτό, που τον έβλεπα πλέον από κάτω προς τα πάνω. Ενώ τον κοιτούσα όμως, του έλεγα συγχρόνως.
– Τι έγινε ρε αδελφέ; Γιατί σε έχουν ξαπλωμένο μπρούμυτα και δεμένο χειροπόδαρα στο κρεβάτι σου;
Γέλασε αυτός για την παρατήρηση που του έκανα, αλλά και είπε.
– Μου έχουν εγχειρήσει τις αιμορροΐδες. Και όπως βλέπεις, είμαι δεμένος και ξαπλωμένος εδώ πάνω, τρεις μέρες.
– Και για ποιο λόγο σε έβγαλαν έξω στον διάδρομο;
– Δεν ξέρω, είπε. Τώρα με έφεραν εδώ.
Ενώ λοιπόν μάθαινα τον λόγο που τον είχαν εκεί ξαπλωμένο μπρούμυτα και δεμένο στο κρεβάτι του, είδα να έρχεται από το βάθος του διαδρόμου ο αρχίατρος, μαζί με την συνοδεία του. Καμιά δεκαριά γιατροί δηλαδή.
Ένας από αυτούς. Ταγματάρχης στον βαθμό. Όποιον στρατιώτη έβλεπε να είναι έξω από τον θάλαμο του και να περιφέρεται στον διάδρομο όπως έκανα κι εγώ, τον έδιωχνε και τον έστελνε να πάει πίσω και στο κρεβάτι του.
– Και συ, είπε και σε μένα όταν με είδε. Γρήγορα στο κρεβάτι σου.
Έκανα να φύγω, αλλά και πάλι σταμάτησα. Κρύφτηκα πίσω από μια κολόνα στην συνέχεια και περίμενα εκεί να δω τι θα του κάνουν, σίγουρος ότι πήγαιναν στον στρατιώτη.
Μου έκανε εντύπωση όμως και η περίεργη συμπεριφορά ενός εκ των γιατρών και αυτός ήταν ένας επιπλέον λόγος που με κρατούσε στην ίδια θέση. Είχε τα χέρια στην πλάτη του και κρατούσε κρυμμένη μ’ αυτά εκεί πίσω, μια πολύ μεγάλη τανάλια όπως παρατήρησα.
Όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορούσα να φύγω από εκεί, πριν δω αυτό που πέρασε από το μυαλό μου ότι σκόπευαν να του κάνουν μ’ εκείνη την τανάλια, αφού βλέποντας την μου ερχόταν παλιές μνήμες και αυτές με ωθούσαν στο να φαντάζομαι απίθανα πράγματα.
Μια τέτοια και τόσο μεγάλη τανάλια χρησιμοποιούσαν οι κτηνίατροι όταν ερχόταν στο χωριό μας, προκειμένου να ευνουχίσουν μ’ αυτήν τα γαϊδούρια των κατόχων τους. Μόλις την είδα λοιπόν, αυτό θυμήθηκα και αυτό έβαζα με το μυαλό μου ότι θα του κάνουν.
Τι τραβούσαν και κείνα τα καημένα; Αγόγγυστα υπέμειναν, ακόμη και την στέρηση της φύσης τους στον βωμό της ανθρώπινης εξουσίας. Και αυτό το έκαναν χωρίς καμιά φωνή διαμαρτυρίας, όταν οι κάτοχοι τους ήθελαν μέσω του ευνουχισμού τους να διαθέτουν για τις ανάγκες τους, πιο εύρωστα γαϊδούρια έτσι όπως τα καταντούσαν.
Παραξενεύτηκα λοιπόν από όσα υπολόγιζα να γίνονται στον διάδρομο του πρώτου ορόφου και στο στρατιωτικό νοσοκομείο, γι’ αυτό και περίμενα γεμάτος αγωνία να δω, τι επιτέλους θα έκαναν σ’ εκείνον τον στρατιώτη, αφού ούτε εγώ ήξερα, αλλά ούτε κι αυτός, γιατί ήταν εκεί ξαπλωμένος και δεμένος χειροπόδαρα.
Όπως καλά το υπολόγισα λοιπόν, σ’ αυτόν πήγαν οι γιατροί. Αφού έκαναν ένα κύκλο γύρω από το κρεβάτι του, τον ψιλορωτούσαν μετά άσχετα με την υγεία του πράγματα. Ποια ομάδα ποδοσφαίρου υποστήριζε. Ποιο ήταν το αγαπημένο του φαγητό και τέτοια, σαν να ήθελαν να δουν πως αντιδρά, ή κάτι άλλο που εγώ δεν μπορούσα να υπολογίσω.
Κοίταξε γύρω του κάποια στιγμή ο ταγματάρχης γιατρός και όταν με είδε να στέκομαι και πάλι παράμερα, μου έβαλα ξανά τις φωνές.
– Ακόμη εδώ είσαι εσύ; Γρήγορα μέσα.
Έκανα πως φεύγω, αλλά και πάλι κρύφτηκα πίσω από την ίδια κολόνα. Έβλεπα τα πάντα από εκεί που στεκόμουν, γι’ αυτό και είδα κάποιον από τους γιατρούς, να τραβά στα πλάγια το σεντόνι που ήταν σκεπασμένος ο ασθενής τους και έτσι, εμφανίσθηκαν τα οπίσθια του.
Ήταν γυμνός εκεί ο μπρούμυτα ξαπλωμένος στρατιώτης, γι’ αυτό και έβλεπα πολλές γάζες στο επίμαχο του σημείο. Δεν ήξερα αν γνώριζε την ύπαρξη τους, αλλά έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος δεν μπορούσε να δει και τι γινόταν πίσω του.
Στο νεύμα του ταγματάρχη γιατρού, άρχισε και πάλι τις παραπλανητικές του ερωτήσεις ο γιατρός που ήταν δίπλα του, τις οποίες και απαντούσε ανυποψίαστος ο ξαπλωμένος στρατιώτης. Και όσο ήταν απασχολημένος με τις απαντήσεις του, έδινε εντολή ο ταγματάρχης στον γιατρό που κρατούσε την τανάλια, να προχωρήσει στον σκοπό τους και μάλιστα γρήγορα.
Σήκωσε τότε εκείνος την τανάλια του και την έφερε στα οπίσθια του στρατιώτη, ανάμεσα στα ανοιγμένα σκέλη του δηλαδή. Αφού δεν ήξερα τι ακριβώς θα του έκαναν και αφού με παρέσυραν αρκετά οι μνήμες μου, συμφώνησα με όσα σκεφτόμουν, ότι μάλλον ήθελαν να τον ευνουχίσουν για κάποιο λόγο, γι’ αυτό και έλεγα μέσα μου.
– Ωχ! Πάει το παλικάρι…
Αλλά και πάλι απορούσα για όσα σκεπτόμουν και πως να μην απορούσα άλλωστε, αφού δεν μπορούσα να δικαιολογήσω τον λόγο του ευνουχισμού του και μάλιστα με τέτοιον τρόπο, όπως έκαναν στα καημένα τα γαϊδούρια.
Ζητούσα από τον εαυτό μου απαντήσεις όπως καταλαβαίνετε, αφού δεν μπορούσα να απευθυνθώ σε κάποιον άλλον και επειδή έτυχε να δω πολλές φορές να κάνουν αυτήν την σκληρή επέμβαση στα καημένα τα ζώα, δεν μπορούσα να την δω ξανά και μάλιστα να γίνεται σε άνθρωπο, γι’ αυτό και ετοιμάστηκα να φύγω.
Με σταμάτησαν όμως οι φωνές του ξαπλωμένου στρατιώτη και αυτές ήταν τόσο δυνατές, που μ’ ανάγκασαν να μείνω ακίνητος στην θέση μου. Χωρίς να το σκεφτώ και πολύ, γύρισα μετά να δω προς το μέρος του και αυτό που έβλεπα εκεί, με έκανε να μείνω αποσβολωμένος, γιατί άλλο πράγμα υπολόγιζα και άλλο έβλεπα να γίνεται.
Ο γιατρός που είχε εκείνη την μεγάλη τανάλια στα χέρια του, τραβούσε μαζί της και με όλη του την δύναμη ένα σωλήνα, στην προσπάθεια του να τον βγάλει μέσα από το παχύ έντερο του στρατιώτη.
Του τον είχαν περάσει εκεί μέσα με αναισθησία προφανώς όταν τον είχαν στο χειρουργείο, γι’ αυτό και αγνοούσε ο στρατιώτης την ύπαρξη του. Αν ρωτήσετε τώρα να σας πω εγώ, γιατί έκαναν αυτήν την επέμβαση της εξαγωγής εκείνου του σωλήνα στον διάδρομο, θα σας πω ότι δεν ξέρω.
Πονούσε πολύ όμως ο φουκαράς και από τον πόνο που είχε, έβριζε τους πάντες και τα πάντα και περισσότερο από όλους, έβριζε τον αρχίατρο. Αυτόν πάλι, τον άκουγα να πιέζει επίσης πολύ τον γιατρό με την τανάλια, γιατί του ζητούσε να συντομεύει.
Τον λυπόταν όμως εκείνος έτσι όπως τον άκουγε να φωνάζει, γι’ αυτό και δεν έβαζε την απαιτούμενη δύναμη στα χέρια του, προκειμένου να κάνει συντομότερη την εξαγωγή του. Ωστόσο, ενθάρρυνε τον στρατιώτη ο αρχίατρος, όταν του έλεγε.
– Βρίσε μας παιδί μου. Βρίσε μας όλους και μάλιστα όσο μπορείς πιο δυνατά, έτσι ώστε να ξεθυμάνει κάπως ο πόνος σου. Μη σφίγγεσαι όμως, γιατί έτσι και συ πονάς περισσότερο, αλλά και την δική μας προσπάθεια δυσκολεύεις. Πίστεψε, ότι θέλουμε να σε ελευθερώσουμε το συντομότερο απ’ αυτόν τον σωλήνα.
Έβριζε ωστόσο ο στρατιώτης και έλεγε ακατονόμαστες βρισιές, τόσο στο αρχίατρο, όσο και σ’ εκείνον τον γιατρό που τραβούσε τον σωλήνα με την τανάλια. Παρόλα αυτά, καθυστερούσε πολύ την διαδικασία της εξαγωγής ο γιατρός, γι’ αυτό και τον μάλωνε ο αρχίατρος.
– Τελείωνε επιτέλους. Θα μας μείνει από τον πόνο ο άνθρωπος.
Βάζοντας την απαιτούμενη δύναμη πλέον εκείνος, κατάφερε επιτέλους να βγάλει τον σωλήνα και όταν τον έβγαλε ολόκληρο έξω, τρόμαξα στην θέα του. Ήταν τόσο παχύς και τόσο μεγάλος, που απορούσα πως χωρούσε μέσα στο έντερο του. Και δεν ήταν μόνον αυτό όπως έβλεπα, αλλά και τυλιγμένη με γάζες ήταν η εξωτερική του επιφάνεια.
Ωστόσο, πήρε στα χέρια του τον σωλήνα ο αρχίατρος και τον εξέταζε πολύ προσεκτικά. Έσκυψε μετά και εξέτασε με την ίδια προσοχή και την φυσική εξαγωγή του στρατιώτη.
Όταν σηκώθηκε, είπε ευχαριστημένος στους άλλους γιατρούς.
– Μπράβο σας. Εξαιρετική δουλειά. Δεν είχαμε ανεπιθύμητες διαρροές και όπως διαπιστώνω, ο ασθενής είναι πολύ καθαρός. Απευθυνόμενος μετά προς στον ταγματάρχη γιατρό, του έλεγε.
– Γιατί δεν φωνάζει τώρα ο ασθενής;
– Μα, από ότι φαίνεται, μάλλον λιποθύμησε, είπε ο ταγματάρχης.
– Δεν μας πειράζει αυτό είπε ο αρχίατρος και αμέσως έδωσε εντολή, να μεταφέρουν τον λιπόθυμο στρατιώτη στον θάλαμο του και εκεί να φροντίσουν για την επαναφορά του.
Αφού τελείωσε εκείνη η διαδικασία, έστειλαν τον λιπόθυμο στρατιώτη στον θάλαμο του με την βοήθεια του νοσοκόμου και ενός εκ των γιατρών, ενώ όλοι μαζί οι υπόλοιποι ακολουθούσαν τον αρχίατρο, ο οποίος και κατευθυνόταν προς το γραφείο του.
Με είδε όμως να στέκομαι μαρμαρωμένος από όσα έβλεπα εκεί πίσω από την κολόνα, γι’ αυτό και μου είπε με στόμφο.
– Τι κατάλαβες τώρα που έμεινες εδώ να κρυφοκοιτάς τι κάνουν οι γιατροί; Έμαθες τίποτε χρήσιμο για σένα; Άντε λοιπόν στο κρεβάτι σου και μη τριγυρίζεις άσκοπα στους διαδρόμους.
Τίποτε δεν του είπα εγώ, παρά μάζεψα τον αποσβολωμένο εαυτό μου και πήγα αμέσως στο κρεβάτι μου. Όλη την υπόλοιπη μέρα και την νύχτα που ακολούθησε, καθόλου δεν κουνήθηκα από την θέση μου.
Επηρεάστηκα όπως καταλαβαίνετε από το αποτέλεσμα της επέμβασης που είδα να γίνετε στις αιμορροΐδες εκείνου του στρατιώτη, που όπως έμαθα αργότερα τον έλεγαν Ευγένιο, γι’ αυτό και πήρα την απόφαση να κρατήσω μυστικό από τους γιατρούς το πρόβλημα που είχα με τις δικές μου αιμορροΐδες, μη τυχόν κάνουν και σε μένα τα ίδια.
Ωστόσο, ήρθαν οι γιατροί στον θάλαμο μας κατά τις εννιά το πρωί της επομένης και όπως ήταν στο καθημερινό τους πρόγραμμα, άρχισαν αμέσως να εξετάζουν έναν έναν τους ασθενείς τους.
Τελειώνοντας με τους υπόλοιπους, ήρθαν και στο δικό μου κρεβάτι οι γιατροί στην πρόθεση τους να με εξετάσουν, γι’ αυτό και αμέσως πήρε την καρτέλα μου στα χέρια του ο αρχίατρος. Αφού με κοίταξε καλά καλά, στην συνέχεια είπε στον ταγματάρχη γιατρό που τον συνόδευε.
– Τι πρόβλημα έχει αυτός ο περίεργος, που τριγυρνά στους διαδρόμους;
– Μετατραυματικό μηνίσκο στο δεξί του γόνατο και συγκεντρωμένα υγρά σ’ αυτό, του απάντησε.
– Απ’ όσα βλέπω στην καρτέλα του όμως, είπε ο αρχίατρος ενώ ψηλάφιζε το γόνατο μου, μια εβδομάδα τον έχουμε εδώ. Αν έχουμε περιθώρια, λέω να τον βάλουμε σήμερα κιόλας στο χειρουργείο.
– Μπορούμε να τον βάλουμε τώρα το πρωί απάτησε ο ταγματάρχης, ενώ συμβουλεύονταν ένα μικρό σημειωματάριο που κρατούσε στα χέρια του και περίμενε την απάντηση του αρχιάτρου.
– Ωραία, είπε εκείνος. Ας τον βάλουμε τώρα και πρώτο στην σειρά.
Απευθυνόμενος σε μένα μετά έλεγε ψυχρά σχεδόν.
– Ετοιμάσου για το χειρουργείο.
Μόλις άκουσα την απόφαση του, θυμήθηκα αυτά που μου είπε χθες το πρωί ο στρατιώτης γιατρός έξω από το χειρουργείο τους και χωρίς να το σκεφτώ πολύ, του είπα με θάρρος.
– Δεν θέλω να κάνω την παρακέντηση.
Στο άκουσμα της δήλωσης μου, γύρισαν όλοι μαζί οι γιατροί και με κοίταζαν με απορία, ενώ μου έλεγε ο αρχίατρος.
– Τι έγινε στρατιώτη; Φοβήθηκες από τα χθεσινά και τώρα δεν θέλεις να σε χειρουργήσουμε; Μη φοβάσαι πρόσθεσε και δεν θα σου κάνουμε τα ίδια. Σήκω πάνω λοιπόν και ετοιμάσου και δεν είναι στο χέρι σου να κάνεις, ή να μη κάνεις την παρακέντηση. Να ξέρεις δε ακόμη, ότι εδώ είναι στρατιωτικό νοσοκομείο και όχι ιδιωτική κλινική όπου μπορεί ο ασθενής να κάνει ό,τι θέλει.
– Δεν θέλω να κάνω την παρακέντηση, επανέλαβα εγώ μηχανικά σχεδόν, κόβοντας στην μέση τον συλλογισμό του αρχιάτρου.
– Ωραία είπε αυτός, ενοχλημένος από την απάντηση μου.
Απευθυνόμενος μετά προς τους γιατρούς, τους έλεγε με δυνατή φωνή.
– Ετοιμάστε του αμέσως την εξαγωγή από το νοσοκομείο. Και όπως επιβάλλεται αυτό, να τον στείλτε τώρα κιόλας στην μονάδα του, ώστε να κάνει εκεί τον έξυπνο.
Κάτι πήγε να πει ο ταγματάρχης γιατρός, αλλά τον έκοψε ο αρχίατρος και απευθυνόμενος σε μένα, έλεγε επιτακτικά.
– Έλα στο γραφείο μου σε δέκα λεπτά.
Έφυγαν οι γιατροί από τον θάλαμο μας μετά απ’ όσα μου ανακοινώθηκαν και μόλις έφυγαν αυτοί, όρμησαν επάνω μου οι υπόλοιποι στρατιώτες που νοσηλευόταν μαζί μου.
– Γιατί ρε συ δεν θέλεις να κάνεις την παρακέντηση; Κι εμείς θα την κάνουμε, τι φοβάσαι; Και ύστερα; Καλά σου είπε ο αρχίατρος. Στρατιωτικό νοσοκομείο είναι εδώ, μπορείς να κάνεις εσύ ό,τι θέλεις;
Άκουγα πολλά και διάφορα τέτοια χωρίς να μιλώ και μόλις πέρασαν τα δέκα λεπτά, πήρα την πατερίτσα μου παραμάσχαλα και πήγα στο γραφείο του αρχιάτρου.
– Καλώς τον, είπε αυτός μόλις με είδε στην πόρτα και ενώ υπέγραφε κάτι χαρτιά πρόσθεσε.
– Δεν είναι τίποτε ρε αυτό, γιατί φοβήθηκες τόσο πολύ; Είδες τώρα γιατί φωνάζαμε εμείς εχθές να φύγετε όλοι από τον διάδρομο; Να γιατί φοβάσαι τώρα. Όπως και να έχει όμως, δεν πειράζει. Μπορείς και να μην κάνεις την παρακέντηση.
Έκανε μια διακοπή και μετά πρόσθεσε μερικά ακόμη.
– Θα σου δώσουμε τριάντα μέρες άδεια και μ’ αυτήν θα πας στο σπίτι σου. Θα κάνεις μόνος την θεραπεία σου εκεί, με τα χάπια που θα σου δώσουμε όπως και με τις ασκήσεις που εγώ θα σου δείξω να κάνεις στο πόδι σου.
Ατροφεί αυτό τώρα, εξαιτίας της αδράνειας στην οποία βρίσκετε και θα ατροφήσει ακόμη περισσότερο αν το παραμελήσεις. Αν δεν το φροντίσεις όπως πρέπει όμως, θα έχεις πρόβλημα αργότερα.
Γι’ αυτό λοιπόν και για να φέρεις καλύτερο αποτέλεσμα στο γόνατο σου, προτείνω να του κάνεις μπάνια στην θάλασσα αν το μπορείς. Αν του κάνεις δε και αρκετά αμμόλουτρα με την ζεστή άμμο, τότε θα φύγουν γρήγορα τα υγρά που το περιστοιχίζουν και έτσι, θα ελευθερωθεί το γόνατο σου και θα κινείται χωρίς να σε πονά.
Να προσέχεις όμως στο εξής το πώς και πού θα πατάς μ’ αυτό, γιατί θα κινδυνεύεις πάντα να πάθεις τα ίδια. Μαζί μ’ αυτά που σου είπα να κάνεις, θα πρέπει να βάλεις καλά στο μυαλό σου, ότι απαγορεύεται να παίζεις στο εξής μπάλα. Κατάλαβες;
-Κατάλαβα… του απάντησα και ευχαρίστως υπέγραψα την οικειοθελή μου έξοδο από το νοσοκομείο. Αφού πήρα το εξιτήριο στα χέρια μου όμως, μαζί με τις πολλές και γραπτές οδηγίες που μου έδωσε ο αρχίατρος, πήγα να νοσηλευτώ μόνος και για ένα μήνα στο σπίτι μου όπως το βεβαίωνε η άδεια που είχα στα χέρια μου, αλλά και όπως με συμβούλεψε να κάνω εκείνος ο στρατιώτης γιατρός, όταν εχθές τον συνάντησα έξω από το χειρουργείο.
Δεν ήταν βέβαια και πολύ σωστή η διάγνωση που μου έκαναν τότε, αφού καμία αναφορά δεν έκαναν για τους σπασμένους χιαστούς μου, αυτούς που μετά από σαράντα χρόνια διαπίστωσαν την ύπαρξη τους οι νεότεροι ορθοπεδικοί, εξετάζοντας τον λόγο που το γόνατο μου βγαίνει ακόμη και πολύ συχνά από την θέση του και εξαιτίας αυτού με προκαλεί αρκετό πόνο.
Ωστόσο, από την στιγμή που πήρα εκείνη την αναρρωτική άδεια και μετά, όντως και εφάρμοσα κατά γράμμα αυτά που μου υπέδειξε να κάνω ο αρχίατρος. Την γυμναστική δηλαδή στο γόνατο μου, τα μπάνια στην θάλασσα για τον ίδιο λόγο, όπως και τα ζεστά αμμόλουτρα προκειμένου να απορροφηθούν τα υγρά που υπήρχαν στην ίδια περιοχή και όντως έγινε καλά αυτό.
Έγινε καλά και ξεπρήστηκε εντελώς αυτό, αλλά και συχνά έβγαινε από την θέση του. Και όταν έβγαινε; Έπεφτα κάτω από τους πόνους. Και για να γλιτώσω απ’ αυτούς; Τέντωνα το πόδι μου καλά καλά και μετά πατούσα πολύ προσεκτικά το γόνατο μου προς τα κάτω, μέχρι που να ακουστεί ένα κράκ. Στο άκουσμα αυτού του ήχου ανακουφιζόμουν από τους πόνους, αφού έμπαινε πια στην θέση του και έτσι, μπορούσα πλέον να περπατήσω.
Έγινα ορθοπεδικός δηλαδή για το δεξί μου πόδι, το οποίο και παρέμενε αρκετά ατροφικό ακόμη σε σχέση με το αριστερό, αν και πέρασε ο μήνας της αναρρωτικής μου άδειας, γι’ αυτό και επέστρεψα στην μονάδα που υπηρετούσα όπως ήμουν υποχρεούμενος.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *