Διανύαμε την Άνοιξη όπως σας είπα κι αφού ήμασταν ευδιάθετοι ένα απόγευμα πριν από την Πρωτομαγιά, σκεφτήκαμε να πάμε κι εμείς οι της παρέας μας μια μικρή βόλτα εκείνη την ημέρα, όπως άλλωστε θα έκαναν και πολλοί άλλοι από τον περίγυρο μας.
Λόγω της ιδιαιτερότητας της Πρωτομαγιάς, αλλά και του νεαρού της ηλικίας μας, θα θέλαμε να διαθέσουμε τον χρόνο μιας ολοήμερης εκδρομής για χάρη της, αλλά επειδή οι εργασιακές μας υποχρεώσεις δεν μας το επέτρεπαν αυτό, καταλήξαμε τελικά στο συμπέρασμα, ότι μάλλον έπρεπε να αρκεστούμε σε μια απλή και κοντινή βόλτα σε κάποια από τις πολλές θέσεις που διαθέτει η πόλη μας γι’ αυτόν τον σκοπό.
Αφού επιλέξαμε από ανάμεσα τους, αυτήν που τόσο ευκόλως, όσο και συντόμως, αλλά κι ευχαρίστως θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε χωρίς να προκαλέσουμε προβλήματα στον εαυτό μας, ζητήσαμε κι από ολόκληρο το τιμ της παρέας μας να δηλώσουν την συμμετοχή τους.
Πρόβλημα χρόνου είχα εγώ κι αυτός που ήταν φίλος και συνάδελφος μου και λογικά δεν θα μπορούσαμε να απουσιάζουμε μια ολόκληρη ημέρα από τις υποχρεώσεις μας, την στιγμή μάλιστα που εγώ προσωπικά, είχα υπερβολικά πολλές από αυτές όπως σας ανέφερα.
Του φίλου που ήταν και συνάδελφος μου ήταν η ιδέα της ολιγόωρης εκδρομής, στην οποία ευχαρίστως βέβαια συμφώνησα να συμμετάσχω, αφού αυτός τουλάχιστον διέθετε τότε αυτοκίνητο και με αυτό εύκολα θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε στις θέσεις μας, αν κάτι μας υποχρέωνε να το κάνουμε αυτό εσπευσμένα.
Ανακοινώσαμε λοιπόν και στους υπόλοιπους την ιδέα μας, όπως και το πώς θα βόλευε σ’ εμάς να υλοποιήσουμε τον στόχο του προγράμματος μας, αλλά δυστυχώς για μας, δεν βρήκαμε κανέναν από αυτούς διαθέσιμο να το ακολουθήσει.
Ο λόγος που τους έκανε να αρνούνται την πρόταση μας, ήταν ότι όλοι τους σχεδόν ήθελαν να κάνουμε την Πρωτομαγιά μας έτσι κι όπως πάντα την κάναμε και μάλιστα με ότι συνεπάγεται σ΄ αυτήν.
Ένας όμως δέχτηκε τελικά να μας ακολουθήσει κι αφού γίναμε τρεις πια, δήλωσε και το κορίτσι με τα γαλανά μάτια ότι θα ήθελε να έρθει μαζί μας. Άλλωστε κι αυτή έπρεπε να βρίσκεται νωρίς στο σπίτι της και μάλιστα πριν από τις δώδεκα μεσημέρι, οπότε μια τέτοια ακίνδυνη βόλτα, πουθενά δεν θα την εξέθετε στον αυστηρό πατέρα της και καλό θα της έκανε.
Αφού το συμφωνήσαμε λοιπόν, συναντηθήκαμε στην ώρα μας το πρωί της Πρωτομαγιάς κι αφού πήραμε από το δρόμο το κορίτσι με τα γαλανά μάτια, πήγαμε να υλοποιήσουμε την βόλτα που προγραμματίσαμε, με την μόνη διαφορά, ότι λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο όπως λέει και η παροιμία.
Όλα τα υπολογίσαμε εμείς. Απόσταση, ώρες, διαδρομή και τόπο που θα καταλήγαμε, αλλά ξεχάσαμε να σκεφτούμε και το ενδεχόμενο να είναι πολλοί και αυτοί που επίσης θα διάλεγαν τον ίδιο τόπο για προορισμό τους, με αποτέλεσμα να πέσουμε σε ασυνήθιστη για την περιοχή κυκλοφορία, όπως και το ανάλογο μποτιλιαρίσματα που συναντήσαμε, τόσο στον πηγεμό μας, όσο και στην επιστροφή μας.
Βλέποντας την δυσκολία στους δρόμους όταν πηγαίναμε, κάναμε μια πολύ σύντομη επίσκεψη στον τόπο της επιλογής μας και αμέσως σχεδόν επιχειρήσαμε την επιστροφή μας, θέλοντας να προστατέψουμε το κορίτσι που είχαμε μαζί μας από το ενδεχόμενο να αργήσει, αλλά και να μπλέξει άσχημα όπως πολύ το φοβόταν.
Ότι κι αν κάναμε όμως, τίποτε καλό γι’ αυτήν δεν καταφέραμε. Στην επιστροφή μας; Συναντήσαμε χειρότερο μποτιλιάρισμα από τον πηγεμό μας, γι’ αυτό κι αργήσαμε να την πάμε στο σπίτι της.
Αργήσαμε να την επιστρέψουμε είναι αλήθεια, αλλά όχι και τόσο όσο θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν και πολύ, αφού Πρωτομαγιά ήταν και η ώρα ήταν λίγο πριν τις δύο το μεσημέρι όταν την αφήσαμε κοντά στο σπίτι της.
Εμείς βέβαια έτσι βλέπαμε το θέμα, αλλά δεν ξέραμε πως θα αντιδρούσε ο πατέρας της, γι’ αυτό και φύγαμε προβληματισμένοι από την γειτονιά της, αφού από όσα μας έλεγε το κορίτσι, ο πατέρας της ήθελε να την βρίσκει στο σπίτι τους όταν αυτός επέστρεφε, όποια μέρα και αν ήταν, όποια ώρα και αν το έκανε αυτό.
Ανησυχήσαμε εκείνη την ώρα, αλλά πιο πολύ ανησυχήσαμε, όταν δεν βλέπαμε το κορίτσι να μας επισκέπτεται κάθε απόγευμα όπως έκανε και πριν. Μια εβδομάδα πέρασε και ούτε ένα τηλέφωνο δεν μας έκανε.
Εμφανίστηκε όμως τελικά και όπως μας το ζήτησε αυτό, ήθελε να μείνει για λίγο και αυτό πάλι, μόνον για να μας εκθέσει τους λόγους που την υποχρέωσαν να μην μας επισκέπτεται.
Αλλά και να μας δείξει τα σημάδια της θέλησε, αυτά που της έμειναν στο πρόσωπο από τα χτυπήματα που της κατάφερε ο πατέρας της, ο οποίος γύρισε νωρίτερα από αυτήν στο σπίτι και δεν ήταν εκεί να τον περιμένει καθώς της το είχε ζητήσει.
Μη μπορώντας λοιπόν αυτός να συγχωρήσει την αδικαιολόγητη απουσία της κόρης του θύμωσε και θυμωμένος από την συμπεριφοράς της, της μαύρισε το πρόσωπο από τα χτυπήματα, τα σημάδια των οποίων ήταν ακόμη εμφανή στο πρόσωπο της όπως και το βλέπαμε.
Μας κακοφάνηκε το γεγονός, αλλά και τι μπορούσαμε να κάνουμε; Πατέρας της ήταν και έτσι νόμιζε αυτός ότι έπρεπε να κάνει. Και για να μην τον ερεθίσουμε περισσότερο, έφυγε γρήγορα το κορίτσι από το στέκι μας, αφού δεν μπορούσε να μείνει περισσότερο μαζί μας.
Προκειμένου να συμπαρασταθούμε κι εμείς κάπως, στον δικό της πόνο, αυτόν που της προκαλέσαμε χωρίς την θέληση μας, πήγαμε σύσσωμοι οι της παρέας μας στην γειτονιά της εκείνο το βράδυ, όπου και της κάναμε μεταμεσονύκτιες καντάδες έξω από το σπίτι της.
Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν έληξε εκείνο το επεισόδιο, αλλά μετά από λίγες μέρες και την ώρα που έπαιζαν τάβλι οι φίλοι μου με τον πατέρα μου, του ξεφούρνισαν το επεισόδιο που προκαλέσαμε στο κορίτσι, με αποτέλεσμα να βρω κι εγώ τον μπελά μου.
Μου έκανε πολλές παρατηρήσεις ο πατέρας μου εκείνο το βράδυ και έτσι όπως πήρε φόρα, δεν έλεγε να σταματήσει. Θεωρώντας εμένα υπεύθυνο για όσα της συνέβησαν με μάλωνε κι ένα σορό μου έλεγε.
Είχαμε αρραβωνιάσει και την μικρή μου αδελφή εν τω μεταξύ και μαζί με τους γαμπρούς μας, γερή καζούρα μου έκαναν κάθε βράδυ όλοι μαζί, για όσα έπαθε το κορίτσι από τον πατέρα της. Τα περισσότερα όμως τα άκουγα από τον πατέρα μου.
– Αφού μπήκαμε στον χορό ρε, τι φοβάσαι; θα χορέψουμε. Δεν μπορείς δηλαδή να συντηρήσεις μια γυναίκα; Τι θα τα κάνεις ρε τα λεφτά που μαζεύεις; Πότε επιτέλους θα παντρευτείς; Όταν πια θα έχεις γεράσει; Απορώ με την τσιγκουνιά σου. Πήγαινε ρε να ζητήσεις την κοπέλα, πριν τη σκοτώσει ο πατέρας της, ή την πάρει κάποιος άλλος.
Με τέτοια και με άλλα πολλά διασκέδαζαν κάθε βράδυ μαζί μου, όσοι βρίσκονταν στο σπίτι μας και ούτε λίγο, ούτε πολύ, με οδηγούσαν προς το να σκέφτομαι το ενδεχόμενο να παντρευτώ και να έχω μάλιστα δίπλα μου, αυτήν για γυναίκα μου.
Το σκέφτηκα το πράγμα, το ξανασκέφτηκα κι αφού κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι μάλλον βαρέθηκα την εργένικη ζωή, αν και μόλις είχα μπει στα εικοσιπέντε μου χρόνια, έπειθα μετά τον εαυτό μου να δεχτεί, ότι μάλλον έπρεπε να βλέπει με καλό μάτι τον γάμο.
Μελετώντας λοιπόν το ενδεχόμενο να βρεθώ παντρεμένος κι αφού δεν είχα κανένα άλλον λόγο πια που να με κάνει να περιμένω περισσότερο, κατέληξα τελικά, στο ότι πλησιέστερα στα όσα ήλπιζα να βρω εγώ στην γυναίκα που θα ήθελα να παντρευτώ, ήταν το κορίτσι με τα γαλανά μάτια.
Όπως είπα και άλλη φορά όμως, αυτά που ήθελα να έχω εγώ από την μέλλουσα γυναίκα μου, δεν ήταν παρά μόνον ένα. Το να έχει δηλαδή κι αυτή την διάθεση, να αντιμετωπίσει την ζωή της μαζί μου, όπως κι αν αυτή ήθελε να μας παρουσιαστεί.
Τα είχαμε κουβεντιάσει βέβαια αυτά με το κορίτσι, όπως και αυτά που προσδιόριζαν τα δεδομένα για έναν σωστό γάμο και τα κουβεντιάσαμε τότε μάλιστα, όταν κάναμε ακαδημαϊκές κουβέντες γι’ αυτά τα θέματα με την ολομέλεια της παρέας, στις οποίες και την έβρισκα να συμφωνεί μαζί μου, για όσα εγώ τους εξέθετα ως προϋπόθεση εποικοδομητικού και χωρίς προβλήματα γάμου.
Από την στιγμή όμως που πήρα τελικά την απόφαση να της κάνω πρόταση γάμου, θέλησα να της τα υπενθυμίσω και πάλι αυτά, πριν ακόμη μπούμε στην διαδικασία να πάρουμε από κοινού σοβαρές αποφάσεις γι’ αυτό το θέμα.
Σκόπευα δηλαδή να τις δώσω περιθώρια, ώστε να τοποθετηθεί εκ νέου σε όσα τότε και σε ανύποπτο χρόνο κουβεντιάζαμε ακαδημαϊκά, αλλά και να δω ήθελα, μήπως και για κάποιο λόγο άλλαξε την γνώμη της κι αυτά της έλεγα.
– Αδιάφορα απ’ όσα εμείς υπολογίζουμε να ζήσουμε στην ζωή μας, αυτή μας τα φέρνει έτσι όπως για κανένα λόγο δεν θα θέλαμε να τα υποστούμε κι επειδή δεν είναι εύκολο για μας τους ανθρώπους να δεχθούμε αυτό το κακό ενδεχόμενο ως φυσικό επακόλουθο αυτής της ζωής, τρώμε ύστερα την μικρή μας ζωή διαμαρτυρόμενοι, με ατελείωτα γιατί;
Μη ξέροντας στην συνέχεια, που να αποδώσουμε τα όσα ανεπιθύμητα συναντήσουμε στην ζωή μας, τα φορτώνουμε κατ’ ανάγκη στον σύντροφο μας, με αποτέλεσμα να προκαλούμε πολλά κι άλυτα μεταξύ μας προβλήματα.
Έτσι λοιπόν και χωρίς να το καταλάβουν οι περισσότεροι μάλιστα εκ των ανθρώπων, πριν καλά, καλά παντρευτούν, προτιμούν να ζουν χωρισμένοι μέσα σε ατελείωτη δυστυχία, αν και παντρεύονται με τις καλύτερες γι’ αυτούς προϋποθέσεις.
Κοίταξε λοιπόν κι εσύ όπως κι εγώ, μη βρεθούμε ανάμεσα σ’ αυτούς που αποφασίζουν πρόχειρα για την ζωή τους, γιατί όπως καταλαβαίνεις, όντως αποφάσισα το ενδεχόμενο να σου ζητήσω να με παντρευτείς.
Αλήθεια τα έλεγα αυτά, γιατί από πείρας ήξερα ότι ο παραπάνω λόγος είναι η αιτία, που κάνει όλους τους ανθρώπους να δυστυχούν, γι’ αυτό κι εγώ ήμουν όντως αποφασισμένος να δεχτώ ως φυσιολογικά, όσα στραβά κι ανάποδα θα μου προέκυπταν στη ζωή μου.
Έπρεπε όμως να τα θυμίσω και στην μέλλουσα γυναίκα μου αυτά, έτσι ώστε κι αυτή να τα σκεφτεί ξανά και ξανά, πριν ακόμη πάρουμε την απόφαση να κάνουμε την δική μας οικογένεια, γι’ αυτό της πρόσθετα και άλλα.
Επειδή όντως πρέπει να μπαίνει προετοιμασμένος κανείς για όλα αυτά τα κακά ενδεχόμενα στην διαδικασία να παντρευτεί, είναι καλύτερα για όλους μας το να αποφεύγουμε συνειδητά τις προχειρότητες.
Αν δεν αποφύγουμε τις προχειρότητες τώρα, θα μας αναγκάσουν αυτές αργότερα να μετανιώνουμε, την ώρα και την στιγμή που ερωτευμένοι σήμερα, αποφασίζουμε χωρίς να το σκεφτούμε, για το άγνωστο μέλλον μας.
Τα έχασε το κορίτσι όταν βρέθηκε ξαφνικά μέσα σ’ αυτήν την λογικά εκφραζόμενη πρόταση γάμου και ήταν λογικό να της συμβεί αυτό, για τον λόγο ότι ήξερε την δική μου αρνητική θέση γι’ αυτόν, αλλά και η ηλικία της των είκοσι ετών, δεν της επέτρεπε να κάνει τέτοιες ψύχραιμες και ανεπηρέαστες από συναισθήματα σκέψεις.
Ωστόσο όμως, πολύ καλά κατάλαβε ότι της έκανα επίσημη πρόταση γάμου εκείνη την στιγμή, γι’ αυτό και έτρεμε από το σοκ που υπέστη, αφού όπως είπα, αυτό βεβαίως και δεν το περίμενε.
Ήταν πολύ έξυπνη, καλή και σοβαρή αυτή όπως σας το ανέφερα στα προηγούμενα, γι’ αυτό κι αμέσως κατάλαβε τι της ζητούσα να κάνει. Αφού το σκέφτηκε για λίγο, δήλωσε μετά ότι δέχεται την πρόταση μου, μόνον που έτρεμε από την συγκίνηση.
Αφού συμφώνησε μαζί μου όμως, της είπα κι εγώ με την σειρά μου, ότι έπρεπε να γνωστοποιήσει την απόφαση μας στους γονείς της.
– Ανακοίνωσε την απόφαση μας να παντρευτούμε στους γονείς σου κι εφόσον συμφωνούν κι αυτοί, να μου πεις το πότε και ποια μέρα θέλουν να έρθω στο σπίτι σας, ώστε να σε ζητήσω κι από αυτούς επισήμως.
Αυτό της είπα εκείνη την στιγμή κι όντως αυτό εννοούσα. Ότι θα πήγαινα μόνος μου να την ζητήσω από τους δικούς της, όχι γιατί αγνοούσα τους δικούς μου γονείς, αλλά ούτε γιατί δεν ήθελα να σεβαστώ αυτά που συνήθως γίνονται σε τέτοιες περιπτώσεις.
Από κεκτημένη ταχύτητα το είπα, αλλά και από την υπευθυνότητα που υποχρέωνα στον εαυτό μου να διαθέτει και γι’ αυτό το θέμα, για το οποίο μάλιστα, εγώ και μόνον εγώ έπρεπε να δώσω απαντήσεις στους γονείς της, για το πώς θα αντιμετώπιζα επαρκώς όχι μόνον αυτό, αλλά και αυτά που θα μας ακολουθούσαν στην συνέχεια.
Έτσι ένιωθα λοιπόν τότε κι έτσι έβλεπα να διευθετείται αυτό το θέμα της πρότασης σε γάμο από τους γονείς της, αλλά και μελετώντας κανείς αυτά που με κάθε ειλικρίνεια σας παραθέτω συνεχώς εδώ, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει ότι όχι μόνον την ενδεδειγμένη υπευθυνότητα διέθετα, αλλά και την ανάλογη πείρα είχα για το πώς να αντιμετωπίσω μόνος και χωρίς την παρουσία των γονιών μου και τέτοιου είδους θέματα.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που ευθαρσώς με ωθούσε να τους κάνω μόνος μου την επίσκεψη που τους όφειλα, αφού και το τι να τους υποσχεθώ ήξερα από πείρας, πράγματα δηλαδή που σπούδασα θα έλεγα, μέσα από την τριβή που μου επετράπη να ζήσω μέχρι να φτάσω σ’ αυτά τα εικοσιπέντε μου χρόνια ζωής που μέχρι τότε είχα γευτεί.
Από τον τρόπο δε που μου παραχωρήθηκε να ζήσω αυτά τα εικοσιπέντε χρόνια, διανύοντας τα μέσα σε τόσες ιδιαιτερότητες όπως είδατε, αναγκαστικά πια και δεν μπορούσα να συμπεριφέρομαι όμοια με οποιονδήποτε άλλον νεαρό της ηλικίας μου, αφού οι ευθύνες που εγώ ζητούσα από τον εαυτό μου για όλα όσα με απασχολούσαν, ήταν πολύ περισσότερες από αυτές των συνομηλίκων μου.
Βεβαίως και δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει αυτό κανείς από όσους με γνώριζαν, αφού όντως και έβλεπαν να αντιμετωπίζω τα πάντα, όχι μόνον μόνος και χωρίς την συμπαράσταση κανενός, αλλά σωστά και με την ανάλογη επιτυχία για υπεύθυνο, όσο και για έμπειρο άνθρωπο. Ήταν λοιπόν δυνατόν, ένα τέτοιο θέμα όπως αυτό του γάμου μου να το αντιμετώπιζα εγώ διαφορετικά;
Το αναφέρω αυτό, γιατί, όταν το επόμενο απόγευμα συναντηθήκαμε στην καφετέρια με το κορίτσι, μου είπε ότι χάρηκαν μεν οι γονείς της κι ότι δεν είχαν καμιά αντίρρηση για όσα τους διεμήνυσα, αλλά ζήτησαν να τους επισκεφτώ συνοδευόμενος από τους γονείς μου, αφού όντως και δεν ήμουν ορφανός.
Αν ήταν δυνατόν αυτό όμως, ζήτησαν να ορίσουμε την επίσκεψη μας για το απόγευμα της επόμενης Κυριακής κι επειδή δεν είχα καμιά αντίρρηση εγώ για όσα μου ζητούσαν, δέχτηκα όπως ήταν και λογικό τους όρους που μου έθεσαν.
Αφού συμφωνήσαμε κι εμείς οι δύο με τα παραπάνω, ήρθε και η ώρα να ανακοινώσουμε την κοινή μας απόφαση στους φίλους μας και τότε ήταν που έγινε ο χαμός στην καφετέρια, γιατί κανείς τους δεν το περίμενε.
Κανείς από τους φίλους μας δεν ήξερε τι ετοιμάζαμε, αφού πριν από λίγο καιρό ακόμη τους έλεγα ότι δεν ενδιαφέρομαι για το κορίτσι. Τους παρότρυνα μάλιστα τότε, να την ζητήσει σε γάμο, όποιος βέβαια από αυτούς ήθελε να παντρευτεί και τους νουθετούσα μάλιστα να το κάνουν ανεπιφύλακτα αυτό μαζί της.
Πιάστηκαν στον ύπνο θα έλεγα, αφού αναζητούσαν ακόμη την ευκαιρία που θα τους έδινε το κορίτσι, ώστε να προετοιμάσουν την πρόταση που είχαν κατά νου τους να της κάνουν.
Από την στιγμή όμως που είδαν ότι έληξε πια το θέμα κι ότι έμειναν για πάντα κρεμασμένες οι προτάσεις τους από το ταβάνι, έλεγαν σε μένα.
– Καλά ρε; Δεν έλεγες εσύ ότι δεν παντρεύεσαι; Τι σε έπιασε τώρα και μας τα χάλασες; Πότε ρε συ το αποφάσισες και πότε το έκανες αυτό; Γιατί δεν μας είπες τίποτε; Και γιατί ρε συ, μας άφησες να κάναμε όνειρα μόνοι μας;
Άκουσα πολλά και διάφορα τέτοια εκείνο το βράδυ κι όχι μόνον από τους φίλους μου, αλλά κι από όλους εκείνους που σύχναζαν στην καφετέρια και μας ήξεραν.
Από την χαρά τους δε οι σερβιτόροι, ανακοίνωσαν το γεγονός σε όλους όσους ήταν στο μπαλκόνι όπως και στο ισόγειο της καφετέριας, γι’ αυτό κι ερχόταν ένας, ένας, άλλοι από κάτω κι άλλοι από το πατάρι να μας ευχηθούν, ή μας έστελναν από μακριά τις ευχές τους χαρούμενοι.
Μέχρι και ο ιδιοκτήτης της καφετέριας ήρθε από το ισόγειο στο μπαλκόνι να μας ευχηθεί και αυτά μου έλεγε.
– Καλά έκανες. Ήταν καιρός πια να το κάνεις αυτό. Μέχρι πότε θα έπαιζες από εδώ κι από εκεί με την κάθε μια; Κι από όσα μπορούμε κι εμείς να εκτιμούμε από πείρας για τους ανθρώπινους χαρακτήρες, καλά έκανες και διάλεξες για σένα αυτό το κορίτσι.
Μιχάλης Αλταλίκης