Είναι αλήθεια ότι από τότε που έμαθε ο πατέρας μου, αυτά που έπαθε από τον δικό της πατέρα το κορίτσι με τα γαλανά μάτια, ποτέ δεν έπαψε να με παροτρύνει, ώστε να κάνω επιτέλους την κίνηση και να την ζητήσω επισήμως από τους γονείς της.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που τον άκουσα να μου λέει με πολύ ανακούφιση, όταν του ανακοίνωσα τελικά την απόφαση μου να την ζητήσω από τους γονείς της κι ότι το ραντεβού μας γι’ αυτόν τον σκοπό, ήταν για το απόγευμα της επόμενης Κυριακής.
– Καλά έκανες. Ετοιμάσου λοιπόν τώρα και την άλλη Κυριακή όπως ήρθαν σε μας οι γαμπροί, έτσι να πάμε κι εμείς να ζητήσουμε το κορίτσι τους.
Θέλησα να ενημερώσω τον πατέρα μου για όσα μεσολάβησαν, γι’ αυτό και του έλεγα με την σειρά μου.
Σκέφτηκα να τους επισκεφτώ μόνος μου γι’ αυτό το θέμα, όχι γιατί είχα κάποιο πρόβλημα μαζί σας, αλλά γιατί τα τελευταία πέντε χρόνια τουλάχιστον, όλα τα κάνω μόνος μου και δεν είναι λίγα αυτά που κάνω για την ηλικία μου.
Βασιζόμενος λοιπόν στην πείρα που διαθέτω, θεώρησα ότι μπορούσα και μόνος μου να συζητήσω αυτό το θέμα με τους δικούς της, αλλά δεν το δέχτηκαν.
Ανησύχησαν μάλλον αυτοί όταν άκουσαν, ότι ένας ξένος γι’ αυτούς και εικοσιπεντάχρονος νεαρός την ηλικία, θα ερχόταν μόνος του να τους παρουσιαστεί ως γαμπρός και να τους ζητήσει μάλιστα την κόρη τους, γι’ αυτό και λογικά ζήτησαν να με συνοδεύουν οι γονείς μου.
Πιθανόν και να σκέφτονται, ότι οι γονείς μου είναι αυτοί που θα έπρεπε να αναλάβουν την ευθύνη του λόγου που θα πάμε να τους δώσουμε, γι’ αυτό και προτιμούν να πάμε όλοι μαζί στο σπίτι τους.
Κατανοητό είπε ο πατέρας μου κι αφού δεν είχαμε να πούμε τίποτε περισσότερα γι’ αυτό το θέμα, κλείσαμε αυτήν την κουβέντα και μπήκαμε στο επόμενο θέμα, αυτό που από μέρες πριν μας απασχολούσε, για το οποίο μάλιστα κάναμε και οικογενειακή σύσκεψη με τον πατέρα μου στο σπίτι, για το πως δηλαδή θα αντιμετωπίζαμε τα δικά μας οικογενειακά προβλήματα.
Όπως σας είχα πει στα προηγούμενα, είχα και δύο αδελφές εγώ, οι οποίες ήταν αρραβωνιασμένες εκείνο το διάστημα. Κι όπως ήταν στο πρόγραμμα μας, είχαμε δρομολογήσει όχι μόνον τον χρόνο αλλά και τον τρόπο που θα κάναμε τον δικό τους γάμο.
Θα τις παντρεύαμε βέβαια αυτές αφού ήρθε η ώρα τους, αλλά αυτό έπρεπε να το κάνουμε έτσι κι όπως όριζαν οι τότε κοινωνικοί κανόνες. Όπως ήταν γνωστό λοιπόν αυτό σε όλους, οι κανόνες αυτοί μας υποχρέωναν ώστε να τις προικίσουμε, με ό,τι κι όσα προβλεπόταν τότε, πράγμα βέβαια που ήδη είχαμε τακτοποιημένο, δεδομένου ότι τις είχαμε αγοράσει γι’ αυτόν τον σκοπό, πριν από μερικά χρόνια από ένα σπίτι στην ίδια οικοδομή.
Στο ένα από αυτά βέβαια μέναμε ακόμη όλοι μαζί εμείς οι πέντε και μαζί με μας έμεναν και οι δύο γαμπροί μας, έως ότου έρθει η ώρα να παντρευτούν και να παν όλοι στα δικά τους σπίτια.
Για μένα και τους γονείς μου όμως, ήταν κανονισμένο ώστε να φύγουμε πια από εκείνη την γειτονιά κι επειδή δεν είχαν πλέον την δυνατότητα οι γονείς μου να αγοράσουν από μόνοι τους άλλο σπίτι, έπρεπε πάλι να το βάλουμε προς συζήτηση αυτό το θέμα κι αυτά μου έλεγε ο πατέρας μου.
– Όλα μαζί μας ήρθαν κι όλα μαζί πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε. Πρώτα, πρώτα, πρέπει να φύγουμε το συντομότερο απ’ αυτό το σπίτι, ώστε να μείνουν τα παιδιά εδώ μόνα τους πλέον.
Δεύτερον, πρέπει να πάμε να νοικιάσουμε ένα σπίτι, που να βρίσκεται κοντά στο μαγαζί μας, ώστε να γλιτώσουμε κι εμείς με την μητέρα σου από τις κουραστικές διαδρομές με τα λεωφορεία.
Αν μένουμε μόνοι μας σ’ αυτό σπίτι, θα μας φτάνει αυτό, έστω κι αν είναι μόνον μια πολύ μικρή γκαρσονιέρα. Αν μένουμε δε οι δυο μας σ’ αυτήν, θα αποφύγουμε και τα πολλά έξοδα, για τον λόγο ότι έσπασε κατά πολύ πλέον η δουλειά μας στο μπακάλικο και δεν έχουμε τα απαιτούμενα έσοδα για παραπανίσια έξοδα.
Όπως ξέρεις, ήρθαν πρόσφατα και στάθηκαν γύρω μας, ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά δεκατέσσερα σούπερ μάρκετ κι αυτός είναι ο λόγος που έπεσε τόσο πολύ ο τζίρος μας και μαζί με αυτόν και τα έσοδα μας.
Αν συμφωνείς κι εσύ όμως, λέω να αγοράσουμε μαζί ένα σπίτι, το οποίο όπως μου το πρότειναν, βρίσκεται στο ρετιρέ της πολυκατοικίας, αυτής που είναι δίπλα από το μπακάλικο μας.
Λέω λοιπόν, ότι θα μας βόλευε να μένουμε μαζί σου σ’ αυτό μέχρι να παντρευτείς κι εσύ κι αφού αυτό είναι πολύ μεγάλο όπως το είδα και το κορίτσι που θα μας φέρεις θέλει να μας δεχθεί στο σπίτι της, τότε θα μπορούμε να ζήσουμε και στην συνέχεια μαζί σας.
Αν πάλι αυτή δεν μας θέλει στα πόδια της, τότε λέμε να νοικιάσουμε κάπου εκεί γύρο μια γκαρσονιέρα, έτσι για να ήμαστε τουλάχιστον κοντά σας. Τι λες; Μπορείς να σκεφτείς αυτό το ενδεχόμενο έλεγε ο πατέρας μου και περίμενε την απάντηση μου.
Το είχαμε ξανακουβεντιάσει αυτό το θέμα κι όντως σκεπτόμουν το τι θα έκαναν οι γονείς μου όταν θα έμεναν μόνοι τους, γι’ αυτό και τον ρώτησα να μου πει, πόσο μεγάλο ήταν το σπίτι που βρήκε.
– Πόσο μεγάλο είναι αυτό το σπίτι πατέρα; Και για να έχουμε καλό ερώτημα του είπα, έτσι όπως συνήθιζε αυτός να το λέει, πόσα λεφτά κάνει;
Πείρε θάρρος ο πατέρας μου από την ερώτηση μου, γι’ αυτό και με χαρά μου έλεγε.
– Εκατόν είκοσι μέτρα καθαρό είναι και χωρίς τα πολύ μεγάλα μπαλκόνια του. Κι αυτός που το πουλάει, ζητά εκατόν ογδόντα χιλιάρικα. Μπορούμε να το αγοράσουμε αν θέλεις πρόσθεσε, σίγουρος ότι το ποσόν ήταν στα μέτρα μας.
– Καλό είναι του είπα. Αν όμως αυτός θέλει όλα τα λεφτά μαζί δεν θα μας φτάσουν, αφού τώρα έχουμε μόνον τα εκατόν πενήντα από αυτά. Αν όμως δεν μας πιέζει, σε πέντε μήνες θα μπορέσω να καλύψω και τα υπόλοιπα εγώ.
Προχώρησε λοιπόν την αγορά του αφού σου άρεσε το σπίτι και θα δούμε τι θα κάνουμε μετά, αν η νύφη που θα κάνουμε, δεν θα θέλει να ζούμε όλοι μαζί.
Χάρηκε ο πατέρας μου για την λύση που του έδωσα, γι’ αυτό και έλεγε με αγωνία.
– Λείπει τώρα αυτός που το πουλάει κι όπως μου είπε, θα επιστρέψει μετά από δύο εβδομάδες. Μπορώ όμως να του πω από το τηλέφωνο που μου άφησε, ότι μας ενδιαφέρει το σπίτι του κι ότι πράγματι θέλουμε να το αγοράσουμε.
Θα του πω ακόμη κι αυτό που μου είπες, ότι θα του δώσουμε μόλις επιστρέψει όσα χρήματα έχουμε τώρα και τα υπόλοιπα, μετά από πέντε μήνες. Το τι θα μας απαντήσει αυτός, θα σου τα μεταφέρω εγώ αύριο το βράδυ.
Αυτά είπαμε με τον πατέρα μου εκείνη την ώρα κι έτσι λύθηκε η οικογενειακή μας συνεδρίαση, αφού όπως έδειξε το πράγμα, μας βρήκε σύμφωνους.
Το επόμενο βράδυ όπως μου το υποσχέθηκε ο πατέρας μου, όντως και ήρθε στο σπίτι με θετική απάντηση από τον ιδιοκτήτη του ρετιρέ κι έτσι; Βρήκαμε λύση για το που θα κατοικίσουμε μετά κι αφού παντρέψουμε τις αδελφές μου.
Αφού βρήκαμε λύση σ’ αυτό το πρόβλημα, διαθέσαμε μετά τον υπόλοιπο χρόνο μας, στο πως θα ετοιμαστούμε κατάλληλα, για την αντιμετώπιση της άλλης υποχρέωσης μας, αυτής που μας ήθελε να επισκεπτόμαστε τους γονείς του κοριτσιού με τα γαλανά μάτια, προκειμένου να ζητήσουμε από αυτούς και επισήμως την χείρα της κόρης τους.
Μετά από δύο μέρες ήταν το απόγευμα της Κυριακής κι αφού ήμασταν έτοιμοι, πήρα μια μεγάλη ανθοδέσμη στα χέρια μου από το ανθοπωλείο της γειτονιάς μας και συνοδευόμενος από τους γονείς μου, μπήκαμε στο πρώτο ταξί που βρέθηκε μπροστά μας και με αυτό ταξιδεύοντας, βρεθήκαμε μετά από είκοσι λεπτά έξω από το σπίτι τους.
Μας περίμεναν μετά φανών και λαμπάδων στο σπίτι τους αυτοί είναι αλήθεια κι αφού τους συστηθήκαμε εμείς μπαίνοντας μέσα, κοιταχτήκαμε για λίγο ερευνητικά όλοι μας στην συνέχεια.
Και όπως ήταν αναμενόμενο αυτό για μια συνάντηση αγνώστων μεταξύ τους ανθρώπων, καθίσαμε όπου μα υπέδειξαν στο σαλόνι τους, όπου και δεχτήκαμε μετά από λίγο το κέρασμα που μα έφερε το κορίτσι με τα γαλανά μάτια, προκειμένου να καλωσορίσει την άφιξη μας.
Αφού κεραστήκαμε για την επίσκεψη που τους κάναμε, σηκώθηκα εγώ μετά από λίγο από την θέση που καθόμουν και με κάθε επισημότητα, ανακοίνωσα στους γονείς της, τον λόγο που μας υποχρέωνε να τους επισκεφτούμε.
Αφού με κοίταξαν καλά, καλά, για λίγο οι γονείς της, έλεγε χαρούμενος αλλά κι εμφανώς συγκινημένος ο πατέρας της.
– Δεν έχουμε καμιά αντίρρηση εμείς, αφού η κόρη μας δέχεται να γίνει γυναίκα σου, αλλά συγκινήθηκα όπως βλέπεις, σκεπτόμενος το γεγονός, ότι ήρθε πολύ νωρίς η ώρα, που θα πρέπει να αντιμετωπίσω τον γάμο της μικρής μας ακόμη κόρης.
Κατανόησα τον προβληματισμό του μέλλοντα πεθερού μου, αφού κι αυτοί νέοι σχετικά άνθρωποι ήταν κι όπως φάνηκε το πράγμα, βρέθηκαν λίγο απροετοίμαστοι για όσα μεσολάβησαν κι όπως ήταν φυσικό αυτό, ήταν αρκετά αμήχανοι.
Μετά κι από την δική του ευνοϊκή τοποθέτηση επί του θέματος, μας προσέφερε και δεύτερο κέρασμα το κορίτσι προκειμένου να ευχηθούμε όλοι μαζί, για την καλή περαιτέρω έκβαση της από κοινού οικογενειακής πλέον υπόθεσης.
Εκεί που δεχόμασταν ακόμη τα κεράσματα τους, βρήκε την ευκαιρία η μέλλουσα πεθερά μου να ρωτήσει τον πατέρα μου.
– Και πότε με το καλό συμπέθερε θα γίνει ο γάμος;
Ξαφνιασμένος κάπως αυτός από το ερώτημα της, έλεγε και με το δίκαιο του.
– Μη ρωτάτε εμένα. Αυτός θα παντρευτεί. Αυτόν να ρωτήστε για το πότε θα είναι έτοιμος να το κάνει.
Ενώ έλεγε αυτά ο πατέρας μου υποδείκνυε με το δάχτυλο του εμένα. Αφού μένα έπρεπε να απευθυνθεί η μέλλουσα πεθερά μου έλεγε με την σειρά της.
– Εσύ γαμπρέ; Τι λες; Πότε με το καλό ο γάμος;
Είναι αλήθεια ότι ούτε εγώ ήμουν προετοιμασμένος να δεχθώ αυτό το ερώτημα, γιατί πήγα εκεί με στόχο να ζητήσω πρώτα την κοπέλα κι εφόσον θα μου την έδιναν και μετά, υπέθετα ότι θα μιλούσαμε και για τα σχετικά με τον γάμο αργότερα, κι όταν ερχόταν η ώρα του.
Δικαιολόγησα ωστόσο εκείνη την βιαστική ερώτηση, σκεπτόμενος ότι κι αυτοί γονείς ήταν κι ότι από ενδιαφέρον για την τύχη του παιδιού τους μάλλον μου την έκαναν τόσο πρόωρα και μάλιστα από την πρώτη στιγμή της συνάντησης μας κι ότι μάλλον ήθελαν να μάθουν, ή να εξετάσουν κάπως την κατάσταση και το σκεπτικό του μέλλοντα γαμπρού τους.
Αφού δικαιολόγησα την ερώτηση τους, εγώ έπρεπε και να απαντήσω όπως καταλαβαίνεται ως άμεσα υπεύθυνος, γι’ αυτό και πολύ σωστά με υπέδειξε ο πατέρας μου.
Ως υπεύθυνος άνθρωπος λοιπόν, αμέσως τους απάντησα και μάλιστα με πολύ σοβαρότητα.
– Έχουμε να παντρέψουμε πρώτα τις δύο αδελφές μου, αυτές που από καιρό τώρα είναι αρραβωνιασμένες. Ανεξάρτητα από αυτό όμως, σας πληροφορώ, ότι εγώ θα είμαι έτοιμος να κάνω αυτόν τον γάμο σε δύο χρόνια από τώρα.
Ο λόγος που με αναγκάζει να βλέπω τον γάμο μας στα δύο χρόνια, είναι ότι όσα χρήματα διαθέτω αυτήν την στιγμή, τα έχω δρομολογήσει για την αγορά ενός μεγάλου διαμερίσματος, το οποίο είδη έχω κατοχυρώσει.
Σ’ αυτό το διαμέρισμα θα μένουν μαζί με μένα και οι γονείς μου αν χρειαστεί και για όσο χρειαστεί, δεδομένου ότι μόλις παντρευτούν οι αδελφές μου, δεν θα έχουν που αλλού να μείνουν.
Δεν μπορώ δε να κάνω αυτόν τον γάμο νωρίτερα από τα δύο χρόνια όπως σας είπα και για το ότι τόσο χρόνο χρειάζομαι, προκειμένου να εξοικονομήσω από τα έσοδα της δουλειάς μου και τα χρήματα που απαιτούνται, για τον εξοπλισμό το σπιτιού μας με τα απαραίτητα έπιπλα.
Αυτά τους έλεγα λοιπόν ως απάντηση για την ερώτηση που μου έκαναν κι έβλεπα τον μέλλοντα πεθερό μου να με κοιτά αμίλητος και ίσως να απορούσε κιόλας, για το πώς ένας εικοσιπεντάχρονος έκανε τέτοιες κουβέντες.
Δικαιολογούσα την λογικά εκφραζόμενη απορία του, δεδομένου ότι δεν με γνώριζαν οι άνθρωποι, αλλά και σκεφτόμουν το ενδεχόμενο να τους προβλημάτισε κάπως η αυθόρμητη και χωρίς περιστροφές κουβέντα μου.
Δεν ήξερα όμως τι είχε κατά νου της η μέλλουσα πεθερά μου, ή τι κατάλαβε από όσα τους είπα, γιατί εξέφρασε ξαφνικά μια απορία που και άδικη ήταν και επιθετική μου φάνηκε τότε.
Κοιτώντας με κάπως ερευνητικά. Έλεγε με απορία στην συνέχεια.
– Δεν είναι όμως πολύ μακριά τα δύο χρόνια που μας ζητάς;
Ήμουν παιδάκι μπροστά τους λόγω ηλικίας, αλλά με ικανή πείρα και τέτοιο δυναμικό που μου επέτρεπαν να αντιμετωπίζω με σύνεση τα δικά μου προβλήματα.
Εγώ ήξερα τι έλεγα και πολύ καθαρά τους εξήγησα όσα έπρεπε να ξέρουν για μένα και τους στόχους μου. Αυτοί όμως δεν ήταν σε θέση να με εκτιμήσουν σωστά εκείνη την στιγμή της πρώτης μας συνάντησης, γι’ αυτό και δεν απόρησα που με αντιμετωπίσουν έτσι πρόχειρα.
Αυτός ήταν κι ο λόγος που με έκανε να σκέφτομαι εκείνη την στιγμή, ότι εγώ πήγα να ζητήσω την κόρη τους για γυναίκα μου κι ενώ ακόμη δεν ήξερα αν θέλουν να μου την δώσουν ή όχι, με υποχρέωσαν να απαντήσω σε άστοχα για την στιγμή ερωτήματα, τα οποία βεβαίως και με πολύ κατανόηση τους τα απάντησα.
Δεν πήγα στο σπίτι τους να διεκδικήσω την αναγνώριση μου από τούς μέλλοντας να γίνουν πεθερικά μου, αλλά την συγκατάθεση τους στο δικό μου αίτημα. Πριν όμως απαντήσω στο πρώτο τους ερώτημα, μου έριξε απανωτά και τρίτο ερώτημα η μέλλουσα πεθερά μου.
– Δεν μου φαίνεται και τόσο σωστό το να μένουν τα νέα ζευγάρια μαζί με τους ηλικιωμένους γονείς τους. Τι λες γαμπρέ, είναι σωστό αυτό;
Αυτοί ήταν σαράντα πέντε χρονών και ο πατέρας μου ήταν πενήντα τότε, κανείς τους λοιπόν δεν ήταν τόσο ηλικιωμένος. Για να αποφευχθεί όμως η ένταση που χωρίς σοβαρό λόγο παρουσιάστηκε, με έκοψε ο πατέρας μου και απάντησε αυτός αντί για μένα.
– Μη δίνετε σημασία σ’ αυτό το θέμα. Το κουβεντιάσαμε εμείς με την γυναίκα μου στο σπίτι και ήδη πήραμε την απόφαση να μείνουμε μόνοι μας και σε μικρότερο σπίτι, αυτό που θα ψάξουμε να βρούμε και να νοικιάσουμε κοντά τους και στο σπίτι που σας ανέφερε ο γιός μου νωρίτερα.
Πειράχτηκα αρκετά είναι αλήθεια από την επίθεση που μου έγινε χωρίς να δώσω εγώ κανένα δικαίωμα, γι’ αυτό και περιορίστηκα να απαντήσω κάπως έμμεσα, κάνοντας όμως αναφορά στο πρώτο τους ερώτημα και αυτό πάλι το έκανα, για να μη κρεμάσω την προσπάθεια του πατέρα μου.
– Όπως σας ανέφερα και πριν, έχω τόσα χρήματα τώρα, όσα μου φτάνουν να αγοράσω μόνον το σπίτι που χρειαζόμαστε. Δεν μου φτάνουν όμως να αγοράσω και τα έπιπλα του. Δεν είναι σοβαρός αυτός ο λόγος, ώστε να ζητώ από σας πίστωση χρόνου δύο ετών έως ότου εξοικονομηθώ;
Σας βεβαιώνω δε, ότι με τα έσοδα που έχω αυτήν την στιγμή, όντως και μπορώ να συντηρήσω μια γυναίκα. Είμαι αποφασισμένος να παντρευτώ λοιπόν την κόρη σας και όντως δεν έχω άλλο λόγο από αυτόν που σας ανέφερα για την χρονική τοποθέτηση του γάμου μας σε δύο χρόνια.
Αλώστε εγώ είμαι εικοσιπέντε χρονών και η κόρη σας είναι είκοσι. Δεν είναι δα και τόσο μακριά τα δύο χρόνια. Αν όμως εσείς έχετε κάποιον λόγο που σας πιέζει και θέλετε να κάνετε αυτόν τον γάμο σύντομα, πέστε μου για πότε το υπολογίζετε, ώστε να σας συμπαρασταθώ αν μπορώ.
Ο μέλλον πεθερός μου άκουγε αμίλητος όλη αυτήν την κουβέντα, ενώ η μέλλουσα πεθερά μου επενέβη και πάλι μόλις τελείωσα τον δικό μου λόγο και αυτά έλεγε.
– Δεν έχουμε κανένα λόγο που να μας πιέζει, ώστε να κάνουμε τον γάμο σας σύντομα, αλλά να… μου φαίνονται απλός πολύ μακριά τα δύο χρόνια.
Δεν ήταν σοβαρός αυτός ο λόγος που μου ανέφερε, γι’ αυτό και της απάντησα αυστηρά, αλλά και πολύ συγκρατημένα, γιατί δεν πήγα εκεί να μαλώσω, αλλά να ζητήσω την κόρη τους.
– Όπως σας είπα και πριν, τα χρήματα που έχω, μου φτάνουν να αγοράσω το σπίτι μας μόνον, δεν μου φτάνουν ώστε να πάρω και τα έπιπλα του. Αν μπορείτε να αναλάβετε εσείς την επίπλωση του σπιτιού μας, τότε σας βεβαιώνω ότι θα κάνω τον γάμο αύριο κιόλας. Διαφορετικά; Δεν έχετε παρά να περιμένετε τότε που θα μπορέσω εγώ να κάνω τον γάμο μας και πιθανόν να μη χρειαστούν τα δύο χρόνια που σας ζητώ.
Επενέβη εκείνη την στιγμή ο μέλλων πεθερός μου και αυτά είπε.
– Έχω τάξει στην κόρη μου να της κάνω εγώ το σπίτι της, γι’ αυτό και θα πρέπει να περιμένεις εσύ, έως ότου ετοιμαστώ εγώ γι’ αυτόν τον σκοπό. Και τα δύο χρόνια που μας ζητάς, εμένα μου φτάνουν.
Έπειτα από όσα ειπώθηκαν μεταξύ μας πριν, μόνον αυτό δεν περίμενα να ακούσω από τον μέλλοντα πεθερό μου, γι’ αυτό και του έλεγα κάπως απότομα τα υπόλοιπα.
– Καπάρωσα ήδη το σπίτι που μου υπέδειξε ο πατέρας μου και το μόνο που χρειάζεται να κάνετε εσείς, είναι να περιμένετε να δείτε, το πότε θα κάνω εγώ αυτά που είδη έχω προετοιμάσει να κάνω.
Κι αφού τίποτε δεν σας πιέζει, ώστε να ζητάτε από μένα ένα γρήγορο γάμο, δεν υπάρχει λόγος να υπόσχεστε τίποτε και σε κανέναν. Άλλωστε, από όσα μου είπε η κόρη σας κι εσείς βιοπαλαιστής είστε, που πρόσφατα επιχειρείτε να κάνετε μια επαγγελματική κίνηση και όπως είναι λογικό, οι υποχρεώσεις σας δεν θα σας επιτρέπουν τέτοιου είδους ανοίγματα.
Άκουσε ο μέλλον πεθερός μου την τοποθέτηση μου, αλλά και επέμενε στην υπόσχεση του, αυτήν που πριν λίγο μας εξέθεσε.
– Που ξέρεις εσύ, τι έχω εγώ και τι δεν έχω; Μην επιμένεις λοιπόν και δεν θέλω να συζητήσω περισσότερο αυτό το θέμα. Είσαι μικρότερος και πρέπει να κάνεις υπακοή. Το σπίτι σας είναι δική μου υποχρέωση. Τα υπόλοιπα; Βάλε τα εσύ όταν έρθει η ώρα και αμέσως έκοψε κάθε άλλη κουβέντα γι’ αυτό το θέμα.
Και για να δώσει ένα οριστικό τέλος στην κουβέντα που πολύ απότομα μας προέκυψε, ζήτησε από την μέλλουσα πεθερά μου να φωνάξει και πάλι την κόρη τους, ώστε να σφραγίσουμε ευχόμενοι με ένα επιπλέον κέρασμα για το αίτιο που έφερε στο σπίτι τους, δεδομένου ότι μας έδωσαν τελικά την κόρη τους, αφού αυτήν πήγαμε να τους ζητήσουμε.
Δεν ικανοποιήθηκα όμως από τον λόγο του πεθερού μου, γιατί εκτός του ότι μου άλλαζε τα σχέδια, με υποχρέωνε να υπάρχω εξαρτημένος στο εξής από τις δικές του υποσχέσεις, πράγμα που για κανένα λόγο δεν ήθελα να υποστώ από κανέναν, αφού εγώ μπορούσα, ήμουν και ήθελα να μείνω αυτάρκης.
Αυτός λοιπόν ήταν και ο λόγος που πάλι επανήρθα στο θέμα και ούτε λίγο ούτε πολύ, θέλησα να απαγκιστρωθώ από την δική του υπόσχεση.
– Δεν συμφωνώ με όσα μου είπατε και δεν θέλω να είμαι εξαρτώμενος στην ζωή μου για τίποτε κι από κανέναν. Πολύ δε περισσότερο, δεν θέλω να το υποστώ αυτό για κάτι, που όντως έχω την δυνατότητα να το αποκτήσω μόνος μου και χωρίς να μου δημιουργεί αυτό κανένα πρόβλημα.
Για να μην αισθάνομαι κρεμασμένος λοιπόν, δεν θέλω να αναλάβετε για συναισθηματικούς και μόνο λόγους, αυτό που μπορώ να έχω εγώ τώρα κιόλας και είναι δική μου υποχρέωση.
Σκεφτείτε ακόμη, ότι λόγω των υποχρεώσεων που ήδη έχετε αναλάβει, θα είναι πολύ δύσκολο για σας να ανταπεξέλθετε οικονομικά και σ’ αυτό το πρόβλημα.
Ανησυχώ πολύ όπως καταλαβαίνετε για όσα χωρίς λόγο υπόσχεστε, αφού υπάρχει μεγάλος κίνδυνος του να βρεθούμε όλοι μαζί και χωρίς σοβαρό λόγο, παρεξηγημένοι.
– Μη φοβάσαι μου είπε αυτός. Δεν θα παρεξηγηθούμε και μη ξεχνάς ότι εγώ είμαι ο πατέρας της κόρης μου και ότι πράγματι θέλω να κάνω γι’ αυτήν αυτό που υποσχέθηκα στον εαυτό μου.
Τέρμα λοιπόν η συζήτηση γι’ αυτό το θέμα και έλα να ευχηθούμε την άφιξή σου στο σπίτι μας. Μη ξεχνάς όπως σου είπα, ότι εγώ είμαι ο μεγαλύτερος κι ότι εσύ είσαι ο μικρότερος που πρέπει να υποχωρήσει.
Μετά κι από αυτό το κλείσιμο, δεν μπορούσα πλέον να επιμένω περισσότερο, αλλά και κάτι ακόμη του πρόσθεσα την στιγμή που τσουγκρίζαμε τα ποτήρια μας ευχόμενοι.
– Κάτω από αυτές τις συνθήκες, μπορώ να κάνω τον γάμο μας όποτε θέλετε. Ακόμη και αύριο το πρωί.
Κουνούσε καταφατικά το κεφάλι του αυτός ενώ έλεγε με σιγουριά.
– Μετά από δύο χρόνια.
Αυτά είπαμε και κλείσαμε οριστικά πια την κουβέντα μας πέριξ του πότε θα κάνουμε τον γάμο μας και για να γιορτάσουν την άφιξη του γαμπρού στο σπίτι τους, φώναξαν τους κουμπάρους τους όπως και τους γείτονάς τους εκεί να μας συγχαρούν.
Αφού μείναμε εκείνη την ημέρα στο σπίτι τους τόσο, όσο ήταν αρκετό για να γνωριστούμε καλύτερα, τους χαιρετήσαμε στο τέλος κι επιστρέψαμε ευχαριστημένοι στο δικό μας σπίτι.
Πέρασε λίγος καιρός μετά από την πρώτη μας γνωριμία κι αφού εγώ τους έκανα συχνές επισκέψεις στο σπίτι τους, γνώρισα και τα υπόλοιπα μέλη του συγγενικού τους περιβάλλοντος και μαζί με αυτούς, γνώρισα και τον συνεταίρο του πεθερού μου.
Αφού χάρηκε κι αυτός για την γνωριμία μας, προθυμοποιήθηκε με πολύ χαρά θα έλεγα, να γίνει κουμπάρος μας. Κι αφού ούτε κι εγώ είχα κάποια αντίρρηση για τον ποιος θα ήταν κουμπάρος μας, ορίσαμε όπως ήταν και αναμενόμενο, την ημερομηνία του αρραβώνα μας, για τα μέσα του Ιουλίου που μας πλησίαζε.
Μιχάλης Αλταλίκης