Με το που άρχισε δειλά, δειλά να με εμπιστεύεται κάπως ο επίτροπος όπως σας είπα, ήρθα σε επαφή και μ’ εκείνο το μικρό φορτηγάκι που έπρεπε να χρησιμοποιώ, προκειμένου να κινούμε μεν μέσα στην πόλη μας, αλλά και να κάνω τις αγορές, που αυτός θα μου επέτρεπε.
Ο στόχος του βέβαια, ήταν προαποφασισμένος. Με αυτό δηλαδή να γίνονται οι προμήθειές τους, αλλά και με αυτό να φτάνουν μέχρι την Ουρανούπολη, προκειμένου να μπουν στο καραβάκι, το οποίο όπως κι αυτός μου έλεγε, αναχωρούσε από εκεί στις πεντέμισι το πρωί με προορισμό την Μονή τους.
Αφού έτσι λοιπόν ήθελε να κάνω ο επίτροπος, πράγματι άρχισα να το χρησιμοποιώ, έστω και για πολύ λίγες φορές τον μήνα, δεδομένου ότι έκανα χρέη οδηγού περισσότερο όπως σας είπα, με κάποιο επιβατικό κι εννεαθέσιο αυτοκίνητο που επίσης μου διέθεταν.
Και οι λίγες φορές που το χρησιμοποίησα όμως, ήταν αρκετές ώστε να σχηματίσω γνώμη για τις δυνατότητες που είχε το αγροτικό τους, οπότε, την ανάφερα μια μέρα στον επίτροπο καθώς όφειλα. Πάτερ. Αυτό το μικρό αγροτικό φορτηγάκι, έχει την δυνατότητα να εξυπηρετήσει τις ανάγκες ενός αγρότη κι αυτό πάλι, μόνον για την περίπτωση που αυτός θα ήθελε να μεταφέρει λίγα πράγματα από το σπίτι του, μέχρι και το χωράφι του.
Σε καμιά περίπτωση όμως, δεν μπορεί να κυκλοφορεί στους δρόμους μιας πόλης σαν την Θεσσαλονίκη, για τον λόγο ότι δεν διαθέτει ούτε και τα στοιχειώδη για μια ασφαλή οδήγηση εντός αυτής.
Και δεν είναι δυνατόν να ανταπεξέλθει τις ανάγκες που μέχρι στιγμής βλέπω ότι έχετε, ακολουθώντας το γνωστό και δύσκολο οδικό δίκτυο προς την Ουρανούπολη, με ασφάλεια για τον οδηγό και τα εμπορεύματα που μεταφέρει, όταν μάλιστα θα πρέπει να κινείται νυχτιάτικα, μέσα σε ορισμένο χρόνο, εντός του οποίου, θα συναντήσει ενδεχομένως βροχές, ομίχλες, γλίτσες, χιόνια, ακόμη και πάγους.
Κατά την γνώμη μου λοιπόν, μάλλον πρέπει να βρείτε άλλη λύση, αφού αυτή από πολύ μακριά φαίνετε, ότι είναι εντελώς ακατάλληλη. Πολύ ενοχλημένος ο επίτροπος από την παρατήρηση που του έκανα για το αυτοκίνητό τους, έλεγε επιτακτικά. Αυτό το αυτοκίνητο έχουμε και με αυτό θα κάνεις την δουλειά σου αν μπορείς.
Δεν πρόλαβα δε να του διευκρινίσω ακόμη μια φορά τους λόγους που το έκριναν όντως ακατάλληλο για την δουλειά που ήθελαν να το διαθέτουν κι αυτός μου έκοψε την κουβέντα. Κι αφού δεν έγινε αποδεχτή η γνώμη μου, έκανα υπακοή καθώς έπρεπε και συνέχισα να κάνω ότι αυτός ήθελε.
Πέρασαν λίγες μέρες όμως μετά από την κουβέντα που είχαμε και βρήκα να με περιμένουν έξω από την πόρτα της ταβέρνας του συνεργάτη μου πλέον, ούτε λίγο ούτε πολύ, τριάντα δοχεία ελιές.
Αφού περιεργάστηκα για λίγο τα δοχεία, τον ρωτούσα μετά από λίγο να μου πει, τι ήταν αυτά κι αν έπρεπε να κάνω εγώ κάτι. Χαμογελαστά βέβαια το έλεγε, αλλά η εντολή ήταν σαφέστατη. Όπως βλέπεις, ελιές είναι κι όπως μου είπε ο επίτροπος, εσύ να τις πας και σήμερα μάλιστα στην Ουρανούπολη, γιατί τις χρειάζονται.
Το βάρος τους θα πλησιάζει τα πεντακόσια κιλά πρόσθεσε και θα πρέπει να τα πας με το δικό τους μικρό αγροτικό, γιατί δεν θα έρθει κανένα φορτηγό αυτή την εβδομάδα από την Ουρανούπολη, ώστε να τους στείλω τις ελιές με αυτόν τον τρόπο.
Απορώντας με την εντολή, με το δίκαιό μου του έλεγα. Μα μπορεί αυτό το φορτηγάκι να σηκώσει αυτό βάρος; Έλα ρε. Έλεγε κι αυτός υποτιμητικά για το ερώτημά μου. Θα τα πας σιγά, σιγά. Αμάθητος είσαι, ή μήπως δεν μπορείς να το κάνεις;
Εκατόν τριάντα χιλιόμετρα είναι ρε Μόσχο του έλεγα, πόσο σιγά να τα πάω, αν αυτό δεν μπορεί να τα σηκώσει; Τα σηκώνει επέμενε να λέει αυτός. Ας το δοκιμάσω είπα κι εγώ και πήγα να φέρω το μικρό αγροτικό.
Μέχρι που να επιστρέψω στον Μόσχο όμως, κάλεσα τον επίτροπο κι από τηλεφώνου έκανα ότι μπορούσα προκειμένου να τον πίσω, ότι εκείνο το αυτοκινητάκι, δεν θα μπορούσε να κάνει την διαδρομή με τόσο βάρος.
Αυτός όμως ήταν ανένδοτος. Και πάλι ενοχλημένος, για την παρατήρηση που του έκανα, το ίδιο μου έλεγε. Αυτό το αυτοκίνητο έχουμε. Κάνε λοιπόν με αυτό ότι μπορείς και φέρε τις ελιές το απόγευμα στην Ουρανούπολη. Βάλε τα δοχεία στο καραβάκι, που θα το βρεις να είναι εκεί και μετά επέστρεψε στο σπίτι σου. Αν τα φέρεις εσύ απόψε, εμείς θα τα έχουμε κατά τις οκτώ αύριο το πρωί στην Μονή μας. Κάνε λοιπόν σήμερα αυτό που σου είπα κι από μεθαύριο, θα δούμε τι θα γίνει για όσα μου λες.
Αυτά μου είπε ο επίτροπος εκείνη την στιγμή κι αφού πήρα την εντολή του, έπρεπε και να την εκτελέσω όπως καταλαβαίνεται, έστω κι αν δεν ήμουν σίγουρος, αν πράγματι κατάλαβε ή όχι, αυτά που του ανάφερα.
Ωστόσο όμως, όταν έφτασα στην έδρα του Μόσχου, έβαλα τα δοχεία με τις ελιές στην καρότσα του μικρού αγροτικού και για να χωρέσουν όλα, αναγκάστηκα τα σήκωσα σε τρεις σειρές το ένα δοχείο πάνω στο άλλο.
Έδειξα και σ’ αυτόν στην συνέχεια την κατάσταση που βρισκόταν το μικρό αγροτικό με τόσο βάρος, οπότε τον χαιρέτησα κι έφυγα για το σπίτι μου, ελπίζοντας να εκτελέσω αισίως την αποστολή μου, αν κι αμφέβαλα.
Ξεκίνησα κατά τις δώδεκα το μεσημέρι από την έδρα του Μόσχου κι όπως το υπολόγιζα εκείνη την στιγμή, θα έφτανα σιγά, σιγά κατά τις πέντε το απόγευμα στην Ουρανούπολη, αν βέβαια μπορούσε να ανταποκριθεί το μικρό αγροτικό, ακολουθώντας την διαδρομή μέσω της Αρναίας.
Με το που μπήκα στον δρόμο όμως, διαπίστωσα, ότι αν πήγαινα έστω κι ένα χιλιόμετρο την ώρα πάνω από τα δέκα, τότε έχανα αμέσως τον έλεγχο του αυτοκινήτου, αφού αυτό πήγαινε όπου ήθελε. Δεν έλεγχα το τιμόνι του δηλαδή. Όπως καταλάβαινα, δεν πατούσαν καθόλου οι μπροστινές του ρόδες στον δρόμο, γι’ αυτό και το τιμόνι του ήταν ανενεργό.
Αφού λοιπόν δεν μπορούσα να ελέγξω το αυτοκίνητο μου με το τιμόνι του, θα ήταν πολύ χρονοβόρο και κουραστικό να κάνω με αυτό μια διαδρομή εκατόν τριάντα χιλιομέτρων, πηγαίνοντας με δέκα χιλιόμετρα την ώρα μέχρι την Ουρανούπολη κι αν πάλι έφτανα ποτέ εκεί, θα έφτανα τότε που θα είχε φύγει πια το καραβάκι.
Έκανα ωστόσο την διαδρομή μέχρι το σπίτι μου, πηγαίνοντας με λιγότερο από δέκα χιλιόμετρα και πριν φτάσω εκεί, προσπάθησα ακόμη μια φορά να αναφέρω στον επίτροπο την κατάσταση του αυτοκινήτου, όπως και τον τρόπο με τον οποίο θα έκανα την διαδρομή μου.
Μαζί με αυτό, θέλησα να του αναφέρω και μια σκέψη που πέρασε εκείνη την στιγμή από το μυαλό μου. Να πάρω δηλαδή μαζί μου και την γυναίκα μου μέχρι την Ουρανούπολη, προκειμένου να κάνει χρέη αντίβαρου.
Αν ήμαστε δύο άτομα μπροστά του έλεγα, υπολογίζω ότι θα πατούν οι μπροστινές ρόδες του αυτοκινήτου, οπότε μπορεί και να καταφέρω να το ταξιδέψω και πιθανόν θα μου επιτρέψει να κινηθώ και λίγο παραπάνω από τα δέκα χιλιόμετρα.
Αν δε και δεν τα καταφέρω του έλεγα, τότε να ξέρεις ότι θα ξημερώσω πηγαίνοντας με δέκα χιλιόμετρα μόνον μέχρι την Ουρανούπολη. Για πάν ενδεχόμενο όμως, αφού πάρω και την γυναίκα μου, θα ξεκινήσω αμέσως.
Κάνε ότι θέλεις απαντούσε αυτός, αρκεί να μας φέρεις τις ελιές. Αμέσως μετά, κάλεσα και την γυναίκα μου, προκειμένου να την ενημερώσω για όσα σκέφτηκα κι αφού δεν είχε αντίρρηση αυτή, δέχτηκε να έρθει μαζί μου. Καλού κακού όμως, πήρε μαζί της μερικά σάντουιτς, μπόλικο καφέ σε ένα θερμός και στις τρεις το μεσημέρι ξεκινήσαμε σιγά, σιγά για τον προορισμό μας.
Τον ήξερα τον δρόμο που ακολουθούσα και σαν πολύπειρος και έξτρα εκπαιδευμένος οδηγός και ικανός να ταξιδεύω επί παντός καιρού, ήξερα και πως να βοηθήσω εκείνο το μικρό και παραφορτωμένο αυτοκινητάκι να αντεπεξέλθει αυτά που του υποχρεώναμε να κάνει.
Τα κατάφερε έως ένα βαθμό θα έλεγα, αφού μας μετέφερε έστω και με τα δυσκολίας μέχρι και την μεγάλη ανηφόρα που υπάρχει πριν από την Αρναία. Όταν όμως άρχισε να ανεβαίνει εκείνη την ανηφόρα, βογκούσε πολύ η μικρή του μηχανή και η τεχνική βοήθεια που του προσέφερα δεν του ήταν επαρκής.
Τα έδινε όλα το καημένο, αλλά τα άλογα που είχε μέσα του ήταν τόσα λίγα κι αδύνατα, που δεν μπορούσαν να το σύρουν πάνω σε κείνη την ανηφόρα. Μέχρι και την γυναίκα μου αναγκάστηκα να κατεβάσω από πάνω του, ώστε να ανέβει εύκολα τα διακόσια τελευταία μέτρα που είχε να διανύσει ακόμη πριν ή φτάσουμε στην κορυφή του δρόμου κι αυτά πάλι, τα έκανε πολύ ποιο σιγά από όσα τα βάδιζε η γυναίκα μου.
Μετά από πολλών βασάνων λοιπόν, φτάσαμε τελικά κατά το σούρουπο στην Αρναία κι επειδή ξόδεψε όλη την βενζίνη που είχε στο ρεζερβουάρ του, σταμάτησα στο πρώτο βενζινάδικο που βρήκαμε ανοικτό κι όπως έπρεπε, το φουλάρισα.
Αφού το φουλάραμε και μετά, ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε τον δρόμο που μας οδηγούσε προς την Ουρανούπολη, αισιοδοξώντας βέβαια, ότι θα φτάναμε έγκαιρα τουλάχιστον στον προορισμό μας.
Δεν προλάβαμε να κάνουμε όμως δύο, ή τρία χιλιόμετρα μόνον κι όπως μου έδειχνε η συμπεριφορά του αυτοκινήτου, μας εγκατέλειπε από τροφοδοσία. Μα τώρα το φουλάρισα μονολογούσα. Είναι δυνατόν να μας άφησε από καύσιμα;
Σταμάτησα ωστόσο στην άκρη του δρόμου κι έψαχνα επί ώρες να βρω την βλάβη, αλλά πουθενά δεν μπορούσα να την εντοπίσω κι όσο περνούσε η ώρα σκοτείνιαζε και στα σκοτεινά δεν μπορούσα να δω τίποτε αφού φακό δεν είχα.
Όχι μόνον φακό δεν βρήκα μέσα στο αυτοκίνητο, αλλά ούτε και τα στοιχειώδη εργαλεία βρήκα να υπάρχουν κάπου. Μπροστά σ’ αυτήν την δυσκολία ευρισκόμενος λοιπόν, όποιο αυτοκίνητο κι αν περνούσε εκείνη την ώρα, αμέσως ζητούσα βοήθεια από τον οδηγό του. Όσους οδηγούς κι αν παρακάλεσα όμως, προκειμένου να με τραβήξουν μέχρι το διπλανό χωριό, κανίς τους δεν το έκανε.
Κατά τις δέκα το βράδυ πια, σταμάτησε μπροστά από μας ένα μεγάλο αγροτικό αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου ήρθε να μας βοηθήσει όπως νόμισα, χωρίς να του το έχω ζητήσει. Τι έπαθες ρε κουμπάρε έλεγε κι από τι έμεινες; Από τροφοδοσία έμεινα ρε κουμπάρε του είπα κι εγώ, θεωρώντας μάλλον ότι έτσι εκφραζόταν αυτός.
Μόλις όμως είδε, ότι δεν ήμουν ο κουμπάρος του όπως νόμισε, έκανε να επιστρέψει προς το αυτοκίνητό του. Καλά ρε κουμπάρε του ξαναείπα, δεν ντρέπεσαι να μας αφήσεις εδώ αβοήθητους; Πόσος κόπος θα είναι για εσένα, το να μας τραβήξεις μέχρι το χωριό; Δεν απάντησε αυτός και μπήκε στο αυτοκίνητο του αποφασισμένος να φύγει.
Το ξανασκέφτηκε όμως και βγήκε πάλι έξω από το αυτοκίνητο του. Άλλη φορά έλεγε ενοχλημένος, να βάζεις περισσότερη βενζίνη στο αυτοκίνητο σου, για να μην σ’ αφήνει στον δρόμο. Δεν είναι υπηρέτες σου οι άλλοι που εσύ περιμένεις να σε βοηθήσουν. Έλα τώρα να σε τραβήξω είπε κρατώντας μια τριχιά στα χέρια του.
Δεν χρειάστηκε να του πω τίποτε για την παρατήρηση που μου έκανε, οπότε, έδεσα το αυτοκινητάκι μου με την άκρη της τριχιάς που μου έδωσε και τραβώντας με αυτήν, με άφησε μετά από λίγο μέσα στο χωριό μεν, αλλά σε ένα παράλληλο από τον κεντρικό τους δρόμο. Αν και του είπα πολλές φορές ευχαριστώ για όσα με βοήθησε, αυτός έφυγε αμίλητος για το σπίτι του.
Σήκωσα και πάλι το καπό του αυτοκινήτου κι έψαξα ξανά να βρω την βλάβη μέσα στον χώρο της μηχανής, αλλά και πάλι δεν έβλεπα τίποτε, γιατί εκεί που με άφησε αυτός δεν υπήρχαν φώτα. Έσπρωξα μαζί με την γυναίκα μου το αυτοκίνητο λίγο ποιο πέρα και το άφησα κάτω από μια λάμπα του δήμου.
Εκεί κάτω από το φως, εντόπισα τελικά την βλάβη του κι όπως έβλεπα, έφυγε από την θέση του το λαστιχένιο σωληνάκι, αυτό που μεταφέρει την βενζίνη από την αντλία προς στην μηχανή κι ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να γίνει η τροφοδοσία.
Το κακό όμως δεν ήταν αυτό, δεδομένου ότι έβλεπα να λείπει από την αντλία και η σχετική προεξοχή, αυτή δηλαδή που εισχωρεί στο σωλήνα, προκειμένου να δρομολογηθεί η μετάγγιση βενζίνης.
Απογοητεύθηκα από το είδος της βλάβης, αλλά κι έψαχνα να βρω την εν λόγω προεξοχή. Μετά από πολύ ψάξιμο ομολογουμένως, την εντόπισα τελικά. Την βρήκα δηλαδή, αλλά την βρήκα να βρίσκετε έξω μεν από την θέση της αντλίας, αλλά όλους διόλου και παραλόγως σφηνωμένη, μέσα στον λαστιχένιο σωλήνα.
Όσο κι να προσπαθήσει κανείς να κάνει κάτι τέτοιο, θα διαπιστώσει ότι είναι αδύνατον να το καταφέρει. Πως όμως έγινε αυτό από μόνο του, αυτό, όντως και δεν μπορούσα να το εξηγήσω.
Ωστόσο όμως, πολλές φορές προσπάθησα να βγάλω την προεξοχή μέσα από το σωληνάκι, αλλά δεν μπόρεσα να τα καταφέρω. Απογοητευμένος πια από την αδυναμία μου να λύσω εκείνο το χαζό πρόβλημα, έψαχνα κατά τις δώδεκα το βράδυ να δω, σε ποιο σπίτι θα μπορούσα να απευθυνθώ για βοήθεια, πριν ήταν πολύ αργά κι αναγκαζόμουν εκ των πραγμάτων να την βγάλω όλη την νύχτα παρέα με την γυναίκα μου και τις ελιές στο αυτοκίνητο.
Είδα όμως τα φώτα αναμμένα σε κάποιο σπίτι, οπότε, έτρεξα μέχρις εκεί και χωρείς δισταγμό χτύπησα την πόρτα του. Μου άνοιξε ένα μικρό κοριτσάκι, το οποίο και με κοιτούσε με πολύ περιέργεια. Παραβλέποντας την περιέργειά του, με πολύ αγωνία το ρωτούσα. Είναι μέσα ο πατέρα σου; Μέσα είναι απάντησε αυτό κι έτρεξε να τον φωνάξει.
Αμέσως μετά, εμφανίστηκε ένας νεαρός αγρότης στην πόρτα, ο οποίος και με το δίκαιό του ρωτούσε να του πω τι συμβαίνει. Με συγχωρείς ρε παλικάρι του έλεγα με καλό τρόπο, αλλά έμεινε το αυτοκίνητό μου από μια χαζή βλάβη στην γειτονιά σου και για να την διορθώσω, σκέφτηκα να σου ζητήσω μια πένσα. Μήπως μπορείς να με βοηθήσεις;
Ποιό είναι το αυτοκίνητό σου έλεγε αυτός ήρεμα κι αποφασισμένος να συναινέσει στο αίτημά μου, ήδη βγήκε στον δρόμο. Μόλις του έδειξα το αυτοκίνητο μου, όπως και την γυναίκα μου που ανησυχούσε, αμέσως κινήθηκε προς αυτό, αλλά χωρείς να πάρει μαζί του την πένσα που του ζήτησα.
Δεν πήρες την πένσα ρε παλικάρι του έλεγα, νομίζοντας ότι την ξέχασε. Εκείνος όμως, έλεγε πολύ απλά, ότι δεν την χρειαζόταν κι αμέσως μετά ζήτησε να μάθει από εμένα, τον λόγο που εγώ την χρειαζόμουν.
Πριν καλά, καλά του εξηγήσω τον λόγο, έπιασε αυτός το λαστιχένιο σωληνάκι που του έδειξα κι έλεγε με την σιγουριά του δυνατού. Γι’ αυτό εδώ ήθελες την πένσα; Και πριν προλάβω να του δώσω κάποια απάντηση, έβαλε αυτός τα χοντρά του δάχτυλα και πιέζοντας την σφηνωμένη προεξοχή προς τα έξω, την έβγαλε κατά δύο η τρία χιλιοστά έξω από το λάστιχο.
Μόλις την είδε εκεί, έπιασε με τα νύχια του μετά την άκρη της και σαν δυνατός εξωλκέας, την έβγαλε από τον σωλήνα. Κι αφού μου την έδωσε στα χέρια, έλεγε με απορία. Αυτό έψαχνες;
Ευχαριστώ ρε παλικάρι του έλεγα. Αυτό έψαχνα. Τέσσερις ώρες όμως με παίδευε μη μπορώντας να το εντοπίσω, όπως και να το βγάλω από εδώ που βρέθηκε, γι’ αυτό και ζήτησα την βοήθειά σου. Πώς μπόρεσες όμως να την βγάλεις εσύ χωρείς πένσα;
Με πολύ καμάρι αυτός, απαντούσε στο ερώτημά μου. Εμείς εδώ ρε φίλε, είμαστε υλοτόμοι. Κι όπως βλέπεις, δεν διστάζουμε να βάλουμε τα χέρια μας εκεί, όπου κάποιος σαν κι σένα το χρειάζεται. Όποτε περνάς από το χωριό μας όμως και θέλεις βοήθεια, μη διστάσεις να μας χτυπήσεις την πόρτα. Αυτό μάλιστα, μπορείς να το κάνεις, ότι ώρα κι αν είναι.
Ευχαρίστησα ωστόσο εκείνον τον νεαρό υλοτόμο και δεν σας κρύβω ότι θαύμασα για την φιλοτιμία του, ο οποίος και πολύτεκνος οικογενειάρχης ήταν, αφού όπως έλεγε, έξη παιδιά είχε, τα μισά εκ των οποίων ήταν εκεί έξω μαζί μας.
Στην προσπάθειά μου δε, να βάλω ξανά την προεξοχή στην θέση της πάνω στην αντλία, πάλι με βοήθησε ο νεαρός υλοτόμος, ο οποίος πήρε από το διπλανό σπίτι ένα ξύλο και με αυτό χτυπώντας την προεξοχή, την κάρφωσε θα έλεγα πάνω στην αντλία, επάνω στην οποία σπρώξαμε μετά και το λαστιχένιο σωληνάκι, προκειμένου να ενεργοποιηθεί και πάλι η τροφοδοσία.
Ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα ο υλοτόμος, έλεγε με ικανοποίηση. Τώρα, με τίποτε δεν θα φύγει αυτό από την θέση του. Κι έτσι έγινε είναι αλήθεια, γιατί ζει ακόμη το φορτηγάκι και ποτέ ξανά δεν παρουσίασε παρόμοια βλάβη.
Αφού ευχαρίστησα όμως και πολλές φορές μάλιστα τον νεαρό υλοτόμο τότε, τον χαιρέτησα στην συνέχεια αυτόν και την οικογένεια του κι όπως έπρεπε, κατηφορίσαμε προς την Ιερισσό, κινούμενοι με την πρώτη ταχύτητα όπως πάντα κι όταν πια φτάσαμε αισίως στην Ουρανούπολη, έγινε τρεις το πρωί.
Ξεφόρτωσα τις ελιές στο καράβι όπως μου το ζήτησε ο επίτροπος κι όταν ήρθε ο καπετάνιος, του τις έδειξα. Αμέσως μετά, ξεκίνησα κάνοντας την επιστροφή μας από τον ίδιο δρόμο. Όταν μείναμε μόνον εγώ και η γυναίκα μου ως φορτίο επάνω στο μικρό αγροτικό, αυτό μας επέστρεφε ευχαριστημένο θα έλεγα, αφού όντως ανακουφίστηκε από την ταλαιπωρία που πέρασε.
Μιχάλης Αλταλίκης