Αφού ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα που μού έκαναν οι πατέρες της Ιεράς τους Μονής, όπως σας το ανάφερα στα προηγούμενα κι αφού δέχτηκα την πρόταση του Σεβαστού Γέροντος Γεωργίου να αναλάβω την υπηρεσία της τροφοδοσίας τους, προμηθευόμενος όλες της ανάγκες τους από τα καταστήματα της Θεσσαλονίκης, έλυσα οριστικά πλέον την ανεργία μου, η οποία με ταλαιπώρησε αρκετά όπως σας το ανάφερα, τόσο ψυχοσωματικά, όσο και οικονομικά, μέχρι και τα μέσα του Ιουλίου της χρονιάς του 1996.
Και για μένα βέβαια ήταν σωτήρια αυτή θέση εργασίας, αλλά και τους μοναχούς της μονής τους ήταν, αναγκαία αυτή η εκδοχή, δεδομένου ότι δεν θα έβγαιναν πλέον οι μοναχοί να κάνουν αυτές τις αγορές και λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν όπως έλεγε ο Σεβαστός Γέροντας, κατ’ ανάγκη απομακρυνόταν οι πατέρες από την ησυχία της απομόνωσης αλλά κι από τα καθαρά μοναχικά τους καθήκοντα, απασχολούμενοι με πράγματα που ένας λαϊκός όπως εγώ με πείρα στην αγορά της πόλης μας θα μπορούσε να τα ανταπεξέλθει ευκολότερα και σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα ασφαλώς.
Αυτοί λοιπόν ήταν οι λόγοι που μας επέβαλαν να δεχθούμε από κοινού κι ευχαρίστως μάλιστα την μεταξύ μας συνεργασία, οπότε, αμέσως σχεδόν μπήκα στο πνεύμα τους, αλλά και τις υποχρεώσεις αντιλήφτηκα γρήγορα, τις οποίες ομολογώ ότι τις είχα εντοπίσει από τις επισκέψεις ως προσκυνητής που τους έκανα κατά διαστήματα κι όπως όφειλα, τους έκανα μερικές υποδείξεις ως πλέων αρμόδιος για μεταφορές, αφού εξ επαγγέλματος και μόνον, μπορούσα να τους υποδείξω ασφαλέστερες και οικονομικότερες λύσεις για τα σχετικά προβλήματά τους, αλλά για λόγους που το διοικητικό τους όργανο είναι οκταμελές, ποτέ δεν έφτασαν αυτές προς συζήτηση, αφού και δεν τους απασχολούσε ακόμη το θέμα.
Αναλαμβάνοντας λοιπόν εργασία μου έλεγε ο Σεβαστός Γέροντας ότι μαζί με την ικανοποίησή τους για την αποδοχή της που τους υποσχέθηκα, ότι είχαν στην διάθεσή μου ένα μικρό ένα αυτοκίνητο στο μετόχι τους της Θεσσαλονίκης, μέσω του οποίου μπορούσα να κάνω τις μετακινήσεις μου και τις αγορές τους ασφαλώς που θα μου ζητούν οι πατέρες και μέσω αυτού στην συνέχεια να τους τα μεταφέρω στην Ουρανούπολη.
Πρέπει δε να ξέρεις ακόμη έλεγε, ότι το καραβάκι που κάνει την παραλαβή των εμπορευμάτων μας από την Ουρανούπολη, προκειμένου να μας τα φέρει στο λιμάνι μας, αναχωρεί στις πεντέμισι τα χαράματα.
Κι αφού είπαμε αρκετά ακόμη με το Γέροντα πήγαμε στην συνέχεια να αναφέρουμε την αποδοχή μου και στον μοναχό που είχε την υπηρεσία του επιτρόπου εκείνο το χρονικό διάστημα, από τον οποίο θα έπρεπε να πληροφορούμε τις εκάστοτε υποχρεώσεις μου, τόσο προς αυτόν που έχε την ευθύνη της εκπλήρωσης όλων των αναγκών της αδελφότητας τους, όσο και προς τους υπόλοιπους μοναχούς της μονής.
Εφόσον θα ήμουν εργαζόμενος για πολλούς εργοδότες λοιπόν, μιας μονής που είχε πολλές και ιδιαίτερες ανάγκες, τόσο σε υλικά όσο και σε τρόφιμα, ήταν λογικό πια ότι έπρεπε να τον γνωρίσω κι ως συντονιστή, ο οποίος και μας δέχτηκε βέβαια στο ιδιαίτερο γραφείο του.
Συνομιλώντας μαζί του λοιπόν, έμαθα ότι την δουλειά που κάνει κάποιος σε ένα μοναστήρι, την αποκαλούν διακόνημα οι μοναχοί κι ότι αυτά τα διακονήματα μοιράζονται σε όλους τους μοναχούς μια φορά και στις αρχές κάθε χρόνου. Επίτροποι όπως μου είπε ήταν δύο, αλλά το γενικό πρόσταγμα το είχε αυτός που μας δέχτηκε στο γραφείο του, τον οποίο και γνώριζα ως μοναχό, αλλά έπρεπε να τον γνωρίσω κι ως επίτροπο.
Αυτός είναι κι ο λόγος έλεγε σε μένα όταν μπήκαμε στο θέμα, που στο εξής, με μένα μόνον θα μιλάς και με μένα μόνο θα συναλλάσσεσαι και σε μένα θα δίνεις λόγο για όσες αγορές σου αναθέτουμε να μας κάνεις. Αφού κι αυτός μου είπε όσα έπρεπε να ξέρω εγώ για τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις μου, παρουσία του πνευματικού μου που με συνόδευε, οπότε φεύγοντας αυτός κάποια στιγμή μείναμε μόνοι.
Αφού είπαμε και κατ’ ιδίαν αρκετά ακόμη οι δυο μας για τις δικές μου υποχρεώσεις, στο τέλος μου είπε και κάτι σαν υστερόγραφο. Εγώ έλεγε, δεν συμφώνησα απολύτως με την ιδέα να αναθέσουν σε σένα αυτήν την σοβαρή δουλειά, γιατί από όσο σε γνωρίζω, δεν μου φαίνεσαι και πολύ σοβαρός. Αφού όμως σου εμπιστεύτηκε ο καλός μας Γέροντας αυτό το διακόνημα, εμένα δεν μου πέφτει κανένας λόγος.
Άκουγα με πολύ προσοχή τον επίτροπο που με μιλούσε κι όση ώρα αυτός έλεγε όσα έπρεπε να μου πει σχετικά με τις υποχρεώσεις μου για την δουλειά που ζητούσαν να τους κάνω, εγώ σκεφτόμουν ότι θα ήταν καλύτερα γι’ αυτούς, να ζητήσουν από μένα να τους πω, ως καθ ίλην αρμόδιος, τι πρέπει και τι ταίριαζε να κάνουν για την περίπτωση τους, ώστε να έχουν αυτοί ένα ελεγχόμενο αποτέλεσμα για όσα επιδίωκαν και όχι να ζητούν από μένα μόνον να υπακούω στις διαταγές τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν όπως αυτοί ήξεραν τι πρέπει να γίνει γι αυτό το ούτως ή άλλως πολύ σοβαρό θέμα της τροφοδοσίας τους.
Δεν παραξενεύτηκα και πολύ με την επιλογή των μοναχών, να δίνουν την λύση που αυτοί ήξεραν για όσα τους αφορούσαν, δεδομένου ότι το ίδιο έκαναν και οι επαγγελματίες, όταν με παρόμοιες επιλογές διακινδύνευαν την επιβίωση των επιχειρήσεων τους. Ήταν λοιπόν δυνατόν να κάνουν το αντίθετο οι μοναχοί, που επιλεγμένα ακολουθούν μόνον την πεπατημένη, ως την πλέων σίγουρη;
Ως εργαζόμενος βέβαια εγώ, έχω την δυνατότητα να κάνω και τον χαζό αν χρειαστεί, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τον εργοδότη μου, όπως και το να υπακούω τυφλά σ’ αυτόν, αν αυτό μόνο θέλει να του αποδώσω. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν κάνω τον χαζό από δική μου αδυναμία να πω, ή να κάνω αυτό που πρέπει.
Κι επειδή πάντα υπάρχουν λόγοι και ελαφρυντικά πίσω από κάθε επιλογή, δεν επιχείρησα τότε να θέσω κάποιο βέτο γνώσεων σε κείνο το μοναχό που ήταν επίτροπος, προτείνοντας του τις δικές μου εκτιμήσεις στο θέμα που έπρεπε να αποδώσω τα δέοντα, γι’ αυτό και περιορίστηκα στο να δεχθώ τις οδηγίες που αυτός μου έδωσε χωρείς να του αναφέρω τις δικές μου επί του θέματος σκέψεις.
Είχα διαμορφώσει άποψη εγώ, για το πως θα μπορούσε ενδεχομένως να αντιμετωπισθεί το θέμα της τροφοδοσίας τους, όταν κατά καιρούς έκανα επισκέψεις στην μονή και παρατηρούσα τα δεδομένα τους, όπως σας ανάφερα παραπάνω. Επειδή όμως κανείς και ποτέ δεν ρώτησε να του πω την γνώμη μου, δεν είπα κι εγώ τίποτε και σε κανένα.
Όταν λοιπόν τότε βρέθηκα αντιμέτωπος μ’ αυτό το πρόβλημα, σκέφτηκα ότι, ενδεχομένως και να μην υπήρχαν άλλοι και ποιο κατάλληλοι τρόποι αντιμετώπισης, γι’ αυτό και σεβόμενος την δυσκολία των συνθηκών που οι μοναχοί ζουν σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο χώρο, δεν επιχείρησα εξ αρχής κι από την πρώτη στιγμή να βρεθώ αντιμέτωπος με τα δικά τους δεδομένα κι εξ αιτίας αυτού και χωρείς να το θέλω, δυσαρεστήσω τους ανθρώπους που μου προσέφεραν απασχόληση, τότε που εγώ δεν ήταν δυνατόν να την βρω πουθενά αλλού, γι’ αυτό και πάλι δεν είπα τίποτε, αφού αρκέστηκα στο να κάνω υπακοή στον τρόπο που ο επίτροπος ήξερε.
Όταν επιτέλους έμεινα ελεύθερος κι από αυτόν και πληροφορημένος για όσα έπρεπε στο εξής να τον υπακούω τυφλά, βγήκα μετά από λίγο στο μικρό προαύλιο που υπάρχει έξω από την εκκλησία της μονής, προκειμένου να συναντήσω εκεί τον πνευματικό μου.
Η ανάθεση της εργασίας μου, έγινε κατ’ ιδίαν και στο ιδιαίτερο γραφείο του Γέροντα όπως σας είπα, ως τόσο όμως, το γεγονός εκείνης της ανάθεσης έγινε αμέσως κι από όλους τους μοναχούς γνωστή, γι’ αυτό κι όποιος από αυτούς με συναντούσε να περιφέρομαι στον μικρό κοινόχρηστο χώρο της μονής, εκδήλωνε περιχαρής τα προσωπικά του συναισθήματα. Με χαροποιούσε το γεγονός, ότι κανενός τα συναισθήματα δεν ήταν αρνητικά για μένα, αν και δεν είχα με όλους τους μοναχούς πολλά πάρε δώσε.
Διαπίστωσα δε από τα συμφραζόμενα τους, ότι αυτοί ήξεραν τόσα πολλά για μένα, που εγώ ποτέ μου δεν φαντάστηκα, αν κι εγώ δεν έκανα συχνές επισκέψεις στην μονή τους, αυτής της μονής που έμελλε να γίνει και δική μου στο εξής, αφού θα εργαζόμουν πλέον γι’ αυτήν και τους μοναχούς της.
Από κείνη την ημέρα και μετά λοιπόν, όπως ήταν λογικό για μένα, έκανα σκοπό της ζωής μου, να ικανοποιώ ως εργαζόμενος της πολλές και ιδιαίτερες ανάγκες της μονής μας, δεδομένου ότι κι αυτή το ίδιο έκανε, αφού διατηρούσε και συντηρούσε στους χώρους της πολλούς μοναχούς.
Μετά από όσα βίωσα στην μέχρι τότε ζωή μου, πολλά και χρήσιμα είχα διδαχθεί κι όλα αυτά τα κουβαλούσα μέσα μου και ήταν πάντα εκεί έτοιμα και πρόθημα να διατεθούν σε όποιον ήθελε να τα κάνει χρίση. Σε κανένα δηλαδή δεν αρνήθηκα την συμπαράσταση μου και σε όποιον πάλι είχε ανάγκη από βοήθεια και δεν ήξερε ότι μπορούσε να ζητήσει κι από μένα μια συμβουλή έστω, εγώ ποτέ δεν δίστασα να το διακινδυνεύσω και από μόνος μου να του την προσφέρω.
Κάτι παρόμοιο έκανα και τότε με τους μοναχούς, που από ευγνωμοσύνη για την εργασία που αυτοί μου προσέφεραν, έκανα δικά μου εγώ τα δικά τους προβλήματα και για να τα αντιμετωπίσω όπως αυτοί κατανοούσαν και όπως αυτοί ήθελαν να τα αντεπεξέλθουν, εγώ ξέχασα όσα ήξερα. Το έκανα δε αυτό με τέτοιο τρόπο, που να αισθάνονται αυτοί ότι εγώ όντως είμαι ένας από αυτούς κι ότι δεν είμαι ένας οποιοσδήποτε εργαζόμενος που τους κάνει μια αμειβόμενη απλώς εργασία.
Με το που επέστρεψα λοιπόν στην βάση μου κι άρχισα να υπάρχω εκεί ως εργαζόμενος πλέον, έκανα ότι κι όπως ήθελε ο επίτροπος και ποτέ δεν έκανα κάτι παραπάνω από αυτά που αυτός ήθελε να μου εμπιστευτεί. Κι εφόσον ανάμεσα μας υπήρχε και θέμα οικονομικής διαχείρισης, έβλεπα λογικό και τον λόγο που τον έκανε να παραμένει επιφυλακτικός απέναντι μου, γιατί μου επέτρεπε να διαχειρίζομαι ένα πολύ μικρό ποσό μόνο κι αυτό πάλι, μετά βίας έφτανε για τα έξοδα συντήρησης και διατήρησης των δύο αυτοκινήτων που διέθεταν στην πόλη μας, στα οποία έκανα τότε μόνο χρέη οδηγού, για όποιον από τους μοναχούς το χρειαζόταν, μέχρι που να με δεχθεί επιτέλους ο επίτροπος ως απαραίτητο συνεργάτη του.
Ένας από αυτούς μάλιστα που τότε είχε πολλές εξωτερικές εργασίες, με είχε ως οδηγό στην διάθεση του από το πρωί μέχρι και τα μεσάνυχτα μερικές φορές τον οποίο βέβαια κι ακολουθούσα πολύ ευχαρίστως.
Μου επέτρεπαν να κάνω και μερικές αγορές γι’ αυτούς, μόνον που αυτές ήταν ελάχιστες τότε, δεδομένου ότι τον κύριο όγκο τους τον ανέθεταν σε κάποιον άλλον άμισθο και πολύ μεγάλης εμπιστοσύνης συνεργάτη τους.
Επισκεπτόμενος λοιπόν εκείνον τον έμπιστο όσο κι άμισθο συνεργάτη τους συχνά, διαπίστωσα ότι εκτός από το ότι ήταν κάπως μεγαλόσωμος και καλόκαρδος άνθρωπος, ήταν και πολύ καλός γνώστης της αγοράς και δει της ιχθυόσκαλας, πράγμα που τον έκανε αυθεντία του είδους.
Ήταν δε πολύ μεγάλη ευλογία για τους μοναχούς, να έχουν στην διάθεση τους έναν τέτοιον συνεργάτη, δεδομένου ότι αυτός εκτός των άλλων διέθετε και μια μικρή ταβέρνα εντός του χώρου μιας πολύ μεγάλης βιομηχανίας της πόλης μας κι αυτό τον έκανε ακόμη ποιο χρήσιμο, δεδομένου ότι από κει μέσα έκανε την συλλογή και την μεταφορά των εμπορευμάτων που μάζευε για λογαριασμό της μονής, αν και τις περισσότερες φορές τα μετέφερε ο ίδιος με το δικό του αυτοκίνητο, πότε μόνος του και πότε με τον γιο του.
Μέχρι που να αποκτήσω την εμπιστοσύνη του επιτρόπου λοιπόν, αυτά που επέτρεπαν σε μένα να αγοράζω, τα πήγαινα στον εν λόγο συνεργάτη τους κι αυτός φρόντιζε μετά για την άμεση προώθηση τους στην μονή. Αυτή η ιδιότυπη συναλλαγή, μας έφερε πολύ κοντά και τόσο κοντά που από τότε και μετά αν και πέρασαν μέχρι στιγμής δεκαπέντε χρόνια, δεν αλλάξαμε ούτε κι έναν εγωιστικό λόγο μεταξύ μας.
Εκτός αυτού και λόγο της καθημερινής μας συνεργασίας, εξακολουθούμε και διατηρούμε αυτήν την άριστη μεταξύ μας σχέση μέχρι και σήμερα κι αυτό όπως είναι λογικό, προϋποθέτει μια άψογη παροχή υπηρεσιών προς την μονή μας, που επωφελείται τα μέγιστα εφόσον διαθέτει δύο πολύ έμπειρους συνεργάτες, μόνον που εγώ ήμουν έμμισθος, αφού δεν είχα άλλη πηγή εισοδήματος.
Όταν λοιπόν άρχισα δειλά, δειλά όπως είπα, να αποκτώ την εμπιστοσύνη του επιτρόπου, ήρθα σε επαφή και με κείνο το μικρό φορτηγάκι που έπρεπε να χρησιμοποιώ, προκειμένου να κινούμε μέσα στην πόλη και να μεταφέρω με αυτό στην Ουρανούπολη, όσα από τα εμπορεύματα θα τους αγόραζα. Ο στόχο τους βέβαια ήταν να φτάσουν αυτά οικονομικότερα και ασφαλέστερα μέχρις εκεί και στην συνέχεια με το καραβάκι που όπως είπα αναχωρούσε στις πεντέμισι το πρωί από την Ουρανούπολη, να φτάσουν σώα και ασφαλή στην πόρτα τους.
Ωστόσο όμως, έλεγα μετά από δύο μήνες καιρό στον επίτροπο. Πάτερ. Αυτό το αυτοκίνητο που είδα να έχετε εδώ στο μετόχι σας, έχει την δυνατότητα να εξυπηρετήσει τις ανάγκες ενός αγρότη κι αυτό πάλι, μόνον για την περίπτωση που αυτός θα θέλει να μεταφέρει λίγα πράγματα από το σπίτι του μέχρι και το χωράφι του.
Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορεί αυτό να κυκλοφορεί στους δρόμους μιας πόλης σαν την Θεσσαλονίκη, που όπως είναι γνωστό, δεν διαθέτει και το καλύτερο κυκλοφοριακό, δεδομένου ότι το φορτηγάκι σας δεν διαθέτει ούτε και τα στοιχειώδη για μια ασφαλή οδήγηση εντός της πόλης και δεν είναι δυνατόν να αντεπεξέλθει τις ανάγκες σας, ακολουθώντας το γνωστό και δύσκολο οδικό δίκτυο προς την Ουρανούπολη ασφαλώς, όταν μάλιστα θα πρέπει να κινηθεί νυχτιάτικα, μέσα σε ορισμένο χρόνο, που ενδεχομένως θα συναντήσει βροχές, ομίχλες, γλίτσες, χιόνια, ακόμη και πάγους.
Αυτό το αυτοκίνητο έχουμε έλεγε αυτός ενοχλημένος από την παρατήρηση που του έκανα και με αυτό θα κάνεις την δουλειά σου αν μπορείς και με αυτήν την τοποθέτηση, μου έκοψε εντελώς την κουβέντα.
Πέρασαν λίγες μέρες μετά από την κουβέντα που είχα με τον επίτροπο και βρήκα να με περιμένουν έξω από την πόρτα της ταβέρνας του συνεργάτη μου πλέον, τριάντα δοχεία ελιές. Αφού περιεργάστηκα για λίγο τα δοχεία, τον ρώτησα να μου τι ήταν αυτά και τι έπρεπε να τα κάνω.
Ελιές είναι όπως βλέπεις έλεγε αυτός και η εντολή είναι να τις πας σήμερα κιόλας στην Ουρανούπολη, γιατί τις χρειάζονται. Το βάρος τους θα πλησιάζει τα πεντακόσια κιλά πρόσθεσε και θα πρέπει να τα πας με το δικό τους μικρό αγροτικό, γιατί δεν θα έρθει κανένα φορτηγό αυτή την εβδομάδα.
Απορώντας με την εντολή, με το δίκαιό μου του έλεγα. Μα μπορεί το φορτηγάκι αυτό να σηκώσει αυτό τόσο βάρος; Έλα ρε. Έλεγε κι αυτός υποτιμητικά για το ερώτημά μου. Θα τα πας σιγά, σιγά, μη κάνεις έτσι.
Εκατόν τριάντα χιλιόμετρα είναι ρε Μόσχο του έλεγα, πόσο σιγά να τα πάω, αν αυτό δεν μπορεί να τα σηκώσει; Τα σηκώνει επέμενε να λέει αυτός. Ας το δοκιμάσω είπα εγώ και πήγα να φέρω το μικρό αγροτικό.
Μέχρι που να επιστρέψω στον Μόσχο όμως, κάλεσα τον επίτροπο κι από τηλεφώνου έκανα ότι μπορούσα προκειμένου να τον πίσω, ότι εκείνο το αυτοκινητάκι δεν θα μπορούσε να κάνει την διαδρομή με τόσο βάρος. Αυτός όμως ήταν ανένδοτος. Αυτό το αυτοκίνητο έχουμε έλεγε και πάλι ενοχλημένος. Κάνε ότι μπορείς και φέρε τις ελιές το απόγευμα στην Ουρανούπολη. Βάλε τα δοχεία στο καραβάκι, που θα το βρεις να είναι εκεί και μετά επέστρεψε στο σπίτι σου. Αν τα πας εσύ απόψε εκεί, εμείς θα τα έχουμε στην μονή μας κατά τις οκτώ αύριο το πρωί. Κάνε λοιπόν εσύ αυτό σήμερα κι από μεθαύριο, θα δούμε τι θα γίνει για όσα μου λες.
Αφού πήρα την εντολή, έπρεπε και να την εκτελέσω ασφαλώς όπως καταλαβαίνεται, έστω κι αν δεν ήμουν σίγουρος, αν πράγματι κατάλαβε ή όχι ο επίτροπος όσα του ανέφερα. Έβαλα λοιπόν τα δοχεία με την βοήθεια του Μόσχου στην καρότσα του μικρού αγροτικού κι αφού τα σήκωσα σε τρεις σειρές το ένα πάνω στο άλλο, τον χαιρέτησα κι έφυγα από κει για το σπίτι μου κατά τις δώδεκα το μεσημέρι, ελπίζοντας να φτάσω κατά τις πέντε στην Ουρανούπολη, ακολουθώντας την διαδρομή μέσω της Αρναίας κι ότι ήθελε μου προκύψει καθ’ οδόν.
Με το που μπήκα στον δρόμο όμως, διαπίστωσα ότι αν πήγαινα πάνω από δέκα χιλιόμετρα την ώρα, έχανα τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο πήγαινε όπου ήθελε, γιατί δεν πατούσαν οι μπροστινές του ρόδες στον δρόμο κι ως εκ τούτου, το τιμόνι του ήταν ανενεργό.
Αφού δεν μπορούσα όμως να ελέγξω το αυτοκίνητο μου με το τιμόνι του, θα ήταν πολύ χρονοβόρο και κουραστικό να κάνω με αυτό μια διαδρομή εκατόν τριάντα χιλιομέτρων πηγαίνοντας με δέκα χιλιόμετρα την ώρα μέχρι την Ουρανούπολη και αν πάλι έφτανα ποτέ εκεί, θα έφτανα τότε που θα είχε φύγει το καραβάκι.
Έκανα ωστόσο την διαδρομή μέχρι το σπίτι μου, πηγαίνοντας με λιγότερο από δέκα χιλιόμετρα και πριν φτάσω εκεί, έκανα ένα ακόμη τηλεφώνημα προς στον επίτροπο, προκειμένου να του αναφέρω την κατάσταση του αυτοκινήτου, όπως και τον τρόπο με τον οποίο θα έκανα την διαδρομή, όπως και την σκέψη που μου πέρασε εκείνη την στιγμή από το μυαλό, να πάρω δηλαδή μαζί μου και την γυναίκα μου, για να κάνει χρέη αντίβαρου.
Αν ήμαστε δύο άτομα μπροστά του έλεγα, υπολογίζω ότι θα πατούν οι μπροστινές ρόδες του αυτοκινήτου, οπότε μπορεί και να καταφέρω να το ταξιδέψω και πιθανόν θα μου επιτρέψει να κινηθώ και λίγο παραπάνω από τα δέκα χιλιόμετρα.
Αν δε και δεν τα καταφέρω, τότε να ξέρεις του έλεγα ότι θα ξημερώσω πηγαίνοντας με δέκα χιλιόμετρα μόνον μέχρι την Ουρανούπολη. Για πάν ενδεχόμενο όμως, αφού πάρω και την γυναίκα μου, θα ξεκινήσω αμέσως. Κάνε ότι θέλεις απαντούσε αυτός, αρκεί όμως να έρθεις.
Κάλεσα αμέσως την γυναίκα μου και την ενημερώσω για όσα σκέφτηκα κι αφού δεν είχε αντίρρηση αυτή, δέχτηκε να έρθει μαζί μου. Καλού κακού, πήρε μαζί της μερικά σάντουιτς, μπόλικο καφέ σε ένα θερμός και στις τρεις το μεσημέρι ξεκινήσαμε σιγά, σιγά για τον προορισμό μας.
Τον ήξερα τον δρόμο που ακολουθούσα και σαν πολύπειρος και έξτρα εκπαιδευμένος οδηγός και ικανός να ταξιδεύω επί παντός καιρού, ήξερα και πως να βοηθήσω εκείνο το μικρό και παραφορτωμένο αυτοκινητάκι να αντεπεξέλθει αυτά που του υποχρεώναμε να κάνει.
Τα κατάφερε αυτό έως ένα βαθμό, αφού μας μετέφερε έστω και με τα δυσκολίας μέχρι και την μεγάλη ανηφόρα που υπάρχει πριν από την Αρναία. Όταν όμως άρχισε να ανεβαίνει εκείνη την ανηφόρα, βογκούσε πολύ η μικρή του μηχανή και η τεχνική βοήθεια που του προσέφερα δεν του ήταν επαρκής.
Τα έδινε όλα το καημένο, αλλά τα άλογα που είχε μέσα του ήταν τόσα λίγα κι αδύνατα, που δεν μπορούσαν να το σύρουν πάνω σε κείνη την ανηφόρα. Μέχρι και την γυναίκα μου αναγκάστηκα να κατεβάσω από πάνω του, ώστε να ανέβει εύκολα τα διακόσια τελευταία μέτρα που είχε να διανύσει ακόμη πριν ή φτάσουμε στην κορυφή του δρόμου κι αυτά πάλι τα έκανε πολύ ποιο σιγά από όσα τα βάδιζε η γυναίκα μου.
Μετά από πολλών βασάνων, φτάσαμε τελικά στο σούρουπο στην Αρναία κι επειδή ξόδεψε όλη την βενζίνη που είχε στο ρεζερβουάρ του, σταμάτησα στο πρώτο βενζινάδικο που βρήκα να το φουλάρω. Δεν πρόλαβα να κάνω όμως δύο ή τρία χιλιόμετρα και έμεινα από τροφοδοσία. Μα τώρα το φουλάρισα μονολογούσα, είναι δυνατόν να μας άφησε από καύσιμα;
Σταμάτησα ωστόσο στην άκρη του δρόμου κι έψαχνα επί ώρες να βρω την βλάβη, αλλά πουθενά δεν μπορούσα να την εντοπίσω κι όσο περνούσε η ώρα σκοτείνιαζε και στα σκοτεινά δεν μπορούσα να δω τίποτε αφού φακό δεν είχα. Όσους δε από τους διερχόμενους οδηγούς παρακάλεσα να με τραβήξουν μέχρι το διπλανό χωριό, κανίς τους δεν το έκανε.
Κατά τις δέκα το βράδυ πια, σταμάτησε μπροστά από μας ένα μεγάλο αγροτικό αυτοκίνητο και ήρθε ο οδηγός του να μας βοηθήσει όπως νόμισα, χωρίς να του το έχω ζητήσει. Τι έπαθες ρε κουμπάρε έλεγε κι από τι έμεινες; Από τροφοδοσία έμεινα ρε κουμπάρε του είπα κι εγώ, θεωρώντας μάλλον ότι έτσι εκφραζόταν αυτός.
Μόλις όμως είδε ότι δεν ήμουν ο κουμπάρος του όπως νόμισε, έκανε να επιστρέψει προς το αυτοκίνητό του. Καλά ρε κουμπάρε του ξαναείπα, δεν ντρέπεσαι να μας αφήσεις εδώ αβοήθητους; Πόσος κόπος θα είναι για εσένα το να μας τραβήξεις μέχρι το χωριό; Δεν απάντησε αυτός και μπήκε στο αυτοκίνητο του αποφασισμένος να φύγει.
Το ξανασκέφτηκε όμως και βγήκε πάλι έξω από το αυτοκίνητο του. Άλλη φορά έλεγε ενοχλημένος, να βάζεις περισσότερη βενζίνη στο αυτοκίνητο σου, για να μην σ’ αφήνει στον δρόμο. Δεν είναι υπηρέτες σου οι άλλοι που εσύ περιμένεις να σε βοηθήσουν. Έλα τώρα να σε τραβήξω είπε κρατώντας μια τριχιά.
Δεν χρειάστηκε να του πω τίποτε, γι’ αυτό κι έδεσα με την άκρη της τριχιάς το αυτοκινητάκι και μετά από λίγο με άφησε μέσα στο χωριό, σε ένα παράλληλο από τον κεντρικό τους δρόμο. Αν και του είπα πολλές φορές ευχαριστώ, έφυγε αμίλητος αυτός για το σπίτι του.
Σήκωσα και πάλι το καπό του αυτοκινήτου κι έψαξα ξανά να βρω την βλάβη μέσα στον χώρο της μηχανής, αλλά και πάλι δεν έβλεπα τίποτε, γιατί εκεί που με άφησε αυτός δεν υπήρχαν φώτα. Έσπρωξα μαζί με την γυναίκα μου το αυτοκίνητο λίγο ποιο πέρα και το άφησα κάτω από μια λάμπα του δήμου.
Εκεί κάτω από το φως, εντόπισα ότι έλειπε από την θέση του, το λαστιχένιο σωληνάκι που μεταφέρει την βενζίνη από την αντλία στην μηχανή κι ως εκ τούτου δεν μπορούσε να γίνει η τροφοδοσία. Και δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά έλειπε από την αντλία και η σχετική προεξοχή που μπαίνει μέσα στο σωλήνα, για να δρομολογηθεί η μετάγγιση βενζίνης από την αντλία στην μηχανή.
Μετά από πολύ ψάξιμο, εντόπισα τελικά την προεξοχή να βρίσκετε έξω μεν από την θέση της αντλίας, αλλά να είναι παραλόγως σφηνωμένη μέσα στον λαστιχένιο σωλήνα. Όσο κι να προσπαθήσει κανείς να κάνει κάτι τέτοιο, θα διαπιστώσει ότι είναι αδύνατον να το καταφέρει.
Πως όμως έγινε αυτό από μόνο του, αυτό, δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Προσπάθησα ωστόσο πολλές φορές να βγάλω την προεξοχή μέσα από το σωληνάκι αλλά δεν μπόρεσα να τα καταφέρω. Απογοητευμένος πια από την αδυναμία μου να λύσω εκείνο το χαζό πρόβλημα, έψαχνα κατά τις δώδεκα το βράδυ να δω, σε ποιο σπίτι θα μπορούσα να απευθυνθώ για βοήθεια, πριν είναι πολύ αργά κι αναγκαστώ εκ των πραγμάτων να την βγάλω όλη την νύχτα παρέα με την γυναίκα μου και τις ελιές στο αυτοκίνητο.
Είδα τα φώτα αναμμένα ένα σπίτι όμως, γι’ αυτό κι έτρεξα μέχρις εκεί και χωρείς δισταγμό χτύπησα την πόρτα του. Μου άνοιξε ένα μικρό κοριτσάκι κι αυτό με κοιτούσε περίεργα. Με πολύ αγωνία το ρωτούσα όμως. Είναι μέσα ο πατέρα σου; Μέσα είναι απάντησε και έτρεξε να τον φωνάξει.
Τι συμβαίνει έλεγε ένας νεαρός αγρότης, που φάνηκε αμέσως στην πόρτα. Με συγχωρείς ρε παλικάρι του έλεγα, αλλά έμεινα από μια χαζή βλάβη και χρειάζομαι μια πένσα. Μήπως μπορείς να με βοηθήσεις; Που είσαι έλεγε αυτός ήρεμα κι αποφασισμένος να συναινέσει στο αίτημά μου. Και μόλις του έδειξα το αυτοκίνητο και την γυναίκα μου που ανησυχούσε, ήρθε μαζί μου χωρείς όμως να πάρει μαζί του την πένσα που χρειαζόμουν.
Δεν πήρες την πένσα ρε παλικάρι του έλεγα νομίζοντας την ξέχασε, αλλά εκείνος ρωτούσε πολύ απλά να του τι να την κάνουμε την πένσα κι αμέσως μετά ζήτησε να μάθει τον λόγο που εγώ την χρειαζόμουν.
Πριν καλά, καλά του εξηγήσω τον λόγο που την χρειαζόμουν, έπιασε αυτός το λαστιχένιο σωληνάκι που του έδειξα και έλεγε με την σιγουριά του δυνατού. Γι αυτό ήθελες την πένσα; Και πριν προλάβω να του δώσω κάποια απάντηση, έβαλε αυτός τα χοντρά του δάχτυλα και πιέζοντας την σφηνωμένη προεξοχή προς τα έξω, την έβγαλε κατά δύο τρία χιλιοστά από το λάστιχο.
Μόλις την είδε, έπιασε με τα νύχια του την άκρη της και σαν δυνατός εξωλκέας την έβγαλε και αφού μου την έδωσε στα χέρια, έλεγε με απορία. Αυτό έψαχνε; Ευχαριστώ του είπα κι αυτό έψαχνα. Τέσσερις ώρες όμως με παίδευε, αλλά πως μπόρεσες να την βγάλεις χωρείς πένσα;
Εμείς εδώ ρε φίλε είμαστε υλοτόμοι έλεγε αυτός με καμάρι κι όπως βλέπεις, δεν διστάζουμε να βάλουμε τα χέρια μας εκεί όπου κάποιος σαν κι σένα το χρειάζεται. Όποτε περνάς όμως από δω πρόσθεσε και θέλεις βοήθεια, μη διστάσεις να μας χτυπήσεις την πόρτα. Και να το κάνεις αυτό μάλιστα, ότι ώρα κι αν είναι.
Θαύμασα για την φιλοτιμία που έδειχνε να είχε εκείνος ο νεαρός και πολύτεκνος οικογενειάρχης υλοτόμος, αφού όπως είπε, είχε έξη παιδιά και τα μισά από αυτά ήταν εκεί έξω μαζί μας. Αφού χαιρέτησα τον νεαρό υλοτόμο και την οικογένεια του, κατηφορίσαμε προς την Ιερισσό με την πρώτη πάντα ταχύτητα και όταν πια φτάσαμε αισίως στην Ουρανούπολη, έγινε τρεις το πρωί.
Ξεφόρτωσα τις ελιές στο καράβι όπως μου το ζήτησε ο επίτροπος κι αμέσως μετά ξεκίνησα κάνοντας την επιστροφή μας από τον ίδιο δρόμο. Όταν μείναμε μόνον εγώ και η γυναίκα μου ως φορτίο σ’ εκείνο το μικρό αγροτικό, αυτό μας επέστρεφε ευχαριστημένο, αφού ανακουφίστηκε από την ταλαιπωρία που πέρασε.
Μιχάλης Αλταλίκης