Παραλίγο πεθαμένος από σαλμονέλα

       Ήρθε ωστόσο ο καιρός κι όπως έπρεπε, πείρα την άδειά μου κι αφού την χαρήκαμε στο Βελβεντό κατά το πρόγραμμά μας, επιστρέψαμε στην έδρα μας αρκετά ευχαριστημένοι στα τέλη Αυγούστου κι έτσι, με πολύ καλή διάθεση ανέλαβα ξανά της υποχρεώσεις μου προς το μοναστήρι μας.

Μπαίνοντας στον Οκτώβριο μήνα μάλιστα, απανωτά πήγαινα στην Ουρανούπολη για τους γνωστούς λόγους κι αφού κάλυψα όλα τα κενά που άφησα με την άδειά μου, μπήκα πλέον στον κανονικό μου ρυθμό.

Τον Οκτώβριο μήνα διανύοντας όμως, πάλι ετοιμάστηκα να κάνω ένα νυχτερινό δρομολόγιο προς την Ουρανούπολη μεταφέροντας πολλά αναγκαία, όπως και αρκετά κατεψυγμένα ψάρια για το μοναστήρι, αλλά και με στόχο να επιστρέψω το απόγευμα της ίδια μέρας στο σπίτι μου όπως το προγραμμάτισαν οι πατέρες.

Από πολύ νωρίς το πρωί εκείνης της ημέρας ήμουν απασχολημένος με τις αγορές μου όπως πάντα, γι’ αυτό και αργά το μεσημέρι πια κατέληξα στο σπίτι μου και πολύ χάρηκα που η γυναίκα μου είχε έτοιμο το μεσημεριανό μας φαγητό, με αυγά τηγανητά και λουκάνικα. Κι επειδή μου άρεσαν αυτά, με πολύ όρεξη τα έφαγα.

Ξάπλωσα για δυό ώρες περίπου στην συνέχεια κι όπως έπρεπε μετά, περίμενα να νυχτώσει, ώστε να ακολουθήσω ξεκούραστος το νυχτερινό μου πρόγραμμα. Αυτό δε, από τις δέκα και μετά θα το ξεκινούσα κι επειδή έκανε αρκετή ψύχρα εκείνη την ώρα, αμέσως πήγα στον επαγγελματικό χώρο κατάψυξης να φορτώσω τα κατεψυγμένα ψάρια στο φορτηγάκι μου, αφού τα υπόλοιπα τα είχα ήδη φορτωμένα.

Τελειώνοντας από την παραλαβή τους λοιπόν, κάπως γρήγορα επέστρεφα στο σπίτι μου κι εφόσον ήμουν έτοιμος προς αναχωρήσω, στις τέσσερις έλεγα να ξεκινήσω για την Ουρανούπολη. Έντεκα και μισή έγινε όμως όταν έφτασα εκεί και πριν προλάβω να κατέβω από το αυτοκίνητό μου, δέχτηκα μια κλήση στο κινητό μου, από κάποιον δικό μας μοναχό.

Μου ζητούσε να τον πάρω μαζί μου αν μπορούσα κι εφόσον δεν είχα καμιά αντίρρηση, βεβαίως και του το υποσχέθηκα, αλλά και του είπα να βρίσκεται έτοιμος έξω από την πόρτα του μετοχίου μας, στις τρείς και μισή το πρωί.

Ανεβαίνοντας στο σπίτι μου όμως, αμέσως πήγα να ξαπλώσω, αλλά και πριν καλά, καλά κλείσουν τα μάτια μου, άρχισα να τρέμω ξαφνικά από ένα δυνατό ρίγος. Και ήταν τόσο δυνατό αυτό μάλιστα αυτό, που και το κρεβάτι κουνούσα καθώς έτρεμα.

Και πυρετό ανέβασα μετά από λίγο, οπότε, φοβήθηκε η γυναίκα μου βλέποντας τα συμπτώματα. Μετρώντας αυτόν στην συνέχεια, στο σαράντα έβλεπε στο θερμόμετρο να σταματά. Από εκεί και μετά βέβαια κι εγώ φοβήθηκα είναι αλήθεια, γιατί δεν ήξερα τι ήταν αυτό που μου παρουσιάστηκε.

Επειδή από έναν επαγγελματικό χώρο κατάψυξης πείρα τα ψάρια και αρκετές φορές μπήκα και βγήκα γρήγορα και ιδρωμένος στην κατάψυξή τους, υπέθετα ότι μάλλον κρύωσα κι ότι αυτή ήταν η αιτία των συμπτωμάτων που παρουσίασα.

Εκείνο όμως που με απασχολούσε περισσότερο, ήταν τι θα έκανα με το δρομολόγιο που έπρεπε να κάνω κι αφού στην κατάσταση που ήμουν, δεν θα μπορούσα να το εκτελέσω, στεναχωριόμουν για τα ψάρια που θα χαλούσαν αν δεν τα πήγαινα στο μοναστήρι, όπως και για τα τρόφιμα που θα στερούσα από τους πατέρες.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, ούτε να κοιμηθώ μπορούσα, αλλά ούτε και να σηκωθώ από το κρεβάτι μου μπορούσα, γι’ αυτό κι έκανα υπομονή ξαπλωμένος, μέχρι να δω τι θα γίνει και πως θα εξελιχθεί η κατάστασή μου.

Έγινε δύο το πρωί πια κι εφόσον συνεχιζόταν το μαρτύριο μου, σκεπτόμουν να καλέσω τον γέροντα και να αναθέσω την υποχρέωσή μου στον μοναχό αν μου το επέτρεπε. Πριν προλάβω να κάνω αυτό που σκέφτηκα όμως, άρχισαν σιγά, σιγά, να κόβουν αισθητά πια, τόσο ο πυρετός, όσο και το ρίγος κι επειδή σταμάτησαν να με ενοχλούν έντονα όπως πριν, θεώρησα ότι μάλλον θα μπορούσα να κάνω το ταξίδι μου, οπότε, έκανα υπομονή και περίμενα να έρθει η ώρα της αναχώρησής μου, έστω κι αν διαφωνούσε η γυναίκα μου με την απόφασή μου.

Μόλις έγινε τρείς λοιπόν, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου κι αφού ετοιμάστηκα ανάλογα, αμέσως κατέβηκα από το σπίτι στον δρόμο μας. Ανεβαίνοντας στο αυτοκίνητό μου στην συνέχεια, πήγα να πάρω τον μοναχό που με περίμενε κι όπως του το υποσχέθηκα, τον πήρα μαζί μου. Αναφέροντας και σ’ αυτόν την περιπέτεια που πέρασα με τον πυρετό και το ρίγος, στην ώρα μας φτάσαμε στην Ουρανούπολη κι όταν ήρθε το πλήρωμα του καραβιού, αμέσως κι αυτοί μας έβαλαν στην θέση μας με προορισμό το μοναστήρι.

Όταν φτάσαμε εκεί βέβαια και παρέλαβαν τα μεταφερόμενα οι πατέρες, με έστειλαν στο μαγειρείο για φαγητό, αφού κράτησαν την μερίδα μου όπως τους το ζήτησε από το καράβι ακόμη ο συνοδός μου και μαζί με αυτό, τους είπε ότι ήμουν αδιάθετος και κατά την δική του εκτίμηση, μάλλον γριπωμένος ήμουν, αφού και ρίγος είχα και πυρετό είχα ακόμη.

Όταν πήγε και στον γέροντα αυτός, για να δηλώσει την άφιξη του σύμφωνα με το καλογερικό τους τυπικό και σ’ αυτόν είπε ότι αδιαθέτησα κι ότι μάλλον γριπωμένος ήμουν. Ακούγοντας ο γέροντας ότι, με πυρετό έκανα το ταξίδι μου κι ότι στο μαγειρείο θα πήγαινα, είπε στον μοναχό να μου φέρει ένα γιαουρτάκι εκεί, γιατί και κατά την δική του άποψη, το γιαούρτι έκανε πολύ καλό στην γρίπη.

Στο μαγειρείο καταλήγοντας λοιπόν, μια μεγάλη ροδέλα από τόνο μου είχε κρατημένη ο γέρο Συμεών και μαζί με αυτήν, μια διακονιά γεμάτη με κρασί μου έφερε εκεί που με έβαλε να καθίσω, με την προσωπική του εντολή όμως, να φάω όλο το ψάρι και να πιώ όλο εκείνο το κρασί, περίπου τέσσερα ποτήρια σε ποσότητα.

Όσο κι αν του έλεγα, ότι δεν μπορούσα να το φάω όλο, γιατί ήταν πολύ, όπως πολύ ήταν και το κρασί που μου έφερε, αυτός τίποτε δεν άκουγε. Εδώ θα καθίσω έλεγε και δεν θα φύγω από κοντά σου, αν δε σε δω να κάνεις αυτό που σου είπα, γιατί και άρρωστος είσαι όπως μου είπαν και κουρασμένος είσαι. Τρώγε λοιπόν έλεγε και τίποτε μη λες.

Από αγάπη στο πρόσωπό μου έκανε κι αυτός εκείνη την πιεστική κίνηση και δεν έλεγε να αλλάξει την απόφασή του. Εκεί που έτρωγα όμως έστω και χωρίς διάθεση, έφτασε ο μοναχός που με συνόδευε την νύχτα κι όπως του είπε ο γέροντας, μου έφερε το γιαουρτάκι.

Δεν μπορώ να το φάω του είπα και με το ζόρι τρώω μάλιστα αυτό που μου έφερε ο γέρο Συμεών. Πώς λοιπόν, να φάω και το γιαούρτι; Ο γέροντας είπε να το φας έστω και με δυσκολία έλεγε αυτός και παίρνοντας το πιάτο από μπροστά μου, τόνιζε ότι ο τόνος είναι πολύ βαρύς στο στομάχι.

Μάλλον είναι καλύτερα να έρθεις μαζί μου πρόσθεσε, γιατί στο δωμάτιο που σου έχουν κρατήσει για να ξεκουραστείς έστω και για λίγο, σου πήγα μια ψημένη τσιπούρα να φας, από αυτές που εγώ ψαρεύω.

Στεναχωρήθηκε βέβαια ο γέρο Συμεών, ακούγοντας αυτά που έλεγε  ο μοναχός, αλλά αφού ο γέροντας επέβαλε την παρέμβασή του, έκανε υπακοή και με άφησε να φύγω. Βλέποντας όμως να κοιτώ τα σταφύλια μέσα σε μια μεγάλη λεκάνη αφημένα, έτρεξε και μου έφερε ένα τσαμπί.

Ούτε και σταφύλια είχα διάθεση να γευθώ είναι αλήθεια, γι’ αυτό και τα κοιτούσα μόνον, αλλά αφού μου τα έφερε ο γέρο Συμεών, ντράπηκα να του τα επιστρέψω. Μάσησα όμως μερικά μπροστά του για να μην τον στενοχωρήσω και τα υπόλοιπα τα πήρα μαζί μου, μήπως και μπορούσα να τα φάω αργότερα.

Για να πάω όμως στο δωμάτιο, έπρεπε να περάσω μπροστά από το ιατρείο και θέλοντας να ενημερώσω και τον γιατρό για την αδιαθεσία μου, μπήκα μέσα. Έλλειπε όμως αυτός, οπότε, ενημέρωσα τον μοναχό που ήταν εκεί κι έκανε χρέη γηροκόμου, αλλά και σπούδαζε ιατρική όπως σας είπα στα προηγούμενα.

Βλέποντάς με αυτός, με ευχαρίστησε βέβαια για τα βιβλία που του πήγα, αλλά και μου έλεγε ότι πάχυνα. Όχι του έλεγα εγώ κι επειδή επέμενε αυτός, με ανέβασε στην ζυγαριά. Εκεί λοιπόν ανεβαίνοντας, είδα ότι είχα πιάσει τα ογδόντα δύο κιλά, γι’ αυτό και με καμάρι έλεγε ότι βεβαίως και είχε δίκιο.

Αφού είδε κι αυτός, ότι μάλλον δεν είχα καλή διάθεση, με συνόδευσε μέχρι το δωμάτιό μου, όπου και μαζί είδαμε τον άλλον μοναχό να στρώνει το τραπέζι και να τακτοποιεί το πιάτο με την τσιπούρα. Σας ευχαριστώ βρε πατέρες τους έλεγα, για όσα κάνετε για μένα, αλλά δεν θα μπορέσω να την φάω, όσο κι αν την βλέπω να με προκαλεί.

Να κάνεις υπομονή και να την φας, έλεγαν και οι δυό μαζί, γιατί το ψάρι κάνει καλό στην γρίπη. Τι να έκανα λοιπόν; Στρώθηκα στο τραπέζι και ζόριζα τον εαυτό μου να φάει, το γιαουρτάκι πρώτα και μετά το ψάρι. Και για να είναι σίγουροι αυτοί, ότι θα κάνω υπακοή, κάθισε μαζί μου ο μοναχός που μου έφερε την τσιπούρα, ενώ ο άλλος πήγε να βρει τον γιατρό.

Επειδή αργούσε όμως να επιστρέψει αυτός, πήγε κι ο συνοδός μου να βρει τον γιατρό. Μέχρι να επιστρέψουν όμως όλοι τους στο δωμάτιό μου, έκανε την εμφάνιση του εκεί, ο ογδοντάχρονος πια μοναχός γέρο Σπυρίδων και για να μου δείξει κι αυτός την αγάπη του, ένα μεγάλο ροδάκινο μου έφερε να φάω και μάλιστα έπρεπε να το φάω όλο όπως έλεγε, γιατί και το ροδάκινο έκανε καλό στην γρίπη.

Μη μπορώντας λοιπόν να αρνηθώ και την δική του αγάπη και ροδάκινο έτρωγα μετά από λίγο. Με πολύ δυσκολία βέβαια το έκανα και θα το έτρωγα όλο αφού δεν έφευγε από κοντά μου ο γέρο Σπυρίδων, αν δεν ερχόταν εκείνη την στιγμή ο γιατρός με ένα πιάτο τυρί στα χέρια.

Μη φας όλο το ροδάκινο έλεγε κι αυτός, γιατί θα σου πέσει βαρύ. Όπως βλέπω όμως πρόσθεσε, αρκετό ψάρι έφαγες κι αφού άδειασες το κεσεδάκι με το γιαούρτι, καλά θα κάνεις να φας κι αυτό το τυρί που σου έφερα, γιατί και το τυρί κάνει καλό στην γρίπη.

Μια και ήταν ο γιατρός ανάμεσά μας λοιπόν και για όλα είχε λόγο, έφυγε ο γέρο Σπυρίδων και μας άφησε μόνους. Για την ακρίβεια πάντως, μαζί με την προσθήκη του τυριού, επτά πράγματα μου έδωσαν να γευθώ οι πατέρες, ως ένδειξη αγάπης για τον συνεργάτη τους.

Κατανοώντας τις προθέσεις τους λοιπόν, συνέργησα κι εγώ στην ταλαιπωρία του στομάχου μου, γι’ αυτό κι έλεγα στον γιατρό πια, ότι ένιωθα μεγάλη δυσφορία κι ότι ήθελα να τα βγάλω μάλλον όλα αυτά που υποχρεώθηκα να φάω, αλλά δεν μπορούσα να το κάνω, αν κι αυτό ήταν πάντοτε κάτι πολύ εύκολο για μένα.

Μη στενοχωριέσαι έλεγε ο γιατρός. Θα σου φέρω ένα θερμός τσάι χωρίς ζάχαρη να πιείς και με αυτό, σίγουρα θα τα καταφέρεις. Τέσσερα φλιτζάνια παίρνει αυτό πρόσθεσε. Θα πιείς το ένα πρώτα και μετά θα περιμένεις λίγο. Αν δεν έχεις αποτέλεσμα, τότε θα πιείς και το δεύτερο. Αν συνεχίζεις να δυσκολεύεσαι, τότε θα φτάσεις μέχρι και το τέταρτο. Από εκεί και μετά, θα δούμε τι θα κάνουμε είπε κι έφευγε για το ιατρείο του.

Επιστρέφοντας μετά από λίγο, μου έδωσε να πιω το πρώτο φλιτζάνι με το τσάι που έφτιαξε και με την σιγουριά του γιατρού, με διαβεβαίωνε ότι δεν έπρεπε να ανησυχώ και τόσο πολύ, γιατί κάνει καμιά φορά τέτοιες συμπεριφορές η γρίπη. Μέχρι να το πιείς όμως πρόσθεσε, θα πάω να δώσω ένα παυσίπονο σε κάποιον από τους πατέρες που με περιμένει στο ιατρείο κι αμέσως θα επιστρέψω.

Έπινα βέβαια εγώ το άνοστο τσάι μέχρι να επιστρέψει αυτός, αλλά κι όταν μπήκε στο δωμάτιο, του έλεγα ότι τίποτε δεν γινόταν κι ότι άρχισα να φοβάμαι πια ότι θα έσπαγε το στομάχι μου. Πιες ακόμη ένα φλιτζάνι έλεγε ο γιατρός και μαζί θα πάμε μετά να τα βγάλεις, γιατί κι εγώ άρχισα να ανησυχώ τώρα. Θέλω να δω κι εγώ δηλαδή τι θα βγάλεις από το στομάχι σου.

Μέχρι να γίνει αυτό όμως, πρόσθεσε, μπορείς να μου πεις τί σου παρουσιάστηκε, πότε και μετά από τι, όπως και τι έφαγες πριν έρθεις στο μοναστήρι μας; Αυτά μου έλεγε ενώ μου έβαζε το θερμόμετρο κι όπως έπρεπε του απαντούσα. Αυγά τηγανιτά με λουκάνικα έφαγα πάτερ το μεσημέρι στο σπίτι μου και στις δώδεκα το βράδυ, με έπιασε ένα δυνατό ρίγος και μαζί με αυτό, πολύ υψηλός πυρετός. Σαράντα για την ακρίβεια έδειξε το θερμόμετρο.

Δεν κατάλαβα και πολλά από αυτά που μου ανάφερες είπε ο γιατρός κι ενώ μου έδινε το δεύτερο φλιτζάνι τσάι να πιώ, πάλι ρώτησε. Μήπως ήταν τα αυγά χαλασμένα; Όχι, πάτερ, του έλεγα. Ξέρω από αυγά κι όπως τα είδα, υγιέστατα ήταν. Ούτε και τα λουκάνικα είχαν κάτι. Αν είχαν, εύκολα θα μπορούσα να το δω, αφού σε μπακάλικο μεγάλωσα και αρκετά ξέρω από τρόφιμα.

Έμεινε σκεπτικός βέβαια ο γιατρός, αλλά και μόλις είδε να πίνω με πολύ δυσκολία τις τελευταίες γουλιές από το τσάι, πάμε να τα βγάλουμε όλα είπε, μήπως και καταλάβουμε κάτι από αυτά τουλάχιστον. Όπως βλέπω και στο θερμόμετρο όμως, τώρα τουλάχιστον, δέκατα έχεις.

Πήγαμε λοιπόν στην τουαλέτα και με πολύ δυσκολία εκεί, κατάφερα τελικά να τα βγάλω, αλλά κι από την βρόμικη αβγουλίλα που ξεχύθηκε, η αναπνοή μας κόπηκε. Τρέχοντας βγήκαμε έξω κι αφού ξελάφρωσα κάπως, άκουσα τον γιατρό να μου λέει, ότι κάποιο από τα αυγά μάλλον ήταν χαλασμένο κι ότι αυτό ήταν που προκάλεσε τις συνέπιες.

Δεν συμφωνούσα βέβαια, αλλά ζαβλακωμένος όπως ήμουν, του ζήτησα να πάω στο δωμάτιο, γιατί ένιωθα κάπως περίεργα και ήθελα να ξαπλώσω. Πήγαμε είναι αλήθεια κι όπως έπρεπε, ξάπλωσα να ησυχάσω, ενώ αυτός πήγε για κάποιο λόγο στο ιατρείο του, με την υπόσχεση να επιστρέψει σύντομα.

Μέχρι να έρθει όμως, τρείς φορές απανωτά πήγα κι έκανα εμετό και πριν προλάβω να τον υποδεχτώ, για τέταρτη φορά έτρεχα προς τις τουαλέτες κι όχι μόνον για εμετό, αφού και το εσώρουχό μου λέρωσα πριν ακόμη προλάβω να το κατεβάσω.

Επέστρεψα τρέχοντας στο δωμάτιο να ενημερώσω τον γιατρό και για το δεύτερο σύμπτωμα που μου παρουσιάστηκε και βλέποντάς τον να με κοιτά με απορία, του έλεγα ότι δεν είχα άλλο εσώρουχο μαζί μου, όπως και τι θα έκανα, αν συνεχιζόταν η νέα κατάστασή μου.

Πάλι έφυγε αυτός στην προσπάθειά του να βρει λύση και μέχρι να έρθει πίσω, τα λέρωσα όλα. Σεντόνια, στρώματα και κουβέρτες, όπως και τα ρούχα που φορούσα, αφού δεν πρόλαβα καν να σηκωθώ από το κρεβάτι μου.

Σ’ αυτά τα χάλια δηλαδή με βρήκαν όταν μπήκαν μαζί στο δωμάτιο ο γιατρός κι ο γηροκόμος μοναχός και με πολύ υπομονή με φρόντισαν εκεί ενώ μου έλεγαν να μην στενοχωριέμαι για όσα μου συνέβαιναν.

Δεν προλάβαινα να κάνω εμετό στην συνέχεια κι από κάτω μου έφευγαν χωρίς να το ορίζω. Καλά που μου έβαλαν ένα νάιλον πάνω από το σεντόνι του διπλανού κρεβατιού κι εκεί με έβαλαν να ξαπλώσω μέχρι να αλλάξουν το στρώμα και τα λερωμένα σεντόνια στο πρώτο.

Από εκεί και μετά όμως, σταματημό δεν είχα. Και για να προλαβαίνουν τις σωματικές μου αντιδράσεις, έφεραν από το γηροκομείο όσα πάμπερς τους περίσσεψαν, από αυτά που τους πήγαινα για τις ανάγκες του υπεραιωνόβιου γέρο Ησύχιου και με αυτά μόνον μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν την κατάστασή μου.

Ο γηροκόμος μάλιστα, λεπτό δεν με άφηνε μόνο μου. Μόλις πετούσε ένα λερωμένο πάμπερ, άλλο μου έδινε να φορέσω. Αν και πήγα να ξαπλώσω για λίγο λοιπόν, αφού είχα σκοπό να φύγω το απόγευμα της Παρασκευής, τρεις μέρες υποχρεώθηκα να μείνω στο μοναστήρι λόγω του προβλήματος που μου παρουσιάστηκε.

Όλη την ημέρα και την νύχτα της Παρασκευής δηλαδή, του Σαββάτου και της Κυριακής. Κι όλο αυτό το διάστημα, συνεχώς άκουγα τους πατέρες να περπατούν στον διάδρομο και να εύχονται φωναχτά για μένα. Κύριε Ιησού Χριστέ. Ελέησε τον δούλο σου Μιχαήλ.

Αυτήν την ευχή δηλαδή έλεγαν όλοι τους κι όταν συναντιόταν με άλλους μοναχούς εκεί, το ίδιο τους άκουγα να λένε ψιθυριστά για μένα. Μάλλον θα πεθάνει, αφού χάλια είναι ο άνθρωπος. Τους άκουγα λοιπόν όταν μιλούσαν, αλλά κι απορούσα με την λογική του να πεθάνω, αφού τίποτε άλλο δεν αισθανόμουν, εκτός από τις διάρροιες και τους εμετούς που με κούραζαν.

Εκεί λοιπόν ήταν που θυμήθηκα κι εκείνο τα ανέκδοτο, που έβαζε τον Έλληνα να απαντά σ’ αυτούς που ρωτούσαν να τους πει, τι τρέχει περισσότερο από το πνεύμα και το φώς. Όταν σε πιάσει το τσιρλί τους έλεγε αυτός, ούτε να σκεφτείς προλαβαίνεις, αλλά ούτε και το φως να ανάψεις. Σου φεύγει από μόνο του. Αυτό πάθαινα κι εγώ λοιπόν κι εξαιτίας του πολύ γελούσα.

Γελούσα βέβαια, αλλά έγινε μεσημέρι της Κυριακής πια και το δύσκολο  πρόβλημα, δεν έλεγε να σταματήσει. Και δέστε τι έγινε από εκεί και μετά, γιατί δυό γαστρεντερολόγοι γιατροί σκέφτηκαν, ή οδηγήθηκαν αν θέλετε  να επισκεφτούν εκείνη την ώρα το μοναστήρι μας.

Για την ακρίβεια, από κάποιο άλλο μοναστήρι επέστρεφαν στα σπίτια τους με το καράβι της γραμμής κι όταν αυτό έπιασε στην δική μας σκάλα, τότε είπαν, ας κατέβουμε και στην μονή Γρηγορίου και αύριο το πρωί με το καλό επιστρέφουμε. Κι αφού στο λεπτό αποφάσισαν να το κάνουν, όντως κατέβηκαν από το καράβι.

Ως γιατροί βέβαια, στο ιατρείο πήγαν κι αφού ήξεραν τον δικό μας γιατρό, αυτόν πήγαν να ενημερώσουν για την άφιξή τους, αν και η ώρα ήταν δύο και κάτι το μεσημέρι της Κυριακής. Αφού τους υποδέχτηκε κι αυτός, τους πέρασε στο γηροκομείο πρώτα, μήπως και μπορούσαν να τον συμβουλέψουν σε κάτι, που αυτοί ως ιδικοί ήξεραν για τα προβλήματα υγείας των κατάκοιτων μοναχών που γηροκομούσε.

Αφού είπαν αρκετά εκεί για τους κατάκοιτους μοναχούς, τότε θυμήθηκε κι εμένα ο δικός μας γιατρός και με κάποια διστακτικότητα τους είπε, αν μπορούσαν να δουν κι έναν λαϊκό στο δωμάτιό του, αφού όπως τους εξηγούσε, από την Παρασκευή τον έριξαν στο κρεβάτι οι έμετοι και οι διάρροιες χωρίς σταματημό.

Δέχτηκαν οι γιατροί το αίτημά του και κατά τις τέσσερεις, τους έφερε στο δωμάτιό μου, όπου και στάθηκαν στην μέση κι από μακριά ρωτούσαν αυτοί να τους πω τι έφαγα στο σπίτι μου και τι έφαγα όταν βρέθηκα στο μοναστήρι.

Αφού τους ανάφερα λεπτομερώς, τόσο για τα πριν, όσο και για τα μετά, έλεγαν σ’ εμένα μόνον, γιατί ο γιατρός πήγε να μου φέρει νερό όταν είδε το ποτήρι μου άδειο. Όλα αυτά που μας ανάφερες, ήταν πάρα πολλά. Τα έφαγες όλα; Όχι, τους είπα. Δεν μπόρεσα να τα φάω. Απλώς, έφαγα λίγο από το καθένα.

Άκουσαν οι γιατροί την αναφορά που τους έκανα, αλλά κι άρχισαν να λένε κάτι μεταξύ τους πολύ σιγά. Μετά από λίγο, με πλησίασε ο ένας από τους δυό κι αφού ακούμπησε απλώς την κοιλιά μου με τα δάκτυλά του, πάλι επέστρεψε στην θέση του και πάλι μιλούσαν μεταξύ τους πολύ σιγά ενώ κοιτούσαν προς το μέρος μου χωρίς να λένε τίποτε σ’ εμένα.

Όταν όμως εμφανίστηκε στην πόρτα του δωματίου ο δικός μας γιατρός κρατώντας τον δίσκο με το ποτήρι του νερού στα χέρια του, σ’ αυτόν πια έλεγαν κάτι πολύ καθαρά. Πώς έκανες μια τέτοια ξερή βρε γιατρέ; Ο άνθρωπος έχει σαλμονέλα κι εσύ του έδωσες να φάει τυρί;

Στο άκουσμα της σαλμονέλας, εγώ τίποτε δεν κατάλαβα, ο γιατρός μας όμως τα έπαιξε. Του έφυγε ο δίσκος από τα χέρια και πέφτοντας κάτω, έσπασε το ποτήρι και το νερό χύθηκε στο πάτωμα. Σαστισμένος μετά από αυτό που άκουσε, πήγε να μαζέψει τα πεσμένα, αλλά οι γιατροί τον σταμάτησαν, ενώ του έλεγαν με πολύ ήρεμη φωνή.

Άφησε τα νερά κάτω και πες μας αν έχεις έστω κι ένα χαπάκι από αυτό, ή από αυτό το φάρμακο, γιατί είναι προχωρημένη η σαλμονέλα και δεν προλαβαίνουμε ούτε τηλέφωνο να πάρουμε για να μας στείλουν ελικόπτερο. Τον χάνουμε τον άνθρωπο. Αν έχεις έστω κι ένα χαπάκι από αυτά που σου είπαμε, θα τον προλάβουμε. Αν όχι?

Αποσβολωμένος ο μοναχός από την εξέλιξη που πείρε το θέμα, έλεγε με αλλοιωμένη την φωνή του, ότι είχε ένα, ή δύο χάπια από το ένα φάρμακο τουλάχιστον. Πήγαινε φέρτα του είπαν αυτοί και μην αργήσεις καθόλου, γιατί προλαβαίνεις, δεν προλαβαίνεις.

Έτρεξε ο μοναχός να φέρει τα χάπια γρήγορα όπως του είπαν και μέχρι να επιστρέψει, έλεγαν και σ’ εμένα πια με μπόλικη απορία. Τί τους έκανες ρε συ και σε καταδικάσανε επτάκις εις θάνατον;

Ότι σου έδωσαν να φας δηλαδή, ήταν για να πεθάνεις. Το πώς ζεις ακόμη, ο Θεός ξέρει. Αν βρει όμως ο γιατρός έστω κι ένα χάπι από τα δύο, θα την γλυτώσεις. Αν δεν βρει όμως, τότε να δώσεις χαιρετίσματα εκεί που θα πας. Αλλά τι τους έκανες και θέλησαν να σε σκοτώσουν;

Τί να τους έλεγα λοιπόν; Τι να σας πω κι εγώ βρε παιδιά. Όλη την ημέρα γι’ αυτούς τρέχω και για το πως θα τους εξυπηρετήσω καλύτερα.

Αυτά μόνον πρόλαβα να τους πω, γιατί λαχανιασμένος μπήκε στο δωμάτιο ο δικός μας γιατρός και κρατώντας ένα κουτάκι από φάρμακα, με αγωνία έλεγε στους γαστρεντερολόγους, ότι μόνον δύο χάπια είχε μέσα. Κι ένα να πάρει τώρα του έλεγαν αυτοί ικανοποιημένοι, θα γλυτώσει.

Κι ενώ μου έδινε ο μοναχός να καταπιώ το πρώτο χαπάκι, έλεγαν και σ’ εμένα οι γιατροί, ότι το πρωί της Δευτέρας έπρεπε να πάρω το δεύτερο κι όταν με το καλό θα έφτανα στο σπίτι μου, με το κουτάκι στα χέρια να ζητούσα από το φαρμακείο της γειτονίας μου ένα ίδιο.

Αν πάρεις καμιά δεκαριά από αυτά πρόσθεσαν, θα λήξει το πρόβλημά σου. Αλλά, άλλη φορά να ξέρεις. Και καλό να σου φαίνεται το αυγό, δεν είναι σίγουρο ότι δεν είναι φορέας της σαλμονέλας. Γι’ αυτό λοιπόν. Αν θελήσεις να φας αυγά ξανά, να τα βράζεις πολύ. Να είναι σκληρά δηλαδή. Ποτέ όμως να μην τα τρως μελάτα, γιατί εκεί σίγουρα πας γυρεύοντας και δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς την σαλμονέλα, γιατί έχει αρκετές ομοιότητες με την γρίπη.

Δεν είναι σοβαρή ασθένεια αν την προλάβει κανίς, αλλά επειδή δεν της δίνουν σημασία οι άνθρωποι, εύκολα βρίσκονται στην θέση σου. Αυτός είναι κι ο λόγος γιατρέ, που ο ασθενής πεθαίνει από αφυδάτωση, πριν φτάσει στο νοσοκομείο. Αν φτάσει εκεί, με ένα χαπάκι όπως κάναμε τώρα, φεύγει ζωντανός. Αν όχι, τότε στέλνουμε χαιρετίσματα με αυτούς στους προπορευόμενους.

Αυτά μας είπαν οι γιατροί κι αφού τους ευχαρίστησα για την συμμετοχή τους στο πρόβλημά μου, έφυγαν από κοντά μου και όλοι μαζί πήγαν να κλείσουν κατάλυμα για την νύχτα που θα ακολουθούσε, ενώ εγώ έμεινα μόνος και πάλι να σκέφτομαι, πόσο, μα πόσο πολύ είχε τον νου Της σ’ εμένα η Παναγία μας, γιατί φρόντισε να μου στείλει δυό γιατρούς, λίγο πριν την οριστική μου αναχώρηση από την ζωή και χαμπάρι δεν θα έπαιρνα, για το τι ακριβώς μου συνέβη.

Ωστόσο όμως, μαχαίρι κόπηκαν οι διάρροιες και οι έμετοι μετά από το χαπάκι που πήρα και ήσυχος επιτέλους κοιμήθηκα μετά από τρεις μέρες και τρεις νύχτες συνεχόμενα. Την Δευτέρα πάντως, σηκώθηκα ευδιάθετος αν και διαλυμένος κι όπως το φρόντισε ο γέροντας, στο δωμάτιο μου έφεραν οι πατέρες ψαρόσουπες όπως κι ένα σωρό υγρά να καταναλώνω, για να αναπληρώσω αυτά που έχασα.

Κατά τις τρείς το μεσημέρι πια, έφευγα ευχαριστώντας το γέροντα και τους μοναχούς για το ενδιαφέρον που έδειξαν στο πρόσωπό μου, όπως πήγα και στο γηροκομείο να ευχαριστήσω, τόσο τον γιατρό, όσο και τον γηροκόμο μοναχό για όσο με φρόντισαν.

Περνώντας όμως μπροστά από την ζυγαριά, πάλι ανέβηκα στην πλάκα της να ζυγιστώ και με το στόμα ανοιχτό έμεινα εκεί να κοιτάω τα κιλά μου, γιατί εβδομήντα μου έμειναν από τα ογδόντα δύο που είχα όταν έφτασα εκεί το πρωί της Παρασκευής. Δώδεκα κιλά δηλαδή έχασα μέσα σε τρείς μέρες.

Έφυγα ωστόσο από το μοναστήρι κι όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, έλεγα στην γυναίκα μου να βράζει καλά πλέον τα αυγά που τύχει να φάμε άλλη φορά, γιατί η σαλμονέλα δεν χαρίζει. Μπορεί η κότα να είχε το μικρόβιο. Μπορεί το διπλανό αυγό της ίδιας καρτέλας, όπως έλεγαν και οι γιατροί. Όποιος κι αν είναι ο φορέας όμως, ποτέ ξανά μελάτα αυγά της έλεγα, γιατί δεν ξέρουμε από πια κότα βγήκαν και με πια άλλα αυγά ήρθαν σε επαφή.

Μου αρέσουν τα αυγά και ποτέ δεν τρώω λιγότερα από τρία ή τέσσερα, αλλά από τότε και μετά τα βράζουμε πολύ, για να αποφύγουμε παρόμοια και θανατηφόρα προβλήματα. Αν έμενα στο σπίτι μου πάντως, δεν θα πήγαινα στον γιατρό. Ούτε και στο νοσοκομείο θα πήγαινα, αφού δεν ένιωθα του πεθαμού.

Θα έκανα υπομονή δηλαδή και θα περίμενα να μου περάσει η γρίπη από μόνη της,  γιατί κι εγώ για γρίπη πέρασα την σαλμονέλα από άγνοια και περιμένοντας στο κρεβάτι μου ξαπλωμένος, εκεί θα με εύρισκαν πεθαμένο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *