
Μπήκαμε στο 2006 εν τω μεταξύ κι όλα ακολουθούσαν τον ρυθμό που τα δώσαμε να μας υπηρετούν και μαζί με αυτά, έτρεχα κι εγώ πίσω από το δικό μου πρόγραμμα υποχρεώσεων. Αυτό ιδικά, ποτέ δεν άλλαζε σχεδόν, αφού κάθε Πέμπτης τα ξημερώματα, στον δρόμο προς την Ουρανούπολη βρισκόμουν.
Στα τέλη του Γενάρη όμως, είχαμε βρει πολύ φθηνούς μπακαλιάρους στην ιχθυόσκαλα της Θεσσαλονίκης, γι’ αυτό και πήραμε εκατόν πενήντα κασέλες από αυτούς για τις ανάγκες της μονής μας. Κι επειδή δεν είχαμε ικανό αποθηκευτικό χώρο κατάψυξης στο μοναστήρι, τους πήγα προς φύλαξη στις εγκαταστάσεις κάποιου επαγγελματικού χώρου της Θεσσαλονίκης.
Αυτός όμως βρισκόταν έξω από τα όρια της πόλης μας κι όταν έπρεπε να πάρω μερικές τουλάχιστον από αυτές τις κασέλες, πήγαινα κατά τις έντεκα με το φορτηγάκι μου στις εγκαταστάσεις τους κι όποια ώρα τελείωνα μετά από την παραλαβή τους, τότε ξεκινούσα το δρομολόγιό μου.
Στις αρχές του Φεβρουάριου μήνα για την ακρίβεια, σαράντα τέτοιες κασέλες με μπακαλιάρους πήγα να πάρω από τον ίδιο χώρο, μια και μπορούσαν να χωρέσουν στον δικό μας καταψύκτη κι όπως έπρεπε, κατά τις έντεκα το βράδυ έφτασα εκεί.
Φεύγοντας από το σπίτι μου, βεβαίως κι ενημέρωσα από τηλεφώνου τον φύλακά τους για τον σκοπό της επίσκεψής μου, όπως και του είπα ότι σε τρία τέταρτα θα ήμουν εκεί κι ότι έπρεπε να μου έχει έτοιμες τις κασέλες και μάλιστα πάνω στην ράμπα τους τοποθετημένες, ώστε να τις αμπαλάριζα καθώς έπρεπε πρώτα πριν τις βάλω στο αυτοκίνητό μου.
Κι αφού η είσοδό τους ήταν ανοιχτή όταν έφτασα, υπέθεσα ότι στον καταψύκτη ήταν ο φύλακας, γι’ αυτό και πήγα κατευθείαν προς την ράμπα τους, αδιαφορώντας για τα σκυλιά που με ακολουθούσαν κι αγριεμένα γαύγιζαν κυνηγώντας το αυτοκίνητό μου.
Όταν πήγα δε να ανοίξω την πόρτα μου ώστε να κατέβω κάτω, όλα μαζί όρμισαν κατά πάνω μου. Κλείστηκα πάλι μέσα βέβαια κι όπως έπρεπε, τον φύλακα καλούσα από το τηλέφωνο να με προστατέψει, αλλά δεν απαντούσε. Όπως έβλεπα όμως, ούτε στην ράμπα τους ήταν, αλλά ούτε και μέσα στους καταψύκτες ήταν, αφού τα φώτα τους ήταν κλειστά.
Τόση φασαρία που έκαναν τα σκυλιά και πεθαμένος να ήταν έλεγα στον εαυτό μου, θα έπρεπε να σηκωθεί. Αυτός όμως, πουθενά δεν φαινόταν. Και την κόρνα του αυτοκινήτου που πατούσα συνεχώς δηλαδή, κανένα αποτέλεσμα δεν έφερα.
Την συμπεριφορά του μελετώντας λοιπόν, με απορία έλεγα. Είναι δυνατόν να κοιμάται τόσο βαριά; Αυτό υπολογίζοντας στην συνέχεια, θυμήθηκα ότι μπαίνοντας στον χώρο τους, είδα αναμμένα τα φώτα στο κοντέινερ που χρησιμοποιούσε για παραμονή και φύλαξη, οπότε, εκεί πήγα να τον βρω και με το φορτηγάκι μου στάθηκα έξω από την πόρτα του.
Κι από εκεί τον καλούσα στο τηλέφωνο μήπως και ξυπνούσε, αλλά φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Αν και τα σκυλιά γαύγιζαν συνεχώς κι από την λύσσα τους, τα λάστιχα του αυτοκινήτου μου δάγκωναν, δεν έλεγε να ξυπνήσει ο φύλακας.
Μετά από τόση φασαρία που έκαναν τα σκυλιά τους δηλαδή, η κόρνα του αυτοκινήτου μου, όπως και το κουδούνισμα του τηλεφώνου του, άρχισα να ανησυχώ πια, μη τυχόν και πέθανε ο άνθρωπος κι επειδή έπρεπε να τελειώσω γρήγορα εκεί, έψαχνα να βρω άλλον τρόπο ώστε να τον ξυπνήσω στην περίπτωση που ήταν ζωντανός και κοιμόταν πολύ βαριά.
Αυτό προσπαθώντας στην συνέχεια, έβαλα το φορτηγάκι μου πολύ κοντά στην πόρτα του και τόσο κοντά μάλιστα, που να μην μπορούν τα σκυλιά να μπουν ανάμεσα σ’ εμένα κι αυτήν κι αφού άνοιξα το παράθυρό μου, έβγαλα το χέρι μου έξω και με δύναμη χτυπούσα και την πόρτα του ελπίζοντας να τον ξυπνήσω με αυτόν τον τρόπο.
Μετά από ένα τέταρτο παρόμοιων προσπαθειών λοιπόν, άκουσε τελικά ο φύλακας την φασαρία και ανοίγοντας την πόρτα του, με φόρα έπεσε πάνω στο φορτηγάκι μου. Ξαφνιασμένος από την παρουσία του αυτοκινήτου μπροστά στην πόρτα του, με γουρλωμένα μάτια μου έλεγε ότι τον πείρε για λίγο ο ύπνος.
Αγανακτισμένος κι εγώ μαζί του, με το δίκαιό μου του έλεγα. Ποιος ύπνος ρε συ; Πεθαμένος ήσουν μάλλον και ξύπνησες. Πάμε τώρα να τελειώνουμε του πρόσθεσα, γιατί έχασα πολύ χρόνο εξαιτίας σου. Μάζεψε όμως τα σκυλιά σου του έλεγα, γιατί θα με φάνε αν κατέβω κάτω μετά από τόση φασαρία που προκάλεσα.
Δεν θα σε πειράξουν έλεγε αυτός κι ενώ μου ζητούσε να ελευθερώσω την πόρτα του ώστε να βγει έξω, μου έδειχνε την ράμπα τους στην συνέχεια. Όταν φτάσαμε εκεί όμως, έβαλε καλού κακού δυό από τα δικά τους αυτοκίνητα πλάι από το δικό μου, στην προσπάθειά του να με προστατεύουν από τα σκυλιά.
Ένα από αυτά όμως, τα λυσσακά του έτρωγε, λες κι ο εξαποδό τον έβαζε να με ενοχλεί, γιατί και κάτω από το αυτοκίνητό μου σερνόταν στην προσπάθειά του να με πλησιάσει έχοντας κακές διαθέσεις. Καιγόταν από την εξάτμιση βέβαια όταν την ακουμπούσε με την πλάτη του κι έτσι απομακρυνόταν για λίγο και πάλι το προσπαθούσε.
Έστω και κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις λοιπόν, έκανα όσο γρήγορα μπορούσα την δουλειά μου κι όταν τελείωσα κατά τις τρείς το πρωί, αμέσως έφυγα από εκεί για την Ουρανούπολη, αφού δεν μου έμεινε καθόλου χρόνος να κοιμηθώ έστω και για λίγο, αν και δεν μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο από εκεί και μετά, γιατί βρισκόμουν κάτω από μεγάλη ένταση.
Όταν έφτασα στον Σταυρό όμως, τότε μου ήρθε η νύστα και ήταν τέτοια αυτή, που έβλεπα όνειρα πια αν και τα μάτια μου ήταν ανοικτά. Φοβόμουν μη βγω από τον δρόμο και προκαλέσω ατύχημα, αλλά και χρόνο δεν είχα ώστε να κοιμηθώ έστω και για λίγο. Κι αν έκανα κάτι τέτοιο, το μεσημέρι θα ξυπνούσα από την κούραση που είχα.
Για να μην πάθω αυτό που φοβόμουν λοιπόν και για να προλάβω το καράβι, έκανα υπομονή προχωρώντας και μόνον την Παναγία μας έβαζα να προσέχει αυτή αντί για μένα. Στην διασταύρωση με τον Σταυρό όμως, με σταμάτησε ένα συνεργείο της τροχαίας, για τον γνωστό έλεγχο αλκοτέστ που προγραμμάτισαν.
Κι αφού με κάλεσαν να περάσω κι εγώ από την συγκεκριμένη διαδικασία, κατέβηκα από το φορτηγάκι μου και δίνοντάς τους τα χαρτιά μου, έμεινα πίσω από άλλους δύο οδηγούς να περιμένω την σειρά μου. Πρώτη μου φορά συμμετείχα σε διαδικασία αλκοτέστ, γι’ αυτό και παρατηρούσα τι έκαναν οι άλλοι οδηγοί, ώστε το ίδιο να έκανα κι εγώ.
Ωστόσο, καλά που με σταμάτησαν έλεγα στον εαυτό μου, γιατί βρήκα έστω και λίγο χρόνο να σβήσω την υπνηλία που με καταπλάκωσε κι άρχισα να την φοβάμαι. Κι ενώ έλεγα τέτοια εγώ στον εαυτό μου, μου έδινε ένα πράγμα σαν σφυρίχτρα ο αξιωματικός όταν ήρθε η σειρά μου κι επιτακτικά μου έλεγε να την φυσήξω.
Εκείνος ήξερε τι έλεγε, αλλά εγώ, μόνον να φανταστώ μπορούσα τι έπρεπε να κάνω και θέλοντας να διασκεδάσω για λίγο την υπνηλία μου, έλεγα στον αξιωματικό, ότι έπρεπε να μου δώσει μια άλλη, γιατί αυτήν που μου έδωσε, την έπιασε με τα χέρια του. Απορώντας αυτός με την αντίδρασή μου, με αυστηρό ύφος μου έλεγε. Τι λες ρε; Αφού τώρα είδες να την βγάζω από την συσκευασία της;
Δεν ξέρω, του απαντούσα. Αφού είδα να την πιάνεις με τα χέρια σου, δεν μπορώ να την χρησιμοποιήσω. Θυμωμένος αυτός, έπιασε μια άλλη από το κουτί κι αφού μου την έδωσε στα χέρια, μου έλεγε να την βγάλω εγώ από την συσκευασία της.
Αυτό κάνοντας λοιπόν, έλεγε πάλι αυτός. Φύσα τώρα την καθαρή και να δεις τι σε περιμένει για όσα θα μας δείξει. Έπιασα κι εγώ την σφυρίχτρα και κρατώντας την καμιά δεκαριά πόντους μακριά από το στόμα μου, την φυσούσα. Έξαλλος πια αυτός μαζί μου φώναζε. Πάς καλά ρε; Στο στόμα να την βάλεις.
Την έβαλα λοιπόν στο στόμα κι έκανα πως την φυσούσα, αλλά καθόλου αέρα δεν έστελνα στην συσκευή. Απορώντας αυτός με το είδος της εκπνοής που έστελνα, από πάνω μέχρι κάτω με κοιτούσε, ενώ πάλι έλεγε να φυσήξω δυνατά περιμένοντας να δει το φύσημά μου.
Για να μην το παρακάνω όμως, φύσηξα επιτέλους τόσο κι όσο αυτός ήθελε κι αφού είδε ότι ήμουν καθαρός, έλεγε καλμαρισμένος. Αφού δεν είσαι μεθυσμένος ρε συ, γιατί μας έκανες αυτά τα κόλπα;
Τί να του έλεγα λοιπόν; Από την αρχή σας είπα ότι νυσταγμένος είμαι κι όχι μεθυσμένος. Εσείς όμως επιμένατε να φυσήξω και τότε θα βλέπατε τι είμαι και δεν είμαι. Αφού είδατε τώρα ότι δεν είμαι μεθυσμένος, μπορώ να φύγω αφού μου έφυγε πια η υπνηλία;
Στο καλό να πας είπε αυτός και παίρνοντας τα χαρτιά μου έφυγα πολύ γρήγορα για τον προορισμό μου.
Μιχάλης Αλταλίκης