Πέρασε ο καιρός όμως και καθώς βαδίζαμε στον Φεβρουάριο μήνα του 2001 και πάλι βρισκόμουν κατά τις δώδεκα το βράδυ στο μετόχι της μονής μας, προκειμένου να πάρω από τους καταψύκτες μας, τα σχετικά μαλάκια για τις ανάγκες του μάγειρά μας.
Κι αφού θα μπαίναμε σε περίοδο νηστείας, δεν ήταν και λίγα αυτά που θα του πήγαινα σε πρώτη δόση, δεδομένου ότι μαζί με τα μαλάκια, είχα να βάλω κι άλλα αναγκαία των πατέρων στο φορτηγάκι μου, αλλά και ήδη φορτωμένο το είχα με πολλά από αυτά.
Στρίμωξα και τα μαλάκια τελικά ανάμεσα στα υπόλοιπα κι όταν πια είδα ότι δεν χωρούσε ούτε αέρας στο εσωτερικό του, σταμάτησα να παστώνω προμήθειες κι όπως έπρεπε, άφησα τα υπόλοιπα στην αναμονή για το επόμενο δρομολόγιο.
Έτοιμος καθώς ήμουν λοιπόν, την αναχώρησή μου ξεκίνησα να κάνω προς την Ουρανούπολη κατευθυνόμενος, αλλά βλέποντας τα λάστιχα του αυτοκινήτου αρκετά καθισμένα από το βάρος που τα υποχρέωνα να σηκώνουν, σκεπτόμουν ότι έπρεπε να κάνω κάπως αργή την διαδρομή μου.
Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στο ρολόι μου όμως απογοητεύτηκα, γιατί όπως έβλεπα, ήταν περασμένες δύο το πρωί. Κατανοούσα βέβαια την πίεση που δεχόταν τα λάστιχα, αλλά και χρόνο δεν είχα στην διάθεσή μου ώστε να τα βάλω χαλαρά στον δρόμο, αφού πάλι γρήγορα έπρεπε να φτάσω στον προορισμό μου και με τον συνηθισμένο τρόπο μάλιστα.
Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, μόλις έκλεισα την πόρτα μου, αμέσως ξεκίνησα και γρήγορα βρέθηκα στον περιφερειακό. Φτάνοντας εκεί όμως, διαπίστωσα ότι ξέχασα το κινητό μου και ξέχασα να το πάρω από το σπίτι μου μάλιστα. Δεν είχα σκοπό να μιλώ με κάποιον εκείνη την ώρα, αλλά σε έρημο δρόμο θα πήγαινα κι αν κάτι δεν πήγαινε καλά, κανέναν δεν θα μπορούσα να ενημερώσω.
Αυτήν την εκδοχή βάζοντας στο μυαλό μου, σαν βολίδα έφτασα στην Καλαμαριά κι όταν έφτασα εκεί, από το θυροτηλέφωνο ξύπνησα την γυναίκα μου να μου ανοίξει κι όταν πήρα το κινητό στα χέρια μου, με τον ίδιο τρόπο επέστρεφα προς την οδό Λαγκαδά, μπαίνοντας στον ίδιο περιφερειακό και καθόλου δεν σκεπτόμουν τα λάστιχα μου.
Ήταν καινούρια βέβαια, όπως και ιδικά να δέχονται βάρος, αλλά και σιγά έπρεπε να τα κυκλοφορώ στους δρόμους, αφού δεν ήταν λάστιχα ταχύτητας. Με την καθυστέρηση που μου προέκυψε όμως, ήθελε, δεν ήθελα, έπρεπε να κάνω γρήγορα, οπότε, τίποτε άλλο δεν με απασχολούσε, εκτός από το πώς θα έφτανα εγκαίρως στο καράβι.
Όταν λοιπόν ανέβαινα τον περιφερειακό από την Καλαμαριά προς τα κάστρα, βογκούσε η μηχανή του αδύναμου αυτοκινήτου μου να βγάλει με αξιοπρέπεια την συγκεκριμένη ανηφόρα και για να μην με κόψει κανείς, την αριστερή λωρίδα ακολουθούσα, αφού και κανείς άλλος δεν με ακολουθούσε εκείνη την ώρα.
Αντιθέτως, με προβλημάτιζαν δυό ίδιας μάρκας, τύπου και χρώματος γιωταχή αυτοκίνητα, τα οποία ανέβαιναν κι αυτά τον περιφερειακό στην ίδια ανηφόρα. Δεν με εμπόδιζαν βέβαια, γιατί ακλουθώντας το ένα πίσω από το άλλο προχωρούσαν, χρησιμοποιούσαν την μεσαία λωρίδα.
Με προβλημάτισαν όμως όπως σας είπα, γιατί βάδιζαν πολύ αργά μεν αλλά επικίνδυνα και παράλογα πολύ κοντά στο πρώτο αυτό που ακολουθούσε πίσω του ως δεύτερο. Μπορεί να είναι φίλοι έλεγα στον εαυτό μου κι επιστρέφοντας από κάποια κοινή τους έξοδο, δεν ήθελαν για κάποιον λόγο να απομακρυνθούν μεταξύ τους.
Ναι, αλλά ήταν πολύ επικίνδυνο, γιατί έτσι και πατούσε φρένο για κάποια αιτία ο πρώτος, ο δεύτερος δεν θα προλάβαινε να κάνει τίποτε. Θέλοντας και μη δηλαδή, θα έπεφτε με φόρα πάνω στον πρώτο και οι συνέπειες θα ήταν πολλές, έστω κι αν η πορεία τους δεν ξεπερνούσε τα είκοσι ή τα τριάντα χιλιόμετρα την ώρα, όπως υπολόγιζα.
Έχοντας όμως εγώ, δυό τόνους σχεδόν φορτίο πάνω στο δικό μου φορτηγάκι, πολύ άνετα τους προσπέρασα κι όταν βρέθηκα δίπλα τους, παρατήρησα ότι νεαροί ήταν οι οδηγοί. Ο πρώτος ήταν μόνος του, ενώ ο δεύτερος είχε δίπλα του μια νεαρή κοπέλα.
Αυτούς ιδικά τους πάτησα την κόρνα μου όταν βρέθηκα δίπλα τους, θέλοντας να τους πω ότι ήταν επικίνδυνο αυτό που έκαναν, αλλά καμιά σημασία δεν μου έδωσαν. Και στον πρώτο που έκανα νοήματα προκειμένου να απομακρυνθεί από αυτόν που τον ακολουθούσε σε απόσταση αναπνοής, την ίδια αδιαφορία είδα.
Μάλλον ξέρουν τι κάνουν είπα μέσα μου και συνέχισα την πορεία μου, αν και λόγω της διαφοράς που μου προέκυπτε από την δική μου γρήγορη κίνηση κι από την δική τους βαριεστημένη, χάθηκαν από το οπτικό πεδίο των καθρεπτών μου κι έτσι, δεν τους έβλεπα να με ακολουθούν.
Έφτασα στην διασταύρωση της Νεάπολης εν τω μεταξύ και μόλις πήρα την αριστερή στροφή του περιφερειακού και κατέβαινα με εκατόν είκοσι την κατηφόρα, στην μεσαία λωρίδα ευρισκόμενος, είδα ξαφνικά τα δυό γιωταχή να με προσπερνούν με μεγαλύτερη ταχύτητα από την δική μου.
Δεν με προσπερνούσαν απλώς δηλαδή, γιατί έτρεχαν με μια διαφορά στην ταχύτητα τους, τουλάχιστον είκοσι χιλιομέτρων επιπλέον από την δική μου. Κι ενώ έτρεχαν τόσο πολύ, δεν διατηρούσαν καμιά απόσταση ασφαλείας μεταξύ τους. Ούτε δυό μέτρα δηλαδή δεν χώριζε το ένα αυτοκίνητο από το άλλο, λες και ήταν δεμένα μεταξύ τους.
Αν ήταν επικίνδυνο, το ότι ανέβαιναν πριν από λίγο την ανηφόρα του περιφερειακού κολλητά, πηγαίνοντας με τριάντα χιλιόμετρα την ώρα, δεν ήταν επικίνδυνο άραγε, το να τρέχουν στην κατηφόρα με εκατόν σαράντα διατηρώντας την ίδια παράλογη απόσταση μεταξύ τους;
Βεβαίως κι απορούσα με την προηγούμενη συμπεριφορά τους. Την στιγμή που με προσπέρασαν όμως, δεν ανησύχησα μόνον, αφού και φοβήθηκα, ότι δεν θα τους έβγαινε σε καλό αυτό που έκαναν. Και πριν καλά, καλά βάλω αυτό στο μυαλό μου, έψαχνα εγώ πλέον πώς να γλιτώσω από αυτό που μου προκαλούσαν.
Μόλις με προσπέρασαν δηλαδή και βρέθηκαν καμιά εικοσαριά μέτρα μπροστά μου, πάτησε τα φρένα του ο πρώτος και τα πάτησε τόσο, που ακινητοποίησε εντελώς το αυτοκίνητό του. Μη προλαβαίνοντας λοιπόν ο δεύτερος να κάνει κάτι επ’ αυτού, καρφώθηκε πίσω από τον πρώτο με την ταχύτητα που σας ανάφερα.
Στο επόμενο δευτερόλεπτο, πετάχτηκε δεξιά το πρώτο και καρφώθηκε με πολύ δύναμη πάνω στο δεξιό κιγκλίδωμα του περιφερειακού, ενώ το δεύτερο έπεφτε με την ίδια ταχύτητα και με την ίδια δύναμη πάνω στο αριστερό κιγκλίδωμα, σ’ αυτό του διαζώματος δηλαδή.
Από την σφοδρότητα του τρακαρίσματος δε, άνοιξε το πορτμπαγκάζ του πρώτου και όσα υπήρχαν μέσα, πετάχτηκαν πάνω στο οδόστρωμα. Κι όπως έβλεπα στα γρήγορα, μεγάλα ντοσιέ με έγγραφα ήταν, τα οποία σκόρπισαν για την ακρίβεια παντού, εμποδίζοντας και την δική μου πορεία.
Κι αφού ούτε και σ’ μένα επέτρεψαν ικανό χρόνο αντίδρασης, πάγωσα για ένα δέκατο μη ξέροντας τι να κάνω. Υπολογίζοντας στην συνέχεια, ότι αφού χτύπησαν στα κιγκλιδώματα, θα επέστρεφαν με την ίδια δύναμη προς τα πίσω, άρα πιθανών επάνω μου, αποφάσισα να μην πατήσω καθόλου τα φρένα μου, γιατί όπως εκτιμούσα, προλάβαινα να περάσω από ανάμεσά τους πριν ακόμη κάνουν αυτοί την επιστροφή τους.
Αν πατούσα τα φρένα μου όμως, μάλλον θα κατέληγα επάνω τους κι όπως ήταν αναμενόμενο, με ανεξέλεγκτες συνέπειες για μένα και το αυτοκίνητό μου, για τα εμπορεύματα που μετέφερα και προπαντός για τους επιβαίνοντας ανθρώπους στα αυτοκίνητά τους.
Αυτούς σκεπτόμενος λοιπόν, όπως και την πιθανότητα να τους σκότωνα εγώ χωρίς να φταίω, πάτησα το γκάζι μου αντί να φρενάρω και περνώντας πάνω από τα σκορπισμένα ντοσιέ, βρέθηκα άθικτος μπροστά τους.
Έβλεπα όμως από τους καθρέφτες μου εκείνη την στιγμή και τα δυό αυτοκίνητα να επιστρέφουν από τα κιγκλιδώματα και να χτυπιούνται μεταξύ τους για δεύτερη φορά. Κι αφού χτυπήθηκαν εξίσου δυνατά, πάλι πήγαν να καρφωθούν στα κιγκλιδώματα, όπου κι έμειναν εντελώς ακινητοποιημένα.
Με μεγάλη ταχύτητα βέβαια πρόλαβα να περάσω από ανάμεσά τους, αλλά και την στιγμή που προσπαθούσα να ακινητοποιήσω και το δικό μου φορτηγάκι στα εκατό μέτρα περίπου ποιο κάτω, είδα ένα αυτοκίνητο να σταματά στην δεξιά λωρίδα του δρόμου, ανεβαίνοντας δηλαδή τον περιφερειακό, προκειμένου να προσφέρει βοήθεια στου συμμετέχοντας στο ατύχημα.
Κι ένα δεύτερο που το πλησίασε πολύ γρήγορα ερχόμενο πίσω του, εμένα ρωτούσε ο οδηγός του να του πω όταν με είδε να κατεβαίνω από το δικό μου και να τρέχω προς τα πίσω, για ποιον λόγο πήγαιναν τόσο γρήγορα και τόσο κοντά αυτοί οι δύο ο ένας πίσω από τον άλλον.
Κι ενώ του απαντούσα ότι ούτε κι εγώ ήξερα, τρέχοντας ακολουθούσε κι αυτός πίσω μου, στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε τους ανθρώπους που λογικά θα είχαν τραυματιστεί σοβαρά, αν δεν είχαν σκοτωθεί εν τω μεταξύ.
Προς αυτούς κατευθυνόμενοι λοιπόν, με μακάριζε αυτός, αλλά και λαχανιασμένος μου έλεγε, ότι καλά έκανα και τους απέφυγα όπως είδε να κάνω, περνώντας άθικτα από ανάμεσά τους. Αυτούς δε, για σκοτωμένους τους υπολόγιζε.
Ευτυχώς δεν έγινε κάτι τέτοιο, γιατί είδαμε την κοπέλα να βγαίνει σώα μεν από το αυτοκίνητό τους, αλλά και κλαίγοντας να λέει συνεχώς, το κεφάλι μου, το κεφάλι μου, το κεφάλι μου κι ενώ έλεγε αυτό, το κρατούσε με τα δυό της χέρια.
Στην προσπάθειά μας να την βοηθήσουμε να σταθεί και στα πόδια της στην συνέχεια, αφού κι αυτό με δυσκολία μπορούσε να κάνει, έκπληκτοι βλέπαμε ότι δεν ήταν μόνον χτυπημένη στο κεφάλι, αλλά κι έγκυος ήταν.
Περιττό είναι τώρα να σας πω, ότι στα επόμενα πέντε λεπτά, στάθηκαν εκεί πολλά αυτοκίνητα, οι οδηγοί των οποίων με κάθε τρόπο και πολύ διάθεση προσπαθούσαν να βοηθήσουν την νεαρή γυναίκα πρώτα και μετά τον συνοδό της.
Αυτόν μάλιστα, πολλές φωνές του έβαλαν όταν τον απεγκλώβισαν, για τον λόγο που έβαλε σε τόσο μεγάλο κίνδυνο την έγκυο γυναίκα του, αλλά κι ότι του έλεγαν, τίποτε δεν καταλάβαινε, λες και ήταν μεθυσμένος. Κι όταν πάλι επισταμένως τον ρωτούσαν να τους πει, γιατί ακολουθούσε το προπορευόμενο αυτοκίνητο σε τόσο μικρή απόσταση, δεν μπορούσε να δώσει κάποια απάντηση.
Απ’ όσα η νεαρή γυναίκα τουλάχιστον μπόρεσε να πει, ούτε και γνωστοί ήταν με τον οδηγό του προπορευόμενου αυτοκινήτου. Μη βγάζοντας άκρη λοιπόν, ήδη κάλεσαν μερικοί ασθενοφόρο, όπως και την τροχαία βέβαια κι ενώ όλοι αυτοί βρισκόταν γύρω από την έγκυο γυναίκα, εμείς που φτάσαμε πρώτοι, πήγαμε να απεγκλωβίσουμε τον άλλον οδηγό, αν και δεν βλέπαμε σημεία ζωής στο αυτοκίνητό του.
Τραβούσαμε την πόρτα του και με πολύ δύναμη θα έλεγα, αλλά και τίποτε δεν καταφέρναμε, γιατί την είχε κλειδωμένη. Την στραβώσαμε για την ακρίβεια τραβώντας την με δύναμη και τότε μόνον είδαμε τον οδηγό του να ζει μεν, αλλά και να προσπαθεί να βάλει μπροστά την μηχανή του, αν κι άχνα δεν έβγαζε αυτή από την ζημιά που έπαθε.
Τράβα, τράβα όμως, καταφέραμε να ανοίξουμε τελικά την πόρτα του, αλλά αυτός δεν έλεγε να καταλάβει τι γινόταν γύρο του. Αφήστε με ρε να πάω στην δουλειά μου έλεγε. Ποιά δουλειά σου ρε; Αυτό του έλεγε ο διπλανός μου κι ενώ τραβούσαμε κι αυτόν να βγει έξω από το αυτοκίνητό του, με δυνατή φωνή του έλεγε ότι τρακάρισε με άλλο αυτοκίνητο κι ότι έπρεπε να βγει έξω από το δικό του πριν πάρει φωτιά, γιατί μούσκεμα έγινε ο δρόμος από νερά και βενζίνες.
Ότι κι αν του έλεγε όμως, όχι μόνον δεν απαντούσε, αλλά κι επέμενε να γυρίζει το κλειδί της μηχανής του. Θεωρώντας τον μεθυσμένο κι αυτόν, μας έκανε εντύπωση που δεν μύριζε από οινόπνευμα, γι’ αυτό κι έλεγε ο διπλανός μου, ότι μάλλον φτιαγμένος από ναρκωτικά ήταν.
Μετά από μερικές ακόμη προσπάθειες να τον βγάλουμε έξω, αν και χωρίς αποτέλεσμα, έλεγα πια στους παραβρισκόμενους ότι έχασα πολύ χρόνο από την δική μου διαδρομή κι ότι μεγάλος κίνδυνος υπήρχε να χάσω και το καράβι στην Ουρανούπολη κατευθυνόμενος.
Αφού είδαμε τι έγινε εδώ, έλεγαν κι αυτοί που μας περιστοίχισαν εν τω μεταξύ, μου επέτρεψαν να φύγω. Τους άφησα βέβαια το τηλέφωνό μου για παν ενδεχόμενο, αλλά από ότι φάνηκε εκ των υστέρων, καθόλου δε χρειάστηκαν οι δικές μου μαρτυρίες. Κανείς δεν με κάλεσε δηλαδή, οπότε δεν ξέρω να σας πω τίποτε περισσότερο για το συμβάν.
Εκτελώντας το δικό μου δρομολόγιο ωστόσο κι όπως πάντα με τον δικό μου τρόπο, πρόλαβα τελικά το καράβι και στα γρήγορα εκφόρτωσα αυτά που είχα να παραδώσω, οπότε, στάθηκα να κοιμηθώ, ή να ξεκουραστώ για την ακρίβεια, έξω από το βενζινάδικο της Ουρανούπολης.
Κι αφού έμεινα καμιά ώρα περίπου εκεί, επέστρεφα με την ησυχία μου θα έλεγα στο σπίτι μου, υπολογίζοντας, ότι μάλλον προσέφεραν την απαιτούμενη βοήθεια προς τους τραυματισμένους ανθρώπους, οι οδηγοί που παραβρέθηκαν μαζί μου σ’ εκείνο το νυχτερινό τροχαίο ατύχημα.
Μιχάλης Αλταλίκης