Μια φορά την εβδομάδα όπως σας είπα πήγαινα στην Ουρανούπολη για τις ανάγκες της μονής μας και τις περισσότερες φορές, έχοντας παρέα τους μοναχούς μας έκανα τις διαδρομές μου.
Με αυτούς συνταξιδεύοντας λοιπόν, μου δινόταν η ευκαιρία, όπως και η δυνατότητα αν θέλετε, να τους εξιστορώ πολλά καθ’ οδόν από την δική μου κοσμική ζωή, αλλά και να ακούω από αυτούς περιστατικά από τις δικές τους ιδιαίτερες μοναχικές στιγμές, από τις οποίες βέβαια, πολλά σπούδαζα και τέτοια μάλιστα, που δεν τα βρίσκει κανείς εύκολα μπροστά του.
Ένα τέτοιο πρωινό και πάλι, συνοδευόμενος από κάποιον ιερομόναχο της μονής μας έκανα την συνηθισμένη μου νυχτερινή διαδρομή κι επειδή αυτός ιδικά ήταν τέτοιος μοναχός όπως και πνευματικός, που για παράδειγμα προς μίμηση τον είχαμε στο μοναστήρι μας, του εξέθετα με κάθε λεπτομέρεια κάτι προσωπικό μου κι όπως έπρεπε, περίμενα να ακούσω την πνευματική του τοποθέτηση.
Και την στιγμή που αυτός μου εξηγούσε, αλλά και με τοποθετούσε πνευματικά στο θέμα μου, βρεθήκαμε πορευόμενοι προς τον Σταυρό πίσω από μια νταλίκα. Τίποτε το σπουδαίο βέβαια, αφού ο παλιός δρόμος που μας έβγαζε εκεί, μονίμως ήταν γεμάτος από τέτοιες νταλίκες, είτε μέρα τον ακολουθούσε κανείς, είτε νύχτα.
Ο οδηγός της συγκεκριμένης νταλίκας όμως, μάλλον κοιμόταν ενώ οδηγούσε, γι’ αυτό και βλέπαμε την νταλίκα του να κάνει ένα σορό οχτάρια. Μια στο ένα και μια στο άλλο χαντάκι δηλαδή πήγαινε, αλλά και σε κανένα από αυτά ευτυχώς δεν κατέληγε.
Και δεν κατέληγε σ’ αυτά, γιατί κάτι γινόταν την τελευταία στιγμή και γυρίζοντας το τιμόνι της δεξιά, ή αριστερά, απέφευγε το ντεραπάρισμα.
Βλέποντας την συμπεριφορά της λοιπόν, βεβαίως κι ανησυχούσα για τον οδηγό της, αλλά κι αρκετές προσπάθειες έκανα στην συνέχεια να την προσπεράσω αν μπορούσα, γιατί δεν μου περίσσευε χρόνος, ώστε με την ανάλογη υπομονή να ακολουθούσα πίσω της.
Μέχρι να καταφέρω την προσπέρασή της όμως, πράγματι ακολουθούσα πίσω της κι ακολουθούσε για ένα δεκάλεπτο περίπου υπομονετικά, αλλά και διαφορετικά δεν μπορούσα να κάνω, αφού συνεχώς μου έκλεινε τον δρόμο.
Μόλις έκανα να την προσπεράσω δηλαδή, έστριβε αυτή το τιμόνι της αριστερά κι έτσι, με υποχρέωνε να μένω πίσω της πατώντας συνεχώς τα φρένα μου, από φόβο μη πέσει επάνω μας και βρεθούμε όλοι μαζί στο χαντάκι.
Αυτά βέβαια έκανα εγώ ως επαγγελματίας εργαζόμενος κι όπως όφειλα, προσευχόμουν συγχρόνως και για τον οδηγό της νταλίκας, αφού κι αυτός έπρεπε να πάει σώος κι αβλαβής στον προορισμό του και για να το κάνει αυτό, έπρεπε να ξυπνήσει πρώτα.
Αυτόν σκεπτόμενος λοιπόν και την κόρνα του αυτοκινήτου μου πατούσα συνεχώς προκειμένου να βοηθήσω τον άνθρωπο να σώσει τον εαυτό του όπως και την νταλίκα που οδηγούσε, αλλά άδικος κόπος.
Ότι κι αν έκανα εγώ όμως, δεν ήταν τίποτε μπροστά σ’ αυτά που έκανε ο μοναχός για τον συγκεκριμένο οδηγό. Στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου για την ακρίβεια είχε κολλήσει το πρόσωπό του κι από την αγωνία που φορτώθηκε για την τύχη του, συνεχώς έλεγε εκείνη την μικρή, όσο και γνωστή δυνατή προσευχή.
Και καθώς την έλεγε, σφιχτά και με δύναμη πατούσε τα δάχτυλά του πάνω στους κόμπους από το κομποσκοίνι που κρατούσε στα χέρια του αλλά και φωναχτά έλεγε. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον δούλο σου.
Αυτό έλεγε και ξανάλεγε για τον άγνωστο οδηγό κι όταν πλησίαζε αυτός προς το ένα, ή το άλλο χαντάκι, τότε σηκωνόταν όρθιος ο μοναχός θα έλεγα και με γρηγορότερο ρυθμό επαναλάμβανε την ίδια προσευχή, στην αγωνία του να ορθοδρομήσει αυτός και με αυτόν τον τρόπο την πορεία της νταλίκας.
Εμένα δε, συνεχώς με τραβούσε από το μανίκι, ώστε να μην επιχειρήσω την προσπέραση που ήθελα να της κάνω, πριν δει αυτός πρώτα τον οδηγό της να ισορροπεί επιτέλους την πορεία της.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως ξύπνησε κάποια στιγμή ο άνθρωπος κι όπως φαινόταν από την θέση που έβαλε τελικά την νταλίκα του να κινείτε στον δρόμο, πιστέψαμε κι εμείς ότι πήρε τον έλεγχό της στα χέρια του κι έτσι, ανακουφίστηκε ο μοναχός, όπως κι εγώ βέβαια.
Κι αφού έκανα επιτέλους την προσπέρασή μου με ασφάλεια για όλους μας, συνέχισα την δική μου πορεία προς την Ουρανούπολη, αφήνοντας και τον άγνωστο οδηγό να κάνει την δική του διαδρομή, όπως κι αν αυτός θα μπορούσε να την ολοκληρώσει.
Αυτόν σκεφτόμενος λοιπόν κι εγώ ευχόμουν ώστε να φτάσει ασφαλής στον προορισμό του, αλλά κι ο ιερομόναχος, λεπτό δεν σταμάτησε να προσεύχεται υπέρ της ευοδώσεως του σκοπού του μέχρι να φτάσουμε στην Ουρανούπολη.
Κι εκεί που φτάσαμε, λεπτό δεν σταμάτησε να προσεύχεται γι’ αυτόν. Μέχρι να τελειώσω κι εγώ δηλαδή με την εκφόρτωση στο καράβι των όσων μετέφερα για το μοναστήρι μας, αυτός συνέχιζε απτόητος να του κάνει κομποσκοίνι.
Όταν τελείωσα πια την διαδικασία της εκφόρτωσης και ήρθε η ώρα να ξεκινήσει τον απόπλου του το καράβι, χαιρετηθήκαμε με τον μοναχό κι αφού έφυγε μαζί του, έφυγα κι εγώ για το σπίτι μου.
Την επόμενη εβδομάδα όμως, συνάντησα ξανά τον ίδιο μοναχό, αλλά στο μοναστήρι μας αφού μπήκα μέσα κι όπως το συνήθιζε, με αγωνία ρωτούσε να του πω αν έφτασα καλά, γιατί του έμεινε μεγάλος φόβος πλέον και για την δική μου υποχρέωση να κάνω νυκτερινές διαδρομές, με κίνδυνο να βρεθώ κι εγώ κοιμισμένος στο τιμόνι όπως έλεγε, από την πολύωρη κόπωση σαν κι αυτήν που είδε να έχει εκείνος ο άγνωστος οδηγός.
Συμπληρώνοντας δε, έλεγε ότι πολλές φορές άκουγε να του λέω πως είναι δύσκολη η νυκτερινή διαδρομή, αλλά αδυνατούσε να την εκτιμήσει ανάλογα, για τον λόγο ότι τίποτε το επικίνδυνο δεν διέκρινε στον δρόμο μας, αφού γρήγορα κι ασφαλείς φτάναμε στον προορισμό μας.
Κι επειδή πάντα ήμουν ξυπνητός εγώ όπως έλεγε, όσο αυτός κοιμόταν περιστασιακά μέχρι να φτάσουμε στην Ουρανούπολη, δεν μπορούσε να κατανοήσει τον κίνδυνο που διέτρεχα, μην υπολογίζοντας την δική μου νύστα.
Βλέποντας όμως με τα μάτια του, την συμπεριφορά του οδηγού που κοιμήθηκε την ώρα που οδηγούσε, μονίμως πλέον προσευχόταν και για μένα όπως έλεγε, αναλογιζόμενος αυτά που κινδύνευα να πάθω, στην προσπάθειά μου να εξυπηρετήσω της ανάγκες της μονής μας.
Να είσαι ευλογημένος μου έλεγε κάθε φορά που με έβλεπε λοιπόν και με σθένος παρακαλούσε την Παναγία μας, όπως και τους Αρχάγγελους Ταξιάρχες να με προστατεύουν, από κάθε γνωστό κι άγνωστο προς όλους μας κίνδυνο, είτε νύχτα, είτε μέρα βρισκόμουν οδηγός πάνω σε κάποιο αυτοκίνητο.
Αυτά μου έλεγε ο ιερομόναχος, αλλά κι εγώ, πολύ χαιρόμουν να βλέπω τους πατέρες να κοιμούνται δίπλα μου και καθ’ οδόν, έστω και πρόχειρα με το κεφάλι γερμένο προς το στήθος τους, αν κι όποιος από αυτούς με συνόδευε για πρώτη του φορά, έδειχνε κάποια ανησυχία για τον γρήγορο τρόπο που οδηγούσα.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που συχνά κοιτούσε τον χιλιομετριτή. Όταν συνήθιζε τον τρόπο μου όμως, όχι μόνον δεν ανησυχούσε πλέον, αλλά κι έγερνε το κεφάλι του να κοιμηθεί αφού αισθανόμενος ασφαλής.
Ο ιερομόναχος γιατρός μας όμως, τα χρειάστηκε μαζί μου ένα πρωινό, αν και για πολλοστή φορά αυτός τουλάχιστον με συνόδευε σε μια τέτοια νυκτερινή διαδρομή. Κι όντως τα χρειάστηκε, γιατί αναγκάστηκα να επιχειρήσω μια επικίνδυνη προσπέραση και πάλι σε κάποιο σημείο του ίδιου δρόμου κι αυτό ήταν που τον έκανε να ανησυχήσει.
Για την ακρίβεια, μια νταλίκα και πάλι μας προβλημάτιζε. Αυτήν ιδικά, για αρκετά λεπτά την ακολουθούσαμε μη μπορώντας να βρεθούμε μπροστά της, επειδή βάδιζε για κάποιον λόγο που ο οδηγός της ήθελε, στην μέση του δρόμου της συγκεκριμένης διαδρομής και χωρίς να δηλώνει τις ακριβείς προθέσεις του, κρατούσε συνεχώς το αριστερό της φλας αναμμένο.
Υποθέτοντας λοιπόν, ότι μάλλον ήθελε να βγάλει την νταλίκα του προς τα αριστερά του δρόμου κάποια στιγμή, κάναμε υπομονή κι εμείς μέχρι να το αποφασίσει, οπότε, βεβαίως και τον ακολουθούσαμε. Αφού δεν έλεγε να το κάνει όμως, του άναβα τα φώτα μου πλέον προκειμένου να μας αφήσει χώρο να περάσουμε και μετά ας έκανε κι αυτός ότι είχε κατά νου του.
Ο συγκεκριμένος δρόμος βεβαίως διαθέτει και σε πολλά σημεία μάλιστα την δυνατότητα προσπέρασης αν χρειαστεί, αλλά και σ’ αυτά ακόμη, εμπόδιζε προκλητικά την προσπέρασή μας ο οδηγός της.
Δεν μπορούσα να δικαιολογήσω την στάση του όπως καταλαβαίνετε κι αφού επέμενε να μας εμποδίζει κρατώντας μονίμως το αριστερό του φλας αναμμένο, όπως κι αδικαιολόγητα να οδηγεί πολύ σιγά την νταλίκα του, αγανάκτησα μαζί του.
Αγανακτώντας όμως, επιχείρησα να κάνω μια εν θερμώ ευρισκόμενος προσπέραση, αδιαφορώντας για την δυσκολία που αντιμετώπιζα. Στο συγκεκριμένο σημείο επιτρεπόταν η προσπέραση βέβαια κι όντως είχα ορατότητα, γι’ αυτό και διέκρινα τα φώτα μιας άλλης νταλίκας, η οποία ερχόταν από την αντίθετη πλευρά του δρόμου.
Υπολογίζοντας λοιπόν, ότι θα κατάφερνα να κάνω την προσπέραση πριν ακόμη μας πλησιάσει αυτή, έστριψα το τιμόνι μου και με θάρρος βρέθηκα δίπλα στην νταλίκα και στριμωγμένος καθώς ήμουν στην μισή αριστερή λωρίδα του δρόμου, πατούσα το γκάζι με δύναμη θα έλεγα, λες κι ότι με αυτόν τον τρόπο θα έκανα γρηγορότερα την προσπέραση που επιχειρούσα.
Την επιχείρησα βέβαια, αλλά βασισμένος στην σταθερή ταχύτητα που κρατούσε η νταλίκα. Δεν υπολόγιζα δηλαδή ότι ο οδηγός της θα ήθελε να με εμποδίσει περισσότερο για τους δικούς του λόγους, γιατί, αντί να κόψη την ταχύτητά του, ή να την κρατήσει σταθερή τουλάχιστον, εκείνος διάλεξε να την αυξήσει την δεδομένη στιγμή.
Το αδύναμο φορτηγάκι μου όμως, δεν είχε την δυνατότητα να κινηθεί γρηγορότερα κι έτσι, παρέμενα δίπλα στην νταλίκα που δεν με βοηθούσε και απέναντι στην άλλη που ερχόταν κατά πάνω μας και δεν μπορούσα να την αποφύγω.
Βλέποντας αυτό μάλλον ο νταλικέρης που με εμπόδιζε, έκανε λίγο δεξιότερα τελικά κι έτσι μπόρεσα να χωθώ κι εγώ ανάμεσα από τις δύο νταλίκες, χωρίς να μας κάνουν σάντουιτς όπως πολύ καθαρά φαινόταν.
Αυτό βλέποντας κι ο γιατρός μας, έλεγε με κομμένη την ανάσα. Μετά από αυτό που είδα σήμερα, μπορώ να δικαιολογήσω, όλα αυτά τα παράτολμα που έκανες κατά καιρούς στην ζωή σου και μας τα διηγείσαι.
Φοβήθηκε κι αυτός δηλαδή, υπολογίζοντας ότι λίγο έλειψε να γίνουμε σάντουιτς, αλλά αφού γλυτώσαμε, έκανε κι αυτός τον σταυρό του όπως κι εγώ και χωρίς να πούμε τίποτε επ’ αυτού, συνεχίσαμε τον δρόμο μας.
Καθώς έπρεπε όμως, έτρεχα και πάλι προκειμένου να κερδίσω τον χρόνο που έχασα, τον οποίο βεβαίως και δικαιολογούσε ο γιατρός μας, αλλά όλο κι έλεγε να κάνω πιο σιγά, γιατί αυτός τουλάχιστον ζαλιζόταν.
Μετά από λίγο καιρό όμως, πάλι με ακολουθούσε. Εκείνη την φορά βέβαια, επιστρέφοντας από την Ουρανούπολη προς την Θεσσαλονίκη το έκανε. Στο μοναστήρι μας για την ακρίβεια βρισκόμουν από το πρωί εκείνη την ημέρα κι όταν ήρθε η ώρα να φύγω, ήρθε κι ο γιατρός να μου πει, ότι για κάποιον λόγο έπρεπε να έρθει μαζί μου, μόνον που έπρεπε να κάνουμε γρήγορα την επιστροφή μας όπως έλεγε, γιατί είχε πάρει εντολή από τον γέροντά μας, να περάσουμε από το αεροδρόμιο πρωτίστως.
Όταν ήρθε η ώρα λοιπόν, μαζί μπήκαμε στο καράβι, αλλά κι όταν φτάσαμε στην Ουρανούπολη, πάλι μαζί μπήκαμε και στην διαδικασία της επιστροφής μας προς την Θεσσαλονίκη, οπότε, εκεί μου έλεγε πια, ότι έπρεπε να πάμε και στο αεροδρόμιο γρήγορα, γιατί κάποιος από τους πατέρες της μονής μας, βρισκόταν πολλές ώρες εκεί και υπομονετικά περίμενε την διάθεση κάποιου από τους ταξιτζήδες να τον εξυπηρετήσει.
Δεν τον εξυπηρετούσαν αυτοί όπως ενημέρωσε τον γέροντά μας, γιατί έχει μαζί του μεγάλο όγκο αποσκευών. Αυτές δε, βεβαίως και ήταν πολλές, αφού ο μοναχός επέστρεφε μετά από πολύμηνη παραμονή στο εξωτερικό.
Κι αφού ο γέροντάς μας έδωσε σ’ εμάς την εντολή να εξυπηρετήσουμε τον επιστρέφοντα μοναχό, με το δίκαιό του έλεγε κι ο γιατρός σ’ εμένα ότι έπρεπε να κάνουμε την διαδρομή μας πολύ γρήγορα, για να μην ταλαιπωρηθεί περισσότερο αυτός που περίμενε λύση στο πρόβλημά του.
Μετά από αυτό που άκουσα, λεπτό δεν σήκωσα το πόδι μου από το γκάζι, αν και ήξερα ότι ο γιατρός ζαλιζόταν. Γνωρίζοντας κι αυτός την αδυναμία του, κάθε τόσο έλεγε πιεσμένος. Ποιο σιγά Μιχάλη. Ποιο σιγά σε παρακαλώ.
Τί να του έλεγα κι εγώ λοιπόν; Πάτερ? Η θα πάμε σιγά, ή θα πάμε γρήγορα. Διάλεξε επιτέλους τι θέλεις να κάνω και πες το μου με σιγουριά. Κάνε γρήγορα έλεγε και πάλι αυτός, αλλά ποιο σιγά, γιατί όπως ξέρεις ζαλίζομαι.
Καταλάβαινε κι αυτός είναι αλήθεια, ότι δεν μπορούσε να γίνει αυτό που μου ζητούσε κι ότι ο λόγος της αδυναμίας του ήταν αυτός που τον εμπόδιζε να πάρει την σωστή απόφαση, αφού από την μια ήθελε να φτάσει γρήγορα στο αεροδρόμιο για τις ανάγκες του επιστρέφοντος μοναχού κι από την άλλη, δεν μπορούσε να υποστεί τις συνέπειες της γρήγορης οδήγησης.
Το σκεφτόταν αυτό βέβαια, γι’ αυτό και χώθηκε κάποια στιγμή εκεί που πατούν τα πόδια μας. Ανάμεσα στο κάθισμα του συνοδηγού και στο ταμπλό του αυτοκινήτου δηλαδή. Κι αφού σφηνώθηκε εκεί ώστε να μην κουνιέται καθόλου, αλλά και να μη βλέπει έξω κρατώντας το κεφάλι του χωμένο ανάμεσα από τα πόδια του, πείρε τελικά την σωστή απόφαση.
Και την πήρε σίγουρα πια, γιατί εκεί κάτω καθισμένος δεν είχε έντονο πρόβλημα, οπότε, μου έλεγε και πάλι, ότι έπρεπε να κάνω την διαδρομή μας όσο μπορούσα γρηγορότερη, για να γλυτώσουμε έστω και λίγη ταλαιπωρία από τον μοναχό που μας περίμενε.
Είναι αλήθεια ότι μου άρεσε η συμπεριφορά του γιατρού μοναχού, ο οποίος προτιμούσε να θυσιάσει την προσωπική του αδυναμία μάλλον, μπροστά στην ανάγκη να ελαφρυνθεί ο ταλαιπωρημένος μοναχός, οπότε, έκανα κι εγώ το αυτονόητο. Πάτησα το γκάζι κι έκανα την διαδρομή της επιστροφής μας σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα, από αυτήν που θα την έκανα πολύ γρήγορη ως συνήθως.
Όταν φτάσαμε τελικά στο αεροδρόμιο, βγήκε παραπατώντας κάπως ο γιατρός από το στρίμωγμα που υποχρέωσε τον εαυτό του και τρέχοντας στην συνέχεια πήγε μέχρι το σημείο που είδαμε τον επιστρέφοντα να μας περιμένει.
Στην προσπάθειά του δε, να βοηθήσει τον αδελφό του και στην μεταφορά των αποσκευών του μέχρι το φορτηγάκι μου, πολλές από αυτές μου έφερε να τις τακτοποιήσω στην καρότσα του, για τον λόγο ότι εγώ, δεν μπορούσα να τους πλησιάσω περισσότερο.
Βάλαμε ωστόσο τις αποσκευές του επιστρέφοντος στο φορτηγάκι μου κι αφού κάθισαν κάπως στριμωχτά και οι διό τους στις διαθέσιμες θέσεις, πήγαμε όλοι μαζί μέχρι το μετόχι της μονής μας, προκειμένου να ξεκουραστούν μεν, αλλά και να οργανώσουν με την ησυχία τους τις υποχρεώσεις της επόμενης ημέρας.
Μιχάλης Αλταλίκης