Κι εγώ σε κίνδυνο

 Έκαιγε τα πάντα η φωτιά δηλαδή έξω από τον φράχτη, όπως και μέσα από αυτόν, αλλά μέσα στον κυρίως χώρο της μονής και στην πλατεία που βρίσκεται η εκκλησία δεν έμπαινε. Παρ’ όλα αυτά όμως, φοβήθηκα να μπω στο δασάκι και μέσω αυτού να φύγω κι εγώ προς τον δρόμο, γιατί από στιγμή σε στιγμή θα έκανε ένα ντου η φωτιά κι αν με έβρισκε εκεί, βήμα δεν θα προλάβαινα να κάνω. Κάρβουνο θα γινόμουν.

Ποιο εύκολο μου φαινόταν να τρέξω προς τα καμένα, από όπου πέρασε πια η φωτιά και η πύρωση θα ήταν ποιο ίπια όπως υπολόγιζα. Θα έκαιγα προφανώς τα πόδια μου έλεγα, αλλά δεν θα καιγόμουν ολόκληρος.

Θυμήθηκα τον παππού όμως εκείνη την στιγμή, οπότε, άφησα το αυτοκίνητό μου να καεί κι εγώ τρέχοντας πήγα στην νότια πλευρά, με σκοπό να τον βρω και μαζί να φύγουμε μέσα από τα καμένα αν μπορούσαμε.

Όσο κι αν τον έψαξα όμως, πουθενά δεν τον έβρισκα. Έβλεπα όμως να γίνεται κάτι περίεργο εκεί. Η φωτιά είχε σταματήσει εκεί που την άφησα. Στα όρια του φράχτη δηλαδή και συνέχιζε να κάνει το ίδιο, με αυτό που έκανε πριν αρχίσουν να ρίχνουν νερό τα αεροπλάνα.

Με ένα δυνατό φύσημα έφτανε μεν μέχρι τον συρμάτινο φράχτη και μόλις έκανε να περάσει στα ενδότερα, ο δυνατός αέρας που ερχόταν από τα βόρεια, την επέστρεφε πίσω. Κι ενώ βρισκόμουν δυό μέτρα μόνον απόστασης από το μέτωπο της, δεν καιγόμουν όπως θα έπρεπε.

Βλέποντας αυτό το παράδοξο, καθόλου δεν φοβόμουν πλέον. Έφυγα όμως από εκεί μετά από λίγο και βαδίζοντας την δυτική πλευρά του μοναστηριού, έψαχνα να βρω ζωντανό κάπου τον παππού κι έτσι, πάλι βρέθηκα στην μικρή πλατεία.

Όταν πέρασα βέβαια από τα πεύκα που καιγόταν από την μια τους πλευρά και όχι από την άλλη, στάθηκα να δω το πώς γινόταν αυτό, αλλά δεν μπόρεσα να δώσω καμιά λογική εξήγηση. Κάηκε δηλαδή πριν από αρκετή ώρα η σκεπή της μονής όπως υπολόγισα, όταν η φωτιά βρισκόταν στα διακόσια μέτρα κι όταν αυτή πλησίασε στα πέντε, δεν καιγόταν ούτε τα παντζούρια, αλλά ούτε και τα δένδρα από την άλλη τους πλευρά.

Πεπεισμένος πια, ότι ούτε κι εγώ θα καιγόμουν, έμεινα ήσυχος στην συνέχεια κι όπως το είχα στο μυαλό μου, έψαχνα να βρω μέσα μου εκείνη την στιγμή, πως και που θα μπορούσα να βοηθήσω τα πράγματα του μοναστηριού πλέον.

Κι ενώ αυτό σκεπτόμουν, θυμήθηκα τις κότες που είχαν οι μοναχές κι αμέσως κινήθηκα προς το να τις ελευθερώσω, αν βέβαια τις έβρισκα ζωντανές στο κοτέτσι τους.

Έτρεξα προς τον χώρο που ήξερα ότι τις είχαν λοιπόν, προς την πλευρά του κεντρικού δρόμου της περιοχής δηλαδή και δεξιά από την πύλη τους όπως βγαίνουμε. Αυτή η πλευρά όμως ακόμη καιγόταν όπως σας είπα. Όταν έφτασα εκεί βέβαια, πουθενά δεν βρήκα τις κότες κι επειδή θεώρησα ότι μάλλον τις άφησαν ελεύθερες οι μοναχές πριν φύγουν από το μοναστήρι το πρωί, πάλι επέστρεψα στην πλατεία.

Εκεί εβρισκόμενος όμως, έβλεπα ότι άλλαξαν και μάλιστα προς το χειρότερο τα πράγματα, οπότε μάλλον πίστεψα πια, ότι ήρθε η ώρα να καώ ζωντανός, δεδομένου ότι γινόταν μάχη με τον αέρα εκείνη την στιγμή.

Μια φυσούσε προς τα πάνω και μια προς τα κάτω όπως σας είπα, αλλά το μέτωπο του αέρα ήταν ένα και με μια κατεύθυνση, γι’ αυτό και το δασάκι που βρισκόταν στην βόρια πλευρά και στην αριστερή όπως βγαίνουμε από την πλατεία προς τον δρόμο, έμενε απείραχτο.

Αν κάτι δεν πήγαινε καλά κι έσπαζε το μέτωπο στα δύο, τότε θα έπαιρνε φωτιά και το δασάκι, οπότε, σίγουρα θα καιγόμουν σαν ποντικός. Ναι, αλλά κάποιος που όντως είναι προστάτης μας, δεν ήθελε να καεί κανένας. Ούτε εγώ δηλαδή, αλλά ούτε και το μοναστήρι, το οποίο όπως σας είπα, ούτε κι εγώ ήθελα να καεί.

Εκεί λοιπόν που η φωτιά πηγαινοερχόταν, έσπασε ξαφνικά σε δύο μέτωπα. Το ένα πέρασε γρήγορα από τον δεξιό φράχτη της μονής κι αφού δεν βρήκε να κάψει πολλά δένδρα εκεί, λόγω του ότι είχαν καεί νωρίτερα τα περισσότερα, κατηφόρισε προς το Πανόραμα κι έβαλε στο στόχο του να κάψει όλους αυτούς που στεκόταν στον δρόμο και περίμεναν να δουν τι θα έκανε η ανεξέλεγκτη φωτιά κι ο αέρας που την κατεύθυνε.

Το δεύτερο μέτωπο όμως, έβαλε στο στόχαστρό του να κάψει το δασάκι, από το οποίο βέβαια, πέρασε σε μηδέν χρόνο και με μια ανάσα θα έλεγα. Έκαψε δηλαδή τα υπάρχοντα χόρτα, όπως και περιμετρικά μόνον την εξωτερική πλευρά του φλοιού των κορμών των πεύκων και σε ύψος γύρο, ή λιγότερο από ένα μέτρο κι αφήνοντας απείραχτα τα κλαδιά τους που ακουμπούσαν σχεδόν σε αρκετά σημεία του εδάφους και με πολύ μεγάλη ταχύτητα πέρασε στον δρόμο. Με ένα δυνατό φύσημα δηλαδή.

Σαν πύρινη σκούπα μετά, έκαψε με μανία και πολύ γρήγορα μάλιστα, δυό χιλιάδες στρέμματα πουρνάρια όπως άκουσα αργότερα, όπως και χόρτα που βρήκε μπροστά της, καταλήγοντας στα κοιμητήρια και στην βόρεια πλευρά του Πανοράματος.

Εγώ δε, ούτε ζεστάθηκα περισσότερο, ούτε και κινδύνεψα να καώ ζωντανός όπως υπολόγιζα. Από τον καπνό όμως κι από τα αποκαΐδια που μετέφερε ο αέρας, έτσουζαν πολύ τα μάτια μου και δεν μπορούσα να δω σχεδόν τίποτε. Ενθυμούμενος όμως το ασθενοφόρο που είδα να υπάρχει σταθμευμένο στον δρόμο, πήγα με τα πόδια μέχρι εκεί αφού δε μπορούσα να οδηγήσω, αλλά και να περάσω από την πύλη της μονής δεν μπορούσα με το αυτοκίνητό μου.

Με περιποιήθηκαν οι γιατροί όταν έφτασα εκεί κι αφού μου έδωσαν ένα κολλύριο μαζί μου, πήγα στους πυροσβέστες και τους είπα ότι μόνον η σκεπή της μονής κάηκε, οπότε τους παρακάλεσα να έρθουν πάλι εκεί με κάποιο όχημα, προκειμένου να τραβήξουν τα καμένα δένδρα που έπεσαν στην πύλη της κι έκλειναν την είσοδό της.

Ήρθαν είναι αλήθεια κι όταν πια ελευθερώθηκε η πύλη, μπήκαν μαζί μου στο εσωτερικό της Μονής όπου και βλέπαμε πολύ καθαρά πλέον, ότι τίποτε από αυτήν δεν κάηκε. Από περιέργεια και μόνον, ανέβηκα μαζί με τους αξιωματικούς και πάλι στην μικρή ταράτσα, όπου και είδαμε ότι αυτό που κάηκε τελικά, δεν ήταν η σκεπή, αλλά ένα αφρολέξ στρώμα που υπήρχε εκεί και στέγνωνε για κάποιον λόγο.

Τίποτε λοιπόν δεν πειράχτηκε από την μονή. Τα δένδρα της μόνον κι αυτά πάλι, από την μια τους πλευρά και μόνον, προκειμένου να φανεί η δύναμη της προστασίας. Χαρούμενος από το αποτέλεσμα, εκείνη την στιγμή κιόλας κάλεσα την γερόντισσα να της ανακοινώσω τα ευχάριστα.

Τίποτε δεν έπαθε το μοναστήρι σας της έλεγα. Μέσα στην βιασύνη σας να φύγετε από τον χώρο, ξεχάσατε ένα αφρολέξ στρώμα στην ταράτσα κι αυτό ήταν που κάηκε κι εγώ νόμισα ότι ήταν η σκεπή που άρπαξε φωτιά.

Ότι κι αν έγινε όμως, το μοναστήρι σας είναι όντως σώο κι αβλαβές τώρα, μόνον που σας περιμένει πολύ δουλειά επιστρέφοντας, γιατί ολόκληρος ο χώρος του μοναστηριού είναι γεμάτος από τα αποκαΐδια.

Δόξα τον Θεό έλεγε χαρούμενη και η γερόντισσα. Όση δουλειά κι αν χρειαστεί για τον καθαρισμό του θα την κάνουμε ευχαρίστως, αφού δεν κάηκε το μοναστήρι μας. Τις κότες σας όμως, της πρόσθετα, τί τις κάνατε; Πήγα να τις ελευθερώσω και δεν τις βρήκα. Αν ζουν ακόμη απαντούσε η γερόντισσα, εκεί που ξέρεις είναι, αφού μέσα στην αγωνία μας να φύγουμε γρήγορα, μάλλον τις ξεχάσαμε. Όταν επιστρέψουμε όμως με το καλό, θα τις περιποιηθούμε κι αυτές.

Έκλεισα την επικοινωνία με την γερόντισσα κι ακολουθώντας τους αξιωματικούς, βρεθήκαμε πάλι στην μικρή πλατεία της μονής, όπου και τους άκουγα να συνομιλούν με τους υφισταμένους τους, όπως και να ενημερώνουν τους διάφορους φορείς, για την καθολική σωτηρία του μοναστηριού.

Μετά από λίγο, μπήκαν μέσα στον χώρο μερικά πυροσβεστικά οχήματα προκειμένου να παραλάβουν τους προϊσταμένους τους κι αφού όλα ήταν καλά εκεί, χαιρετηθήκαμε και αμέσως αποχώρισαν, προκειμένου να βρεθούν στα όρια του Πανοράματος, όπου η φωτιά έκαιγε ακόμη πολλά δένδρα.

Εγώ όμως πήγα να δω για δεύτερη φορά αν ζούσαν οι κότες τους ή όχι, τις οποίες βρήκα κουρνιασμένες μεν μέσα στο κοτέτσι τους, αλλά και ζωντανές. Καμιά δεν κάηκε δηλαδή, αν και η φωτιά περιτριγύριζε το κοτέτσι τους για κάμποσες ώρες και σε μικρότερη απόσταση από δύο μέτρα.

Επιστρέφοντας όμως και πάλι στην μικρή πλατεία, εκεί κατά τις τρεισήμισι το απόγευμα δηλαδή, έκπληκτος έβλεπα να μπαίνει με φόρα εκείνη την στιγμή ένας μηχανόβιος στον χώρο της μονής, έχοντας μαζί του και στο πίσω κάθισμα της μηχανής ανωμάλου δρόμου που οδηγούσε, τον πατέρα Γρηγόριο, ο οποίος μάλιστα, χαμογελαστός με χαιρετούσε.

Πλησιάζοντάς τους όμως, με το δίκαιό μου πια εξέφραζα το σκεπτικό μου προς τον πατέρα Γρηγόριο, απορώντας συγχρόνως μαζί του, για τον τρόπο που αντιμετώπισε όσα μεσολάβησαν. Όλη την ημέρα σε ψάχνω μέσα στο μοναστήρι κι εσύ έρχεσαι τώρα, καβάλα πάνω σε μηχανή; Αφού δεν ήσουν εδώ όμως, γιατί μου είπες να έρθω να σε πάρω; Ξέρεις ότι παραλίγο θα καιγόμουν ζωντανός, στην προσπάθειά μου να σε βρω;

Χαμογελαστός αυτός και πάλι, έλεγε πολύ απλά. Τέκνον. Εδώ θα με εύρισκες αν με άφηναν να περάσω. Με σταμάτησαν στην Θέρμη και δεν μου επέτρεπαν να προχωρήσω. Τώρα βρήκα αυτό το παιδί και μέσα από το βουνό μπόρεσε να με φέρει μέχρι εδώ. Δώσε μου όμως το τηλέφωνό σου τώρα, ώστε να ενημερώσω τον Γέροντα και να του πω ότι τίποτε δεν έπαθε όπως βλέπω το μοναστήρι, ώστε να ησυχάσει κι αυτός, γιατί μας είπαν ότι κάηκε ολοσχερώς.

Γέροντα. Του έλεγε χαρούμενος στην συνέχεια. Τίποτε δεν έπαθε το μοναστήρι. Είμαι μαζί με τον Μιχάλη εδώ και έκπληκτοι βλέπουμε ότι η Παναγία μας το προστάτευσε. Ούτε και τα δένδρα της κάηκαν δηλαδή, αν και η φωτιά ήταν πολύ μεγάλη όπως μας είπαν οι πυροσβέστες.

Ωραία, έλεγε κι ο Γέροντας ως απάντηση, αλλά διώξε τον Μιχάλη από εκεί μη πάθει τίποτε ο άνθρωπος, γιατί αυτός έχει οικογένεια που πρέπει να φροντίσει. Εσύ όμως μείνε εκεί να προστατεύεις το μοναστήρι, μέχρι να επιστρέψουν οι μοναχές.

Ο Μιχάλης γέροντα ήταν εδώ από το πρωί κι ότι μπορούσε έκανε για το μοναστήρι. Θα του πω όμως να φύγει αν θέλει κι όταν έρθουν οι μοναχές, πάλι θα σας ενημερώσω. Κλείνοντας το τηλέφωνο, έλεγε και σ’ εμένα. Άκουσες; Αν θέλεις, μπορείς να αποχωρίσεις. Εγώ πάντως θα μείνω εδώ, προκειμένου να φανώ χρήσιμος στις μοναχές. Άλλωστε, περιμένω να έρθει κι ο Γρηγόρης εδώ, οπότε, δεν θα σε χρειαστώ. Τα μάτια σου όμως είναι πολύ κόκκινα Μιχάλη. Καλά θα κάνεις να τα δείξεις σε κάποιον γιατρό.

Τί να του έλεγα λοιπόν; Πάτερ? Ο Γρηγόρης ήταν εδώ και παραλίγο να καεί κι αυτός μαζί με μένα ζωντανός, αφού και σ’ αυτόν είπες ότι ήσουν εδώ και τον περίμενες. Με τα πόδια ήρθε ο άνθρωπος εδώ κι όπως είναι λογικό, το αυτοκίνητό του πηγαίνει να πάρει τώρα. Αν τον χρειάζεσαι όμως, καλά θα κάνεις να του το υπενθυμίσεις.

Αυτά είπαμε με τον πατέρα Γρηγόριο εκείνη την ώρα κι όπως έπρεπε περιμέναμε να έρθουν οι μοναχές, οι οποίες καθόλου δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Κατεβαίνοντας αυτές από τα αυτοκίνητα που τις μετέφεραν, αμέσως ενημερώθηκαν από τον πατέρα Γρηγόριο για την κατάσταση του μοναστηριού τους.

Βλέποντας κι εμένα εκεί η γερόντισσα, με ευχαριστούσε για το ενδιαφέρον που έδειξα για την μονή τους κι αφού είδε την κατάσταση να είναι έτσι ακριβώς κι όπως την περιέγραψα, έλεγε με σιγουριά, ότι αύριο το πρωί, τίποτε δεν θα θυμίζει εδώ, την ταλαιπωρία που πέρασε το μοναστήρι μας.

Ήσυχος πια κι εγώ, ότι όλα θα διορθωνόταν εκεί κι ότι θα έπαιρνε την πρότερή του μορφή το μοναστήρι, χαιρέτησα την γερόντισσα κι όσες από τις μοναχές ήταν εκεί, οι οποίες αποσβολωμένες κοιτούσαν το χάλι που έδειχνε να έχει το μοναστήρι τους.

Πηγαίνοντας προς το σπίτι μου πια, σκεπτόμουν καθ’ οδόν, την δυσκολία που θα είχαν αυτές να καθαρίσουν εκείνον τον ταλαιπωρημένο χώρο, αλλά όλο κι απορούσα, για το πως θα μπορούσαν να καθαρίσουν τα κεραμίδια τους από τα αποκαΐδια.

Φτάνοντας στο σπίτι μου βέβαια και στην γυναίκα μου την ίδια απορία εξέφρασα όταν της ανάφερα πόσα πέρασα. Όλα τα υπόλοιπα θα τα καθαρίσουν εύκολα της έλεγα, τα κεραμίδια όμως, πολύ δύσκολα.

Την επομένη το μεσημέρι και μετά από τις υποχρεώσεις μου, πέρασα πάλι από το μοναστήρι τους, επιθυμώντας να δω όπως καταλαβαίνετε, τι έκαναν οι μοναχές για τον καθαρισμό του μοναστηριού τους κι αν βρήκαν τον πρότερό τους ρυθμό. Μαζί με αυτά είναι αλήθεια, ήθελα να δω και τι έκαναν με τον καθαρισμό των κεραμοσκεπών τους, αφού για μεγάλο πρόβλημα το είχα.

Μπαίνοντας στον χώρο τους όμως, πουθενά δεν έβλεπα την εικόνα που άφησα την προηγουμένη. Τίποτε δηλαδή δεν θύμιζε την ταλαιπωρία που πέρασε το μοναστήρι, αφού όλα κυλούσαν αρμονικά κι όπως ακριβώς τα ήξερα. Τα κεραμίδια τους δε, ήταν εντελώς καθαρά και σκουπισμένα θαρρείς με ηλεκτρική σκούπα.

Ευχαριστημένες και οι μοναχές από το αποτέλεσμα, χαμογελαστές όπως πάντα μου προσέφεραν καφέ κι όταν τις ρωτούσα να μου πουν, πως και με τι μπόρεσαν να σκουπίσουν τόσο καλά τα κεραμίδια τους, ώστε να μην φαίνεται ούτε ένα σκουπιδάκι πάνω σ’ αυτά. Χαμογελαστές και πάλι έλεγαν πολύ απλά. Μα με την ηλεκτρική κύριε Μιχάλη. Πώς, αλλιώς θα το κάναμε;

Θαυμάζοντας την υπομονή τους, βγήκα πάλι στην αυλή μετά από λίγο κι από εκεί πήγα να σταθώ στο σημείο, από που καλούσα τα παιδιά να ανέβουν επάνω. Κι όπως το είχα στο μυαλό μου, θέλησα να ρίξω μια ματιά στα νότια της μονής και στην καμένη περιοχή του δάσους.

Αυτό παρατηρώντας λοιπόν, θυμήθηκα τα χθεσινά και την αγωνία που έζησα εγκλωβισμένος μέσα σε χώρο που καιγόταν από μεγάλης έκτασης πυρκαγιά, η οποία άφησε πίσω της πολλά μαυρισμένα δένδρα και άλλα τόσα αποκαΐδια.

Θαύμαζα όμως και τον ευλογημένο χαρακτήρα των γυναικών, όταν βέβαια γνωρίζουν αυτές, τι ακριβώς είναι οι γυναίκες. Μοναχές θα μου πείτε ότι ήταν αυτές που καθάρισαν σε μηδέν χρόνο εκείνον τον μεγάλο εσωτερικό κι εξωτερικό χώρο του μοναστηριού τους και τον έκαναν έτσι που τίποτε να μη θυμίζει καταστροφή.

Ναι. Μοναχές ήταν, αλλά και γυναίκες. Και διπλάσιοι να ήταν οι άνδρες που θα προσπαθούσαν κάτι τέτοιο και μοναχοί να ήταν αυτοί, το δικό τους αποτέλεσμα, δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που κατάφεραν οι μοναχές.

Σαν ένα οργανωμένο μελίσσι δηλαδή έπεσαν όλες μαζί πάνω στην οπτική έστω βλάβη που υπέστη το μοναστήρι τους και με την δική τους γυναικεία υπόσταση την αποκατέστησαν. Αυτές λοιπόν θαυμάζοντας, δεν σταματούσα να λέω έστω και μόνος μου. Μπράβο. Μπράβο. Μπράβο στης μοναχές, μπράβο και στις γυναίκες, για όσα κατάφεραν.

Κι ενώ έλεγα τέτοια εγώ στον εαυτό μου, ήρθαν κοντά μου τρεις, τέσσερεις από αυτές και με παράπονο θα έλεγα μου ζητούσαν να κάνω κάτι, ή να απομακρύνω αν μπορούσα από κοντά τους, εκείνον τον γνωστό ρεπόρτερ της πόλης μας, που με μια κάμερα στα χέρια και μια σκάλα στον ώμο του περασμένη, έτρεχε συνεχώς παντού προκειμένου να αποθανατίσει θεματικές στιγμές.

Κι ο λόγος που μου ζητούσαν να τον απομακρύνω από τον χώρο τους, ήταν ότι τις πίεζε αυτός να καθίσουν όλες μαζί και δίπλα, δίπλα, έχοντας τα χέρια και τα μάτια τους υψωμένα προς τον ουρανό, ώστε να τις φωτογραφίσει μεν και με ένα πρωτοσέλιδο εφημερίδας μετά να τις βάλει να ευχαριστούν την Παναγία μας, γιατί Αυτή έσωσε το μοναστήρι τους από το να καεί ολοσχερώς.

Καταλαβαίνοντας τις μοναχές, πλησίασα εκείνον τον ρεπόρτερ και με κάθε θεμιτό τρόπο τον απομάκρυνα, αφήνοντάς τες να συνεχίσουν το έργο τους ανενόχλητες. Αφού χαιρέτισα και την ηγουμένη στην συνέχεια, έφυγα εκείνη την ώρα, αλλά ποτέ δεν έφυγα εντελώς από κοντά τους, αφού από τότε και μετά, συνεχώς βρίσκομαι ανάμεσά τους, συμμετέχοντας κάπως κι εγώ στις εκάστοτε ανάγκες τους.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *