Όντως κινδύνευε το Μοναστήρι

 Πίστευα δηλαδή ότι μπορούσε να γίνει κάτι, ώστε να προστατευτεί το μοναστήρι, γιατί είδα την φωτιά να κωλυσιεργεί για κάποιον λόγο εκεί κάτω που έριχνε νερό με το λάστιχο ο παππούς κι αυτή η κωλυσιεργία ήταν που με ωθούσε να το ελπίζω.

Έκανε μεν βήματα δηλαδή αυτή προς το να πλησιάσει τον φράχτη του μοναστηριού για την ακρίβεια, αλλά κι επέστρεφε πάλι προς τα πίσω όπως έβλεπα, από την δύναμη ενός αέρα που την φυσούσε ανάποδα από την δική της πορεία.

Έκαιγε δηλαδή λίγα πεύκα πλησιάζοντας προς τον φράχτη, αλλά και πάλι επέστρεφε προς τα πίσω, προκειμένου να κάψει θαρρείς αυτά που άφηνε άκαυτα στο γρήγορο πέρασμά της. Κι επειδή αυτό γινόταν συνεχώς, καθυστερούσε για κάποιον λόγο την πορεία της, πράγμα που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν οι πυροσβέστες αν τους μετέφερα την ιδιοτροπία της.

Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, όταν έφτασα στο τέρμα του Πανοράματος, ήμουν ήδη αποφασισμένος, ώστε να μην υποχωρήσω υπακούοντας στις δικές τους θέσεις, οπότε, όταν τους ανέφερα το δικό μου σκεπτικό, μάλλον το δέχτηκαν ως πιθανότητα σωτηρίας, γι’ αυτό και πάλι έβαλα τους αξιωματικούς στο φορτηγάκι μου και πάλι τους μετέφερα στον χώρο του μοναστηριού, όπου και τους ανέβασα ξανά στην μικρή ταράτσα.

Από εκεί πάνω παρατηρώντας ξανά αυτοί την ιδιότροπη πορεία της φωτιάς, συμφώνησαν μαζί μου, ότι πράγματι μπορούσαν, ή προλάβαιναν να ρίξουν μερικά αεροπλάνα νερού τουλάχιστον στα πέριξ υψώματα, με την ελπίδα να σβήσουν την φωτιά, ή και να την περιορίσουν αν θέλετε, μακριά από τα όρια της μονής.

Αυτό ελπίζοντας κι αυτοί δηλαδή, αμέσως κάλεσαν δύο αεροπλάνα και μαζί με αυτά κι ένα ελικόπτερο να κάνου ρίψεις νερού, όπου αυτοί βέβαια θα τους κατεύθυναν από την ταράτσα, μέσω του ασυρμάτου που διέθεταν.

Μέχρι να έρθουν αυτά όμως, εγώ πάλι κατέβηκα από την μικρή ταράτσα, σκοπεύοντας να βρω μεν τα παιδιά, όπως και να τα μεταπείσω, ώστε να φύγουν το συντομότερο από εκεί, πριν κινδυνέψει η ζωή τους.

Το φοβόμουν αυτό είναι αλήθεια, δεδομένου ότι το μέτωπο της φωτιάς μας είχε πλησιάσει εκείνη την ώρα κατά εκατόν πενήντα μέτρα περίπου, γι’ αυτό και η ζέστη που προκαλούσε ήταν αρκετά υπολογίσιμη. Εξαιτίας της βέβαια και η αναπνοή μας γινόταν δύσκολη, αφού όταν φυσούσε προς την μονή, μας έφερνε και την οσμή των καμένων πεύκων πλησιέστερα.

Και τα αποκαΐδια τους μας προβλημάτιζαν, τα οποία θέλοντας και μη τα εισπνέαμε. Εισπνεόμενα δε αυτά, ξέραιναν και την μύτη και το λάρυγγά μας. Όσο για τα μάτια μας, τί να σας πω; Έτσουζαν συνεχώς από την επίδραση του καπνού κι εξαιτίας αυτού, έκαναν την όρασή μας δύσκολη.

Μέχρι να πίσω όμως τα παιδιά να φύγουν, άκουγα τον αξιωματικό να δίνει οδηγίες στον πιλότο του πρώτου αεροπλάνου που εμφανίστηκε και ήδη μας πλησίαζε. Έλα παλικάρι μου, του έλεγε. Κατέβα ποιο κάτω και μόλις σου πω ρίξε, να το κάνεις αμέσως. Έτσι, μπράβο. Έλα Λύγο ποιο χαμηλά του έλεγε. Τώρα. Τώρα ρίξε του έλεγε, αλλά δεν ξέρω για ποιον λόγο, έριξε το νερό του πολύ ποιο πίσω από το μέτωπο της φωτιάς και στα ήδη καμένα.

Ο δεύτερος που ακολουθούσε, έκανε κι αυτός το ίδιο, οπότε οι προσπάθειές τους πήγαν στο πουθενά. Όταν επανέλαβαν την προσπάθειά τους, πάλει τους έλεγε ο προϊστάμενος τους. Μόλις σας πω εγώ βρε παιδιά τώρα, τότε να ρίξετε το νερό σας. Ούτε πριν, ούτε μετά.

Ότι κι αν τους έλεγε αυτός όμως, το νερό έπεφτε ή πίσω, ή πολύ πριν από αυτό. Εξ’ αυτού λοιπόν, έπεφταν τα νερά επάνω μου, αλλά όχι στον στόχο τους. Μούσκεμα με έκαναν έλεγα στον αξιωματικό που κρατούσε το ασύρματο. Η φωτιά όμως είναι εκεί απέναντι κι όχι εδώ που βρίσκομαι εγώ.

Εδώ. Εδώ, έλεγε κι αυτός προς τους πιλότους, αλλά αυτοί τίποτε. Έριχναν το νερό, όχι μόνον αλλού, αλλά κι από πολύ ψηλά, οπότε, το αποτέλεσμα ήταν μηδενικό. Μάλλον δεν μπορούσαν να διακρίνουν καλά την απόσταση που τους χώριζε από το έδαφος και το μέτωπο της φωτιάς όπως κι εγώ εκτιμούσα, αφού ο καπνός που περιέβαλε πλέον την περιοχή ήταν πάρα πολύς και πολύ πυκνός.

Και προς το ελικόπτερο τα ίδια έλεγε ο προϊστάμενος τους όταν έριχνε το επιβραδυντικό, αλλά έτσι όπως έπεφτε κι αυτό, τίποτε θετικό δεν μπορούσε να κάνει, γιατί από το ύψος που το έριχνε κάτω, σαν από ψεκασμό ερχόταν, οπότε, πράγματι άδικος κόπος.

Επανέλαβαν αρκετές φορές την προσπάθειά τους είναι αλήθεια, αλλά όντως δεν έγινε κάτι καλό για τον σκοπό που χρησιμοποιήθηκαν, δεδομένου ότι τα νερά από τα αεροπλάνα έπεφταν, πότε επάνω μου και πότε στα βορειοδυτικά όρια της μονής, αλλά όχι εκεί που έπρεπε.

Κι αφού σαν ψεκασμός έπεφταν στο έδαφος, έκαιγε ανενόχλητη και η φωτιά, ξανά και ξανά την ίδια πλευρά των δένδρων. Εγώ δε, δέχτηκα από τρία αεροπλάνα νερό επάνω μου κι από ένα ελικόπτερο επιβραδυντικό, με αποτέλεσμα να γίνουν τα ρούχα μου όπως και το ρολόι που φορούσα στο χέρι μου για πέταμα.

Απογοητευμένοι και οι πυροσβέστες από το αρνητικό αποτέλεσμα, μου έλεγαν μετά από λύγο ότι έπρεπε να φύγουμε πια, γιατί σκοτείνιασε πολύ η περιοχή από τον καπνό και τίποτε δεν μπορούσαμε να δούμε πλέον, ούτε εμείς, αλλά ούτε και οι πιλότοι, οι οποίοι ήδη αποχώρισαν.

Αποφασισμένοι να φύγουν λοιπόν, πάλι τους έβαλα στο φορτηγάκι μου κι όπως έπρεπε, τους επέστρεφα προς το επιτελείο τους. Μέχρι να φτάσουμε εκεί όμως και στην έξοδο του Πανοράματος, πολλές φορές με παρότρυναν, ώστε να μείνω μαζί τους και να εγκαταλείψω κάθε άλλη προσπάθεια για την σωτηρία της μονής, αφού θα καιγόταν σε λίγο κι αυτή όπως ως ιδικοί αυτοί το εκτιμούσαν.

Παρ’ όλα αυτά όμως δεν υπάκουσα στις προτροπές τους, αν κι έβλεπα ότι είχαν δίκαιο, για τον λόγο ότι δεν ήθελα να αφήσω την μονή αφύλαχτη, αλλά κι εκείνα τα παιδιά έπρεπε να βγάλω έξω από τα όριά της.

Όταν επέστρεψα λοιπόν, εκεί γύρο στις δώδεκα και κάτι το μεσημέρι δηλαδή, άφησα το αυτοκίνητό μου στην αυλή και πήγα να μπω μέσα στους χώρους της μονής, από άπου σκόπευα να καλέσω τα παιδιά να ανέβουν πια επάνω αφού όλοι μας εγκατέλειψαν και μόνοι μας, τίποτε δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε.

Εκείνη την ώρα όμως, βρήκα έναν άνθρωπο να περιφέρεται μέσα στο σκοτάδι και με ένα κινητό στα χέρια να μιλά με κάποιον και να του αναφέρει λεπτομερώς, τι ακριβώς γινόταν μέσα στο μοναστήρι.

Νομίζοντας ότι ήταν κάποιος από τους επιτήδειος, από αυτούς δηλαδή που στην αναμπουμπούλα κάνουν επιθέσεις σε αφύλακτους χώρους, τον άρπαξα από τον σβέρκο και επιτακτικά του ζητούσα να μου πει τί έκανε εκεί και τί ετοίμαζαν μαζί με αυτόν που μιλούσε.

Αναγνωρίζοντας αυτός την φωνή μου, έλεγε κατευναστικά. Εγώ είμαι κύριε Μιχάλη, ο Γρηγόρης από τον Μαρμαρά. Όταν τον αναγνώρισα κι εγώ, βεβαίως και τον ρωτούσα να μου πει, όχι μόνο πώς βρέθηκε εκεί, αλλά και τι έκανε, όπως και με ποιόν μιλούσε στο τηλέφωνο.

Λαχανιασμένος αυτός από το σφίξιμο που του έκανα, έλεγε πολύ σιγά, ότι ο πατήρ Γρηγόριος του είπε να έρθει στο μοναστήρι κι όπως μου εξηγούσε στα γρήγορα, με τα πόδια ήρθε μέχρι εκεί από την Θέρμη, αφού στα μπλόκα που συνάντησε, δεν επέτρεπαν σε κανένα από τα αυτοκίνητα να ανέβουν προς το Πανόραμα. Και στο ερώτημα, με ποιόν μιλούσε στο κινητό του, έλεγε ότι με την γερόντισσα Φεβρονία μιλούσε εκείνη την στιγμή και τις ανάφερε αυτά που γινόταν στο μοναστήρι τους.

Ακούγοντας την ιστορία του, πήρα αμέσως στα χέρια μου το κινητό του κι όπως έπρεπε, εγώ πλέον κατατόπιζα την γερόντισσα για όσα συνέβησαν πριν, όπως και γι’ αυτά που συνέβαιναν εκείνη την στιγμή. Την καθησύχασα δηλαδή, λέγοντάς της ότι δεν είχε καεί ακόμη η μονή τους, οπότε χάρηκε η γερόντισσα, γι’ αυτό και ζήτησε να της περιγράψω λεπτομερώς την κατάσταση. Αφού το έκανα κι αυτό, της έλεγα στο τέλος ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί ακόμη, γιατί η φωτιά βρισκόταν στα εκατό μέτρα περίπου μακριά από τον φράχτη της μονής κι ότι για την ώρα, βεβαίως και δεν κινδύνευε.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την φράση μου όμως και με διέψευδε πασιφανώς η φωτιά, οπότε, έλεγα απογοητευμένος πια προς στην γερόντισσα. Γερόντισσα, μόλις τώρα έγινε αυτό που φοβόμασταν. Μέσα από τον καπνό κι από την πλατεία που βρίσκομαι, τώρα βλέπω την μονή να καίγεται, ξεκινώντας από τα ξύλα της οροφής μάλλον.

Ακούγοντας τα δυσάρεστα, έχασε την φωνή της για λύγο η γερόντισσα, αλλά κι έλεγε μετά από λίγο, ότι έπρεπε να φύγουμε πια από εκεί και το συντομότερο μάλιστα, μη τυχόν και κινδυνεύαμε από την εξάπλωση της φωτιάς. Υπακούοντας στην εντολή της, έκλεισα αμέσως την γραμμή και μαζί με τον Γρηγόρη πήγαμε να πάρουμε τα παιδιά.

Πριν κάνουμε κι αυτό, ακόμη μια φορά ψάχναμε μαζί με τον Γρηγόρη τον πατέρα Γρηγόριο, τον οποίο όμως, πουθενά δεν βρίσκαμε. Εκεί λοιπόν βρήκα κι εγώ χρόνο, ώστε να τον ρωτήσω να μου πει, γιατί τον κάλεσε εκεί ο πατήρ Γρηγόριος και τι του ζήτησε να κάνει.

Δεν ξέρω απαντούσε αυτός. Μου είπε πολύ απλά ότι βρίσκετε στο μοναστήρι κι ότι ήθελε να τον συναντήσω εδώ το συντομότερο δυνατόν, προκειμένου να τον μεταφέρω κάπου με το αυτοκίνητό μου. Αυτό λοιπόν ήρθα να κάνω εδώ κι αντί να τον βρω, έπεσα πάνω στην πυρκαγιά.

Δεν βγάζαμε άκρη με την συμπεριφορά του πατρός Γρηγορίου, αλλά κι αν βρισκόταν στο μοναστήρι όπως μας είπε, έπρεπε να τον βρούμε έστω και καμένο. Υπολογίζοντας στο τέλος, ότι μάλλον δεν ήταν εκεί κι ότι μάλλον σκόπευε να έρθει, αλλά εμποδίστηκε κι αυτός να περάσει από τα μπλόκα κι έτσι μας έστειλε να καούμε εμείς ζωντανοί, χωρίς βέβαια να υπολογίζει την δική μας συμπεριφορά.

Αυτά σκεπτόμενοι λοιπόν, πάψαμε να ψάχνουμε τον πατέρα Γρηγόριο κι όπως έπρεπε, ανεβάσαμε τα παιδιά στην μικρή πλατεία στην συνέχεια, εκτός από τον παππού βέβαια, ο οποίος με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να μας ακολουθήσει.

Κι αφού μπήκαν γρήγορα στο φορτηγάκι μου και στριμώχθηκαν στην καρότσα του τα παιδιά προκειμένου να χωρέσουν, άφησε την συρόμενη πόρτα του ανοιχτή ο Γρηγόρης για πάν ενδεχόμενο και ήρθε να καθίσει δίπλα μου. Με το που μπήκε κι αυτός όμως, αμέσως ετοίμασα την μηχανή προκειμένου να ξεκινήσουμε προς την έξοδο της μονής, οπότε, του έλεγα βιαστικά, ότι θα τους πήγαινα μεν μέχρι το Πανόραμα κι εκεί όπου βρίσκονται όλες υπηρεσίες, ενώ εγώ θα επέστρεφα, προκειμένου να προσπαθούσα κάτι ακόμη, γιατί δεν ήθελα να καεί το μοναστήρι, αν και δεν ήξερα να του πω, τι ακριβώς θα μπορούσα να κάνω.

Ακούγοντας ο Γρηγόρης την απόφασή μου, έλεγε και με το δίκαιό του. Άκουσέ με Μιχάλη. Σε λίγο θα μπει και μέσα στην μονή η φωτιά κι όπως σε βλέπω και με βλέπεις, θα γίνει ολόκληρη παρανάλωμα. Οπότε, τίποτε δεν θα μπορέσεις να κάνεις. Και πριν ακόμη προλάβεις να σκεφτείς εσύ οτιδήποτε γύρο από αυτό που έχεις βάλει στο μυαλό σου, σαν ποντίκι βλέπω να καίγεσαι ζωντανός, μη μπορώντας να διαφύγεις από πουθενά, όσο κι αν το επιδιώκεις.

Κι αν πάλι κάνεις όπως μου είπες πριν, να μείνεις μέσα στο αυτοκίνητό σου, αυτό ιδικά σαν λαμπάδα θα αρπάξει φωτιά, γιατί η βαφή του και μόνον από βενζίνη είναι φτιαγμένη. Ως βαφέας αυτοκινήτων σου το λέω κι αυτό. Έλα μαζί μας λοιπόν, γιατί μαζί με το χρώμα, θα πάρει φωτιά και το ρεζερβουάρ του, οπότε, στο λεπτό θα ανατιναχτείς μαζί του.

Αυτά μου έλεγε ο Γρηγόρης προκειμένου να με πείσει, αλλά κι εγώ, όντως αποφασισμένος να κάνω αυτό που του ανάφερα, γρήγορα ξεκίνησα και πατώντας το γκάζι μου στο τέρμα, σκόπευα να περάσω με φόρα από την μεγάλη και ανοιχτή αυλόπορτα.

Όταν φτάσαμε κοντά της όμως, ένα γερό φύσημα του αέρα έσπρωξε την φωτιά προς το μέρος της, με αποτέλεσμα να αρπάξει φωτιά εκείνη την στιγμή μια συστάδα δένδρων που βρισκόταν δεξιά της όπως την βλέπαμε βγαίνοντας και μπροστά στον κίνδυνο να καούμε όλοι μαζί κλεισμένοι μέσα στο αυτοκίνητο, κατεβείτε κάτω φώναξε με αγονία ο Γρηγόρης, ενώ κοκάλωνα εγώ το φορτηγάκι μου, πριν βρεθούμε μέσα στην φωτιά.

Δεν περίμεναν δεύτερη ιδιοποίηση τα παιδιά. Πήδηξαν έξω από την ανοιχτή πόρτα της καρότσας και μέσα από το δασάκι που υπάρχει στα αριστερά της πύλης, βρέθηκαν στον δρόμο τρέχοντας την ανηφόρα και πίσω από αυτούς έτρεχε κι ο Γρηγόρης.

Έκανα πίσω εγώ προς στιγμήν και παίρνοντας περισσότερη φόρα, επιχειρούσα να περάσω με ταχύτητα μέσα από την φωτιά το αυτοκίνητό μου. Ένα δυνατό μη, του Γρηγόρη όμως, με ανάγκασε να πατήσω φρένο και να κοκαλώσω για δεύτερη φορά το αυτοκίνητό μου, προκειμένου να δω τον λόγο της απαγόρευσής του.

Μη το επιχειρήσεις, έλεγε αυτός δυνατά από το ύψος του δρόμου, γιατί Θα καείς. Την φωνή του άκουσα μόνον, γιατί δεν μπορούσα να τον διακρίνω μέσα από τον καπνό. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που δεν ξέρω να σας πω τώρα, προς τα πού πήγαν τρέχοντας.

Αδιαφορώντας για το μη του Γρηγόρη στην συνέχεια, πάτησα το γκάζι και όρμησα προς την καιόμενη πύλη και πριν προλάβω να βγω έξω από αυτήν, τρία από τα καιόμενα δένδρα έπεσαν μπροστά μου και μου έκλεισαν τελείως την έξοδο.

Προκειμένου να μη καώ λοιπόν, μένοντας μέσα στην φωτιά, έκανα πάλι πίσω και στάθηκα στο κέντρο της πλατείας για λύγο, μέχρι να σκεφτώ τι έπρεπε να κάνω, ώστε να γλυτώσω από το να καώ ζωντανός, όπως πολύ πιθανό το έβλεπα πλέον.

Ψάχνοντας για διέξοδο όμως, έβλεπα μέσα από την σκοτεινιά του καπνού, να περικυκλώνει τελικά η φωτιά το μοναστήρι και το μόνο σημείο που δεν είχε ακόμη πειραχτεί, ήταν το μικρό δασάκι της βόρειας πλευράς του μοναστηριού, μέσω του οποίου διέφυγαν τα παιδιά κι ο Γρηγόρης πριν από λίγο όπως σας είπα.

Η ζέστη ήταν αρκετή μεν εκείνη την στιγμή, αλλά για κάποιον λόγο που δεν ξέρω να σας πω, δεν μου ήταν αφόρητη, αν και η φωτιά μπήκε πια κι από τα δυτικά μέσα στον χώρο της μονής όπως έβλεπα. Έφτασε δε τόσο κοντά αυτή, που έκαιγε πλέον τα πεύκα που βρισκόταν πίσω ακριβός από την εκκλησία, όπως την βλέπουμε από την μικρή πλατεία.

Αν κι αυτά απείχαν μόλις πέντε έως δέκα μέτρα από τις κεραμοσκεπές της εκκλησίας και των υπόλοιπων κτισμάτων του μοναστηριού, όπως κι από τα ξύλινα παντζούρια τους, τίποτε από αυτά δεν άρπαζε φωτιά, αλλά ούτε και τα δένδρα καιγόταν ολοσχερώς όπως έβλεπα.

Καιγόταν δηλαδή από την μια πλευρά τους, αλλά όχι από την άλλη. Για κάποιον λόγο που δεν ξέρω να σας πω και πάλι, θα έλεγα ότι δεν επιτρεπόταν στην φωτιά να πλησιάσει περισσότερο. Όπως δεν της επιτρεπόταν να κάψει και κάτι άλλο, εκτός από την σκεπή της καθώς σας ανάφερα στα παραπάνω.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *