Πέρασε μια εβδομάδα και ακόμα ήμασταν στην αναμονή εμείς
, του πότε επιτέλους θα έρθουν να μας αντικαταστήσουν οι υπόλοιποι στρατιώτες στον χώρο της θερινής μας διαβίωσης.
Αυτούς λοιπόν τους αναμενόμενους και μη ερχόμενους ακόμη ρωτούσε ο δόκιμος μας από τηλεφώνου κάθε μέρα, θέλοντας να πληροφορηθεί τον λόγο της αργοπορίας τους στις εγκαταστάσεις μας. Αλλά και κάθε μέρα την ίδια στερεότυπη απάντηση έπαιρνε. «Ερχόμαστε, περιμένετε>>.
Περιμέναμε εμείς, αλλά και αγωνιούσαμε για την αργοπορία τους, γιατί βάζαμε με το μυαλό μας ότι κάτι κακό με τον στρατό συνέβαινε πάλι, γι’ αυτό και δεν ησυχάζαμε.
Στο τέλος εκείνης της εβδομάδος όμως επιβεβαιώθηκαν και μάλιστα πλήρως οι ανησυχίες μας, εξαιτίας μιας επιστολής που μας έφερε ο στρατιωτικός ταχυδρόμος από το περιβάλλον του Στρατηγού. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, μας διέταζαν ευθέως μέσω αυτής.
– Κατεβείτε κάτω πάραυτα. Δεν θα ανεχθώ περισσότερο την απείθεια σας. Αν δεν υπακούσετε στην διαταγή του στρατηγού, θα σας επιβληθούν οι προβλεπόμενες από τον στρατιωτικό νόμο κυρώσεις.
Θορυβήθηκε ο δόκιμος διαβάζοντας εκείνη την έγγραφη διαταγή, γι’ αυτό και με τον ίδιο τρόπο ζήτησε από τον στρατηγό το δικαίωμα να ενημερώσει πρωτίστως τον διοικητή μας, πριν κάνει οτιδήποτε.
Ήρθε όμως μια δεύτερη επιστολή το απόγευμα της ίδια μέρας από τον στρατηγό και αυτή ήταν πολύ πιο αυστηρή.
– Όταν λέμε πάραυτα. Το εννοούμε. Εγώ είμαι ο διοικητής όλων, όπως και του διοικητού σας. Κατεβείτε λοιπόν κάτω, τώρα.
Τα έχασε ο δόκιμος όταν διάβασε και την άνωθεν όλων διαταγή, γι’ αυτό και δεν ήξερε τι να κάνει. Πάνω που ετοιμαζόταν όμως να μας πει, ότι πρέπει να κατέβουμε κάτω αν δεν θέλαμε να αποφύγουμε τους μπελάδες, ήρθε επιτέλους η αλλαγή που από μέρες περιμέναμε.
Συνοδός της στρατιωτικής πομπής όμως, δεν ήταν ο διοικητής μας όπως περιμέναμε, αλλά ο υποδιοικητής μας και ταγματάρχης στον βαθμό. Μόλις είδε ο δόκιμος τα οχήματα τους να μπαίνουν στον χώρο της κατασκήνωσης μας, ανακουφίστηκε από το βάρος της ευθύνης που είχε, γι’ αυτό και αμέσως έτρεξε να τους καλωσορίσει.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο υποδιοικητής μας, μόλις ενημερώθηκε από τον δόκιμο για τις απανωτές επιστολές που λάμβανε από τον στρατηγό, ήταν να δώσει εντολή στους νεοφερμένους στρατιώτες να εγκατασταθούν.
Αμέσως μετά, κάλεσε τους λοχαγούς που ήρθαν μαζί του, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού για το τι έπρεπε να κάνουν, δεδομένου ότι όλοι ενημερώθηκαν για τις επιστολές του Στρατηγού.
Μέχρι να πάρουν τις αποφάσεις τους οι αξιωματικοί μας, βρήκαν χρόνο οι στρατιώτες της αλλαγής και μας ενημέρωσαν για όσα έγινα στην μονάδα, εξαιτίας των οποίων καθυστέρησαν την δική τους αλλαγή.
Κάλεσαν τον διοικητή μας στην Νάπολη της Ιταλίας έλεγαν και σε ένα κλιμάκιο του ΝΑΤΟ που εδρεύει εκεί, προκειμένου να συμμετάσχει σε μια επίλεκτη ομάδα ανωτέρων αξιωματικών, αλλά με δυνατότητες.
Θα ήταν προεδρεύων αυτός σ’ εκείνο το κλιμάκιο και ότι το ΝΑΤΟ τον κάλεσε εκεί, προκειμένου να εκπροσωπήσει τις αξίες και την δυναμική των Ελλήνων αξιωματικών στην ιστορία του στρατού ανά τους αιώνες.
Μας είπαν δε, ότι τους έκανε αποχαιρετιστήριο γλέντι πριν φύγει από την μονάδα και ότι έκλαιγαν οι στρατιώτες όταν έμαθαν τα νέα έστω και αν αυτά ήταν τιμή για τον διοικητή μας, όπως και για όλους τους Έλληνες αξιωματικούς.
Ήταν πολύ συγκινημένος όμως αυτός και στην αναφορά που έκανε πριν από την αναχώρηση του, χαιρετούσε όλους τους στρατιώτες και έναν έναν ξεχωριστά και μάλιστα με χειραψία. Όταν δε τους έσφιγγε το χέρι, κόμπιαζε και δεν μπορούσε να πει καλά αυτά που έλεγε σε όλους.
– Τιμή μου που σε είχα στρατιώτη μου. Καλός πολίτης και να αγαπάς την πατρίδα σου.
Πολύ στεναχωρήθηκα μ’ αυτά που άκουσα, γι’ αυτό και δεν ήθελα πλέον να μείνω εκεί. Περίμενα την λήξη της συνεδρίασης των αξιωματικών μας, ώστε να ζητήσω την άδει από τον λοχαγό μου να διακόψει την παραθέριση μου, επιθυμώντας να επιστρέψω κι εγώ μαζί με τους άλλους στην μονάδα μας.
Όταν μετά από λίγο έληξε η σύσκεψη τους, θέλησε ο υποδιοικητής μας να μας ανακοινώσει το αποτέλεσμα της, γι’ αυτό και ζήτησε να συνταχθούμε όλοι στην αναφορά.
Αφού μας είπε πρώτα αυτά που και οι στρατιώτες πρόλαβαν να μας πουν και αφορούσαν την μετάθεση του διοικητού μας, πρόσθεσε.
– Βάσει του κανονισμού λοιπόν και μέχρι να ορισθεί από την διοίκηση του στρατού, νέος διοικητής στην μονάδα μας, οφείλω να αναλάβω εγώ την διοίκηση σας.
Έστω και ως υπηρεσιακός διοικητής λοιπόν, οφείλω να ενημερώσω και τον στρατηγό τα περί του διοικητού μας, έστω και αν αυτός γνωρίζει την αποχώρηση του. Όπως είναι βέβαιο αυτό όμως, υπολογίζει και το ότι θα έλαβα υπόψιν μου αυτά που αναφέρονται τις επιστολές που μας έστειλε.
Όταν τον συναντήσω λοιπόν, θα πρέπει να του πω. Ή ότι κατεβαίνουνε τώρα εκεί κάτω και μαζί τους, ή ότι λόγω της ξαφνικής αποχώρησης του διοικητού μας, δεν έχουμε διάθεση να συνεχίσουμε την παραθέριση μας, γι’ αυτό και θέλουμε να αποχωρίσουμε.
Σας λέω δε, ότι εγώ δεν έχω την δυνατότητα να επιβάλω την παραμονή μας εδώ πάνω, όπως έκανε ο απερχόμενος διοικητής μας. Γι’ αυτό λοιπόν, θα πρέπει να μου πείτε κι εσείς την άποψη σας. Θέλετε να φύγουμε όπως ήρθαμε; Ή θέλετε να πάμε κάτω και να μείνουμε μαζί τους;
Να φύγουμε απάντησαν όλοι μαζί και με ένα στόμα. Τόσο αυτοί που από καιρό παραθέριζαν σαν κι εμένα, όσο και αυτοί που μόλις πάτησαν το πόδι τους εκεί. Μ’ αυτήν την δήλωση στα χέρια ο υποδιοικητής μας, κατέβηκε αμέσως στον στρατηγό, όπου και του ανακοίνωση την απόφαση μας.
Μας βρήκε έτοιμους προς αναχώρηση όταν επέστρεψε και ως διοικητής μας πλέον, μας είπε στην αναφορά που κάναμε λίγο πριν ξεκινήσουμε.
– Καθόλου δεν άρεσε στον στρατηγό η απόφασή μας. Δεν ήθελε και να επιμείνει όμως, οπότε, μας έδωσε την άδεια να επιστρέψουμε στην βάση μας.
Όταν πια φύγαμε από εκεί, δεν αφήσαμε πίσω μας τίποτε κακό που να θυμίζει, ότι για είκοσι και πλέον μέρες, έμεναν διακόσιοι πενήντα στρατιώτες σ’ εκείνον τον χώρο.
Οι κάτοικοι της περιοχής όμως στεναχωρήθηκαν, αλλά και απορούσαν με την ξαφνική μας αναχώρηση, γι’ αυτό και μας φώναζαν με τα ονόματά μας όταν έβλεπαν τα στρατιωτικά μας οχήματα να περνούν ξανά έξω από τις αυλές τους.
– Γιάννη, Κώστα, Δημήτρη, Μιχάλη. Γιατί φεύγετε; Σας φέραμε ντομάτες και καρπούζια. Σταματήστε να σας τα δώσουμε!
Εγώ που όπως πάντα ήμουν τελευταίος στην φάλαγγα των οχημάτων, μάζευα τα περισσότερα από την αγάπη τους και πράγματι δεν μπορούσα να κρύψω την συγκίνηση μου.
Επιστρέψαμε στεναχωρημένοι στην μονάδα μας όπως καταλαβαίνετε, όχι γιατί δεν κάναμε μπάνια, αλλά γιατί χάσαμε τον άριστο διοικητή μας. Στην πρωινή αναφορά της επομένης μέρας, συνειδητοποιήσαμε για τα καλά πια, ότι τίποτε πλέον δεν θα ήταν όπως πριν.
Ό,τι και να μας συνέβαινε όμως, συνεχίζαμε την στρατιωτική μας πορεία με υπομονή, αφού ούτως η άλλως, αυτή ήταν μια περίοδος με λήξη για μας, την οποίαν και περιμέναμε από τότε που καταταχθήκαμε στον στρατό. Εγώ συγκεκριμένα, μετρούσα τρεις μήνες θητείας ακόμη μέχρι να πάρω το απολυτήριο μου απ’ αυτόν.
Επιστρέφοντας ωστόσο στα καθημερινά μας, μπήκα και πάλι όπως ήταν αναμενόμενο στην κανονική μου υπηρεσία και όπως πρώτα, έκανα τα ίδια. Μετέφερα δηλαδή τους αξιωματικούς μας με το λεωφορείο μου, μια προς την μονάδα μας και μια προς την πόλη του Κιλκίς και έτσι κυλούσαν ήσυχα οι μέρες μου σ’ εκείνο το στρατόπεδο.
Δεν πέρασαν καλά καλά δεκαπέντε μέρες όμως αφότου έφυγε ο διοικητής μας και μας έστειλαν άλλον και ισόβαθμο διοικητή στην θέση του. Αντισυνταγματάρχης ήταν και αυτός βέβαια, αλλά όπως μάθαμε από τον ίδιο, ήταν καθηγητής στην Στρατιωτική σχολή και από εκεί μας ήρθε. Μπορεί να ήταν καλός αυτός ως καθηγητής, αλλά ως διοικητής μονάδας και μάλιστα αμέσου επεμβάσεως και άριστα εκπαιδευμένης όπως ήταν η δική μας, δεν είχε καμιά ιδέα για το πως έπρεπε να την διοικήσει.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που μετά από λίγο χρονικό διάστημα παρουσιάζαμε την εικόνα ενός κολεγίου, δεδομένου ότι τίποτε από όσα ήμασταν μαθημένοι να κάνουμε δεν εφαρμόζαμε ως στρατιώτες.
Έχασε την αίγλη της η μοίρα πυραύλων και μαζί μ’ αυτήν, χάσαμε και τους άριστους αξιωματικούς μας, γιατί άρχισαν σιγά σιγά και ένας ένας να φεύγουν ζητώντας μετάθεση και έτσι; Τίποτε πλέον δεν θύμιζε τον παλιό καλό καιρό.
Μας ταλαιπωρούσε βέβαια ο παλιός μας διοικητής επιδιώκοντας την συνεχή μας εκπαίδευση, αλλά και σπουδάζαμε κοντά του εποικοδομητική διοίκηση και πως αυτή εφαρμόζεται, διαχωρίζοντας την θέση της από την ανοησία που υπάρχει στην κούφια θέση της εξουσίας.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μπορούσαμε να έχουμε πλέον, αφού ο νέος μας διοικητής ήταν καθηγητής και μόνον καθηγητής.
Μπήκε για τα καλά όμως ο Σεπτέμβριος του εξήντα εννιά και τότε ήταν που ήρθε διαμαρτυρόμενος στο στρατόπεδο μας ένας αγρότης της περιοχής, ο οποίος και έκανε πολλά παράπονα στον διοικητή μας.
– Έχω το αμπέλι μου στο σύνορο με τον δικό σας φράχτη, του είπε, και από όσα διαπίστωσα, οι στρατιώτες που κάνουν τα βράδια περίπολο γύρω από το στρατόπεδο σας, μου κλέβουν τα σταφύλια.
Το έκανε θέμα αυτό ο διοικητής στην πρωινή μας αναφορά, γι’ αυτό και μας παρακάλεσε να μη κάνουμε πράγματα που προσβάλουν όλους μας.
– Δεν είναι σωστό, είπε, το να μας κάνουν οι άνθρωποι τέτοιου είδους παρατηρήσεις.
Υποθέσαμε ότι μετά και από την παρατήρηση που μας έκανε ο διοικητής μας, θα σταματούσε το πράγμα εκεί και ότι δεν θα συνεχιζόταν εκείνο το κακό, δεδομένου ότι δεν ήμασταν μαθημένοι να ακούμε προσβολές.
Δεν σήκωνε τέτοια ο παλιός μας διοικητής. Και ποιος θα τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο άλλωστε, αφού για παραδειγματισμό των υπολοίπων, δεν δίστασε να κρεμάσει μια μέρα έναν στρατιώτη ανάποδα.
Τον άφησε δε να αιωρείται όλη την νύχτα κρεμασμένος από το πανύψηλο υδραγωγείο της μοίρας, γιατί όπως του ανακοίνωσαν από την ΕΣΑ που μας τον έφερε δεμένο χειροπόδαρα, τον έπιασαν να κλέβει νυχτιάτικα το περίπτερο ενός ανάπηρου πολέμου, μέσω του οποίο ζούσε ο άνθρωπος την οικογένεια του.
Όσο καλός και προστατευτικός ήταν προς όλους ο παλιός μας διοικητής σε κάθε περίπτωση, άλλο τόσο σκληρός και ανελέητος φάνηκε μ’ εκείνον τον στρατιώτη, πράγμα βέβαια που κανείς μας δεν επιβράβευσε, αλλά και κανείς από μας δεν το ξέχασε.
Πολύ του κακοφάνηκε αυτό που έγινε, γιατί σ’ αυτόν ειδικά όπως και σε πολλούς άλλους που δεν είχαν οικονομική υποστήριξη από τα σπίτια τους, διέθετε αρκετά από την δική του τσέπη ώστε να μην φτάσουν στο σημείο να κάνουν κάτι παρόμοιο οι στρατιώτες του.
Και δεν το έκανε αυτό μόνον για τα καθημερινά τους έξοδα, αλλά και τα εισιτήρια τους διέθετε προκειμένου να κάνουν την άδεια τους με αξιοπρέπεια, χωρίς να τους ζητά την επιστροφή των χρημάτων που τους έδινε.
Συχνά δε τόνισε στην αναφορά την επιθυμία του να ενισχύσει αυτός τις οικονομικές ανάγκες οποιουδήποτε εκ των στρατιωτών το χρειαζόταν και πολύ το χαιρόταν όταν αυτοί του εμπιστευόταν τον πόνο τους, γι’ αυτό και απλόχερα τους ενίσχυε και όχι μόνον οικονομικά.
Αφότου όμως γίναμε κολέγιο με τον νέο μας διοικητή, όλα και όλοι χαλάρωσαν τόσο πολύ, που δεν αναγνωρίζαμε πλέον ούτε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας, γι’ αυτό και κάθε τόσο ερχόταν εκείνος ο αγρότης και έκανε συνεχώς παράπονα, δεδομένου ότι συνέχιζαν να του κλέβουν τα σταφύλια οι στρατιώτες.
Ξέραμε ποιοι ήταν αυτοί που μας εξέθεταν στον αγρότη, γι’ αυτό και σκεφτήκαμε να δώσουμε εμείς και μόνοι μας λύση στο θέμα που από τα ανέλπιστα μας προέκυψε.
Κάναμε λοιπόν σύσκεψη μια μέρα γι’ αυτόν τον σκοπό και σ’ αυτήν, πήραμε την απόφαση να δώσουμε ένα γερό μάθημα στους κλέφτες σταφυλιών και αυτό να είναι τέτοιο μάλιστα, που να μην τους επιτρέπει να κλέβουν στο εξής τα σταφύλια εκείνου του αγρότη.
Τέσσερις ήταν αυτοί που έκλεβαν τα σταφύλια και οι κοινοί τους φόβοι ήταν η αιτία που τους έδενε σαν ομάδα, γι’ αυτό και δρούσαν ομαδικά. Οι δύο απ’ αυτούς φοβόταν την νύχτα γενικά και οι άλλοι δύο φοβόταν τα φαντάσματα. Ο ένας απ’ αυούς μάλιστα τα φοβόταν τόσο πολύ, που ούτε να ακούσει κάτι γι’ αυτά μπορούσε.
Όλοι αυτοί λοιπόν κανόνιζαν έτσι τα πράγματα, ώστε να είναι πάντα μαζί υπηρεσία, για τον λόγο ότι ένιωθαν ποιο ασφαλείς όταν ήταν αναμεταξύ τους κάπου, πράγμα που έκαναν και στην καθημερινότητα τους δηλαδή.
Αυτό που προτάθηκε στην σύσκεψη μας ως μέτρο αντιμετώπισης, ήταν το να τους τρομάξουμε βασισμένοι στους φόβους τους. Αφού καταλήξαμε στο πως πότε και πού θα το κάναμε αυτό, αγοράσαμε μια δωδεκάδα άσπρα σεντόνια από το Κιλκίς και περιμέναμε την ημέρα που θα έμπαιναν και πάλι περίπολα οι της παρέας, αφού τότε έκλεβαν τα σταφύλια.
Όταν επιτέλους έγινε αυτό, πήγαν δώδεκα από μας και κρύφτηκαν μέσα στο εν λόγο αμπέλι, έχοντας μαζί τους και τα άσπρα σεντόνια. Τα έριξαν πάνω τους όταν έφτασαν στο προκαθορισμένο σημείο και περίμεναν εκεί την στιγμή που ήξεραν ότι θα ερχόταν οι επίδοξοι κλέφτες.
Από το πρωί εκείνης της ημέρας είχαν συμφωνήσει αυτοί το σημείο, όπως και την ώρα που θα συναντιόνταν έξω από το συρματόπλεγμα του στρατοπέδου, προκειμένου να κάνουν όπως πάντα στην ώρα της αλλαγής της βάρδια τους, την εισβολή τους στο αμπέλι.
Πράγματι και έγινε η προκαθορισμένη συνάντηση τους και αφού κανείς δεν μπορούσε να τους εμποδίσει, μπήκαν όλοι μαζί εκεί, με σκοπό να κλέψουν και πάλι τα ξένα σταφύλια.
Την στιγμή όμως που αυτοί ήταν απορροφημένοι στον σκοπό τους και έψαχναν από ποια κλήματα να πάρουν σταφύλια, σηκώθηκαν ξαφνικά από τις θέσεις τους οι κρυμμένοι και σκεπασμένοι με τα άσπρα σεντόνια στρατιώτες. Και δεν σηκώθηκαν μόνον, αλλά και με όλη τους την δύναμη κραύγαζαν, όπως ο καθένας τους μπορούσε.
Η τρομάρα που πήραν οι κλέφτες από τις φωνές και από την φιγούρα εκείνων των όντων που έβλεπαν μπροστά τους ήταν τόσο μεγάλη, που από τον φόβο τους, παράτησαν τα όπλα τους εκεί και τρέχοντας μπήκαν όλοι μαζί μέσα στο στρατόπεδο.
Έντρομοι βεβαίωναν τους πάντες εκεί, ότι πράγματι και τους κυνηγούσαν φαντάσματα και ότι αυτά ήταν πάρα πολλά και άσπρα. Ήταν όλοι τους ενημερωμένοι όμως, γι’ αυτό και έδειχναν ότι τους πίστευαν.
Για να τους δείξουν δε ότι συμμερίζονταν τους φόβους τους, έστειλαν άλλους να κάνουν το υπόλοιπο της υπηρεσίας τους και έτσι έφεραν αυτοί πίσω τα όπλα τους.
Μετά από κείνο το συμβάν, σταμάτησαν όπως ήταν και αναμενόμενο οι κλοπές και έτσι βρήκε επιτέλους ο αγρότης την ησυχία του και το εισόδημά του απείραχτο.
Μιχάλης Αλταλίκης