Περνούσαμε καλά και ανέμελα πάνω σ’ εκείνο τον διαμορφωμένο πλέον χώρο και όντως χαιρόμασταν τις στρατιωτικές μας διακοπές. Και την θέα που μας προσέφερε εκείνος ο χώρος απολαμβάναμε, τόσο από την πλατιά θάλασσα του βορείου Αιγαίου, όσο και από την ογκώδη φιγούρα του Ολύμπου, που δέσποζε στο φόντο του ορίζοντα έτσι όπως αυτός απλώνονταν απλόχερα μπροστά μας.
Όλοι το διασκεδάζαμε εκεί και με κάθε τρόπο όπως είπα, γι’ αυτό και ο καθένας από μας έκανε ότι μπορούσε προκειμένου να κάνει την παραμονή του πάνω σ’ εκείνο τον υψίπεδο χώρο πιο ευχάριστη.
Εμένα με ευχαριστούσε το γεγονός ότι το πόδι μου καλυτέρευε αισθητά με την βοήθεια των αμμόλουτρων και της γυμναστικής που του έκανα μέσα στην θάλασσα, όπως μ’ ευχαριστούσε και το ότι είχα απεριόριστο χρόνο στην διάθεσή μου, προκειμένου να “επεξεργάζομαι” λεπτομερώς τον εαυτό μου όπως το συνήθιζα.
Μ’ απασχολούσαν πολλά, όπως και είχα πολλά ενδιαφέροντα που έπρεπε να ταξινομήσω σωστά μέσα μου, γι’ αυτό και μονίμως έκανα αυτήν την επεξεργασία όταν το μπορούσα.
Μου άρεσε να επεξεργάζομαι τον εαυτό μου και τα δεδομένα μου, αφού από πάντα ήθελα να είμαι οντότητα με υποδομή και προδιαγραφές, γι’ αυτό και από παιδί είχα αυτήν την συνήθεια.
Με ενδιέφερε όπως καταλαβαίνετε και το να ζω χρήσιμος, όχι μόνον για μένα, αλλά και για όλους και για όλα, οπότε έπρεπε να προετοιμάζω τον εαυτό μου μονίμως κατάλληλα γι’ αυτόν τον σκοπό.
Έκανα από μόνος μου βέβαια αυτήν την επεξεργασία στον εαυτό μου, γιατί δεν ήξερα ότι μπορούσα να βοηθηθώ από πιο ειδικούς και πιο έμπειρους γι’ αυτό το αποτέλεσμα ανθρώπους.
Όποια διαμόρφωση κι αν κατάφερα να κάνω στον εαυτό μου όμως, αυτή είναι αποτέλεσμα πολύ προσωπικού κόπου και πόνου και αυτό γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να διαμορφώσει κανείς τον εαυτό του από μόνος του με ασφάλεια και τότε μάλιστα, όταν όντως θέλει να αποκτήσει προδιαγραφές.
Εξοικειωμένος λοιπόν μ’ αυτήν την διαδικασία, διαπίστωσα ότι σπουδάζει κανείς περισσότερα και ασφαλέστερα για τον εαυτό του και μάλιστα χωρίς πολύ προσωπικό πόνο και κόπο, όταν μάθει να μελετά προσεκτικά αυτά που ο περίγυρος του βιώνει, με όλα του τα στραβά και τα ανάποδα και έτσι όπως αυτά παρουσιάζονται στην ζωή τους.
Για να επεξεργάζομαι ανενόχλητος λοιπόν τα στοιχεία που ήθελα εκεί πάνω στον χώρο της κατασκήνωσης μας, πήρα έναν πάγκο που περίσσευε από την τραπεζαρία και τον έβαλα λίγο παράμερα από αυτήν, πάνω στον οποίον καθόμουν και ρέμβαζα τα βράδια, κάτω από τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό.
Το ίδιο έκανα και το βράδυ εκείνης της ημέρας που μου ζήτησαν οι δόκιμοι να τους κάνω το ψηφιδωτό πάνω στο ανάχωμα. Έφυγα με τρόπο από εκεί που οι άλλοι στρατιώτες σιγοτραγουδούσαν στη τραπεζαρία με την συνοδεία της κιθάρας που είχε κάποιος και πήγα να καθίσω στον πάγκο μου, έχοντας μέτωπο προς την θάλασσα.
Πριν αρχίσω να επεξεργάζομαι τα του εαυτού μου όμως, στάθηκα για λίγο να κοιτώ το σκοτεινό πέλαγος και εκεί όπου σπινθήριζε εκείνη την ώρα η θάλασσα στο φως του φεγγαριού.
Κοίταξα και προς τα κάτω όμως, εκεί όπου υπήρχαν τα αντίσκηνα αυτών που κατασκήνωναν από εγωισμό πάνω στην άμμο, τα οποία μου θύμιζαν νεκρά κουφάρια παράξενων όντων.
Επηρεασμένος αρνητικά λοιπόν απ’ αυτά που έβλεπα εκεί κάτω, γύρισα να δω την δική μας φωταγωγημένη εγκατάσταση, όπως και τους στρατιώτες που δεν ήθελαν να κόψουν την διασκέδασή τους, γι’ αυτό και επέμεναν να τραγουδούν ακόμη, αν και η ώρα ήταν περασμένες δώδεκα.
Δεν πρόλαβα να αφεθώ ελεύθερος στις σκέψεις που ετοιμαζόμουν να κάνω όμως και χωρίς να αντιληφθώ την παρουσία του, άκουσα τον διοικητή μας να μου λέει.
– Τι μελετάς εδώ παιδί μου;
– Τίποτε δεν μελετώ κύριε διοικητά του απάντησα αυθόρμητα. Κοιτώ απλώς το σκοτάδι και την απραξία που βλέπω να έχουν αυτοί εκεί κάτω σε σχέση με μας που κάναμε την νύκτα μέρα και οι στρατιώτες μας μπορούν και έχουν την δυνατότητα να το διασκεδάζουν όπως ακούτε.
– Τι να κάνουμε παιδί μου; Αυτοί το επέλεξαν. Μια και σε είδα όμως εδώ, ήρθα να σου πω ότι δεν θέλω να τους πικάρω αυτούς εκεί κάτω, ούτε και θέλω να ρίξω περισσότερο λάδι στην φωτιά του εγωισμού τους, γι’ αυτό και δεν θέλω να κάνεις αυτό το ψηφιδωτό που σου ζήτησαν οι δόκιμοι. Εσύ όμως, καλά έκανες και τους έστειλες σε μένα.
Με καληνύχτισε στην συνέχεια και τράβηξε προς το αντίσκηνο του. Δεν πρόλαβε να φύγει αυτός και ήρθαν τρέχοντας οι δόκιμοι να μάθουν, μήπως και άλλαξε γνώμη ο διοικητής μας.
Αν και τους διαβεβαίωσα ότι δεν άλλαξε την γνώμη του, στρώθηκαν δίπλα μου και αγνάντευαν μαζί μου το πέλαγος. Μετά από λίγο, έσπασε ο ένας την σιωπή τους λέγοντας μου.
– Άκουσες τι έπαθε ο Δήμαρχος; Του διαμαρτυρήθηκαν οι κάτοικοι της περιοχής, ότι δεν μπορούν πλέον να πλησιάσουν προς την παραλία τους, γιατί την κατέλαβε όλη ο στρατός.
Δεν άφησαν καθόλου χώρο για μας και τα παιδιά μας του είπαν και ότι όλη η περιοχή μυρίζει άσχημα, αφού οι στρατιώτες κάνουν την ανάγκη τους όπου βρουν.
Μ’ αυτές τις διαμαρτυρίες στα χέρια του ο Δήμαρχος, ζήτησε ακρόαση από τον Στρατηγό. Για να φτάσει όμως σ’ αυτόν, έπρεπε να περάσει πρώτα μέσα απ’ το ναρκοπέδιο των ακαθαρσιών.
Έβαλαν βέβαια τους στρατιώτες τους να τις σκεπάσουν όπου και αν υπήρχαν διάσπαρτες, την κακοσμία τους όμως, δεν μπορούσαν να την εξαλείψουν.
Για ν’ αποφύγει λοιπόν ο Δήμαρχος εκείνο το ναρκοπέδιο, αναγκάστηκε να κατέβει στην αμμουδιά, χρησιμοποιώντας το δικό μας ανάχωμα. Όταν επιτέλους έφτασε εκεί, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ζήτησε μετά πολύ σεβασμού από τον στρατηγό, την άμεση απομάκρυνσή τους από την περιοχή τους, γιατί κατέληξε αυτή να γίνει επικίνδυνη και για την υγεία των κατοίκων της πόλης του.
Έπρεπε να μας συμβουλευτείτε πριν κατασκηνώσετε στα μέρη μας του είπε κι εμείς θα κάναμε τα πάντα προκειμένου να σας συμπαρασταθούμε. Το ίδιο άλλωστε κάναμε και με τους πάνω από σας.
Πειράχτηκε πολύ ο στρατηγός από της παρατηρήσεις του Δημάρχου, αλλά πως; Και από πού να τα πάρει πίσω; Αναγκάστηκε όμως στο τέλος να του πει, ότι πρέπει να κάνουν λίγες μέρες ακόμη υπομονή οι κάτοικοι της πόλης σου και ότι στο τέλος του μήνα, θα απομακρυνθούμε από την περιοχή σας.
Αρκέστηκε στην δήλωση του στρατηγού ο Δήμαρχος και έφυγε από κει τρέχοντας, φοβούμενος τον εγωισμό των στρατιωτικών όπως είπε, όταν αυτοί έχουν εξουσία και δεν ξέρουν πως να την διαχειριστούν.
Ευτυχώς για μας, πρόσθεσε ο δόκιμος, δεν μας έγιναν παράπονα από κανέναν, γι’ αυτό και ο Δήμαρχος μας έκανε αυτήν την παραχώρηση και έδειξε με το χέρι του την φωταγωγημένη μας κατασκήνωση.
– Αν σε καιρό που έχουμε χρόνο, δεν μελετούμε τι πρέπει να κάνουμε, πρόσθεσε ο δεύτερος δόκιμος, πως θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε με επιτυχία σε καταστάσεις, όταν δεν θα έχουμε καθόλου χρόνο;
Σκεπτόμενος την παρατήρηση που αναγκάσθηκε να κάνει ο δήμαρχος στον στρατηγό, έλεγε ο δόκιμος εκείνα τα λόγια και για όσα επέμεναν αδιάλλακτα να επιβάλουν πάνω στην αμμουδιά οι συνταγματάρχες, αδιαφορώντας για την υγεία των στρατιωτών τους, αλλά και για την ομηρία του στρατηγού τους, αφού και αυτόν ενέπλεξαν στις δικές τους λανθασμένες επιλογές.
Κουνούσαν αποδοκιμαστικά τα κεφάλια τους οι δόκιμοι, μελετώντας το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των συνταγματαρχών, που με την ασχήμια της αυτή, μαύριζε όχι μόνον την ειδυλλιακή εικόνα του στρατού που είχαν στην μνήμη τους οι κάτοικοι της περιοχής, αλλά και τις καρδιές τους μαύριζε.
Κι εμείς στεναχωρημένοι ήμασταν εξαιτίας τους, γιατί και στην δική μας καρδιά η ίδια εικόνα για τον στρατό και τους αξιωματικούς του ήταν τοποθετημένη. Εφόσον όμως αυτοί έκαναν ότι ήταν δυνατόν εκεί κάτω ώστε να μας την χαλάσουν, σηκωθήκαμε από το παγκάκι μου και πήγαμε σιωπηλοί να κοιμηθούμε.
Μέχρι να φτάσω όμως στην σκηνή μου, αναλογιζόμουν σκεπτόμενος, αν έχουμε το δικαίωμα να ήμαστε ιδιότροποι ζώντες ανάμεσα σε ανθρώπους.
Μελετώντας λοιπόν και μάλιστα πολύ σχολαστικά αυτό το ενδεχόμενο, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι μάλλον δεν έχουμε τέτοιο δικαίωμα, γιατί οι δικές μας ιδιοτροπίες μπορεί να προκαλούν άσχημες επιπτώσεις στην ζωή των άλλων ανθρώπων.
Το να μην κάνουμε τίποτε, από φόβο μη γίνουμε επιζήμιοι για τους ανθρώπους, δεν είναι σωστό. Αλλά και το να επιχειρούμε οτιδήποτε αρέσει σε μας πρωτίστως, είναι ακόμη χειρότερο, γι’ αυτό και οι ευθύνες όσων επιχειρούν να νομοθετούν σύμφωνα με τις προσωπικές τους ιδιοτροπίες, όχι μόνον πολλές είναι, αλλά και πολύ μεγάλες είναι.
Επιβάλλεται λοιπόν η διάκριση, γιατί χωρίς αυτήν συμπεριφερόμενοι, μάλλον αναγκάζουμε τους ανθρώπους να υποστούν τις συνέπειες των δικών μας επιλογών. Ονομάζουν όμως οι άνθρωποι τις επιλογές τους, αλλά όπως και αν τις ονομάζουν, όπως και αν τις δικαιολογούν στον εαυτό τους, μάλλον επικίνδυνες γίνονται αυτές και μεγάλο κακό μπορούν να προκαλέσουν.
Αυτά λοιπόν σκεπτόμουν γύρω από τις ενέργειες των στρατιωτικών εκείνο το βράδυ και θυμήθηκα το κακό της Μικρασιατικής καταστροφής, έτσι όπως μου την διηγήθηκε ο παππούς μου. Σαν παράδειγμα το ανέφερα αυτό στον εαυτό μου, γιατί και τότε στρατιωτικοί έκαναν εκείνα τα έκτροπα, αφού από πάντοτε υπήρχαν αυτοί ανάμεσα μας και παντού συμμετέχουν στην ζωή μας.
Αυτοί που έπρεπε να είναι οι δάσκαλοι της διάκρισης, βάση της οποίας και έπρεπε να ενεργούν εξασφαλίζοντας παντοιοτρόπως τον λαό που τους διαθέτει και την πατρίδα που υπηρετούν, δεν μπορούσαν να πουν όχι ή ναι αν έπρεπε σε ότι επιχείρησαν, γι’ αυτό και έγιναν πρόξενοι ενός τόσο μεγάλου κακού, εξαιτίας του οποίου σύρθηκε ένας ολόκληρος λαός στην προσφυγιά, φορτωμένος με όλες εκείνες τις γνωστές σε μας συνέπειες.
Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και στις αρχές του αιώνα μας λοιπόν ο παππούς μου, πήγε μαζί με τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερο του αδελφό, εθελοντής στον στρατό της εποχής του, όπως έκαναν άλλωστε τότε και πολλά άλλα παιδιά της ηλικίας τους.
Ο λόγος που έσπρωχνε εκείνα τα παιδιά προς τον στρατό, ήταν ότι εκεί μπορούσαν τουλάχιστον να βρουν λίγο φαγητό και ρουχισμό, δεδομένου ότι οι πολύτεκνες οικογένειες τους δεν μπορούσαν να τους συντηρήσουν. Όσο για χώρους εργασίας; Πουθενά δεν υπήρχε και τότε, οπότε πολλά από τα παιδιά κατέληγαν στον στρατό για τους είδους λόγους.
Στρατιώτης λοιπόν και σε ηλικία δεκαοκτώ χρονών αυτός, ακολουθώντας την μονάδα που υπηρετούσε, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου της Μικρασιατικής εκστρατείας και δεν εξετάζω εδώ, ούτε τον λόγο, αλλά ούτε και τον τρόπο που έγινε αυτή. Στην συμπεριφορά των στρατιωτικών αναφέρομαι.
Ακολουθώντας όμως την μονάδα του, βρέθηκαν όλοι μαζί εγκλωβισμένοι για αρκετές μέρες στο ίδιο σημείο, εξαιτίας της πολύ καλά οργανωμένης Τουρκικής μονάδας που τους έκλεινε εκεί όχι μόνον τον δρόμο προς τα ενδότερα της χώρας όπως ήταν διατεταγμένοι να κάνουν, αλλά και με κίνδυνο να πάθουν πανωλεθρία από τις συνεχείς εχθρικές επιθέσεις.
Στιγμή δεν τους επέτρεπαν αυτοί να αναπνεύσουν και έτσι όπως ξόδευαν τα πυρομαχικά τους αντιμετωπίζοντας τους, ένα ήταν σίγουρο, ότι θα τους τελειώσουν από μέρα σε μέρα αυτά, γι’ αυτό και ο κίνδυνος να πιαστούν αιχμάλωτοι ήταν μάλλον πολύ μεγάλος.
Σκεπτόμενος αυτό το ενδεχόμενο ο παππούς μου μαζί με έναν άλλον της ηλικίας του, πέρασαν στην πλάτη των Τούρκων από μόνοι τους ενεργώντας και από εκεί ανέβηκαν πάνω σε ένα ύψωμα, καταλαμβάνοντας μια πολύ καλή θέση για πολυβόλο.
Από εκεί που στάθηκαν, έβλεπαν σαν σε ταψί το Τούρκικο στρατόπεδο, αυτό που στρατοπέδευε μεν στους πρόποδες εκείνου του υψώματος, αλλά και λόγο της υπεροχής του σε έμψυχο υλικό, για μέρες τους ταλαιπωρούσε όπως είπα.
Δεν πήγαν με την άδεια του διοικητού τους εκεί και ούτε σε κάποιον άλλον εκμυστηρεύτηκαν τον λόγο που τους ανάγκασε να κάνουν αυτό που σκέφτηκαν και αυτό δεν ήταν μόνον παράτολμο, αλλά όντως τρελό.
Νεαροί ήταν όμως αυτοί και αφού οι νεαροί κάνουν παράτολμα πράγματα, σκέφτηκαν να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους τους, με κάτι που κανείς από τους μεγαλύτερους δεν θα τολμούσε να σκεφτεί.
Χωρίς να τους δώσουν τον παραμικρό στόχο λοιπόν, πέρασαν εύκολα και απαρατήρητοι πίσω από την πλάτη τους και όπως είχαν ακούσει την θεωρητική εκδοχή ενός τέτοιου εγχειρήματος από τους αξιωματικούς τους, στάθηκαν πάνω σ’ εκείνο το ύψωμα, ελπίζοντας να καταφέρουν αυτά που δεν ήθελε να διακινδυνεύσει ο διοικητής τους, για το αμφίβολο του αποτελέσματος.
Έστησαν μετά το πολυβόλο τους στην θέση της επιλογής τους και αφού κρύφτηκαν καλά εκεί, περίμεναν να νυχτώσει. Τα μεσάνυχτα είχαν σκοπό να βάλουν σε ενέργεια το πρώτο σκέλος της επιχείρησης τους, το οποίο προέβλεπε αφενός μεν την είσοδο τους στο εχθρικό στρατόπεδο, αφετέρου δε, την αφαίρεση της Τούρκικης σημαίας από τον ιστό τους που βρισκόταν στο κέντρο του στρατοπέδου και την τοποθέτηση της Ελληνικής σ’ αυτόν.
Όταν πια ήταν περασμένα μεσάνυχτα, άφησαν το πολυβόλο τους μόνο του στην κρυψώνα τους και όντως παράτολμα, μπήκαν στο στρατόπεδο όπου και έκαναν πράξη αυτό που σχεδίασαν. Αφαίρεσαν την σημαία τους.
Αφού έβαλαν στην θέση της την Ελληνική, έφυγαν και πάλι ανενόχλητοι από εκεί, επιστρέφοντας στην θέση που ήταν το πολυβόλο τους, όπου και περίμεναν να ξημερώσει, προκειμένου να βάλουν σε ενέργεια το δεύτερο σκέλος του εγχειρήματος τους.
Μόλις έφεξε λοιπόν και άρχισαν να βγαίνουν από τους θαλάμους τους οι Τούρκοι στρατιώτες, είδαν όπως ήταν αναμενόμενο την Ελληνική σημαία στον ιστό τους, γι’ αυτό και έτρεχαν πανικοβλημένοι, μη ξέροντας τι να κάνουν και πως να αντιδράσουν.
Αυτό περίμεναν και οι δύο νεαροί, οπότε και τους έβαζαν στο σημάδι πυροβολώντας τους έναν έναν, προκειμένου να κάνουν οικονομία στα πυρομαχικά τους, δεδομένου ότι δεν είχαν και πολλά μαζί τους. Μ’ εκείνη την όχι και τόσο παιδιάστικη ενέργεια τους όμως, κατάφεραν, όχι μόνον να κρατούν καθηλωμένους τους Τούρκους στους θαλάμους τους, αλλά και όταν τολμούσαν να βγουν αυτοί έξω απ’ αυτούς, πολλά θύματα τους προκαλούσαν.
Τους πίεζαν οι αξιωματικοί τους να βγαίνουν έξω από τους θαλάμους τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, αλλά πριν προλάβουν να φτάσουν αυτοί κάπου, έπεφταν στο λεπτό από τα πυρά του πολυβόλου των νεαρών.
Έγινε βέβαια μεγάλο κακό εκεί, αφού έπαθαν οι Τούρκοι όσα δεν ήταν δυνατόν να φανταστούν και τότε μάλιστα, που όντως ήταν αναπαυμένοι στην υπεροχή τους. Άκουσαν όμως τους πυροβολισμούς οι Έλληνες αξιωματικοί και αφού τότε μόνον αντελήφθησαν την απουσία των δύο νεαρών, έτρεξαν να τους βοηθήσουν εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία που τους δόθηκε.
Παράτολμο βέβαια το εγχείρημα τους αλλά και επιτυχέστατο, γι’ αυτό και βραβεύθηκαν οι νεαροί από τον διοικητή τους, ο οποίος και πήρε όλα τα εύσημα από τους ανωτέρους του, για τον επιτυχή του απεγκλωβισμό από τον εχθρικό παρεμποδισμό.
Προχώρησαν ωστόσο στον σκοπό τους μετά από τον διαμελισμό εκείνου του Τουρκικού στρατοπέδου και τρέχοντας σχεδόν έκαναν την προέλαση τους προς το άλλο άκρο της Τουρκίας.
Ο Τουρκικός στρατός δεν ήταν σε θέση να φέρει την παραμικρή αντίσταση στην Ελληνική προέλαση, αφού και από πολεμοφόδια είχαν μείνει, γι’ αυτό και έτρεχαν προς τα ανατολικά τους σύνορα προκειμένου να γλιτώσουν την ζωή τους.
Τους ακολουθούσε όμως ο Ελληνικός στρατός και ανάμεσα σ’ αυτούς ακολουθούσε και η μονάδα που υπηρετούσε ο παππούς μου. Και δεν έτρεχαν με κλειστά τα μάτια όλοι αυτοί, αφού από το πάθημα εκείνου του κατά τα άλλα καλά οργανωμένου Τουρκικού στρατοπέδου πολλά έμαθαν, γι’ αυτό και με τους προπομπούς που διέθεταν, παρακολουθούσαν όλων τις κινήσεις.
Έτσι διαπίστωσαν λοιπόν, ότι οι από ανέκαθεν φίλοι μας Γερμανοί, έστελναν κρυφά και πίσω από την πλάτη του Ελληνικού στρατού, έναν ολόκληρο σιδηροδρομικό συρμό γεμάτο με πολεμοφόδια, αλλά και πολλούς Γερμανούς αξιωματικούς έστειλαν μαζί με αυτά στους Τούρκους, προκειμένου να τους βοηθήσουν, εξασφαλίζοντας πρωτίστως τα δικά τους συμφέροντα όποια κι αν ήταν.
Δεν αναφέρομαι βέβαια στον λαό της Γερμανίας, αφού και αυτοί όπως εμείς, όπως και όλοι οι υπόλοιποι λαοί της γης, κατευθύνονται και καθοδηγούνται ως πρόβατα από τους εκάστοτε τσομπαναρέους που τοποθετούν πάνω από μας, οι πίσω απ’ αυτούς ευρισκόμενοι, προκειμένου να κάνουν στα κρυφά και ανενόχλητοι, αυτά που δεν θέλουν να μάθουμε και όντως μας πεθαίνουν, προκειμένου να αυγατίσουν αυτοί στην πλάτη όλων μας, τα μίζερα συμφέροντα τους.
Για να επανέλθω όμως στο θέμα, οι προελαύνοντες δικοί μας αξιωματικοί με δάκρυα στα μάτια ζητούσαν την άδεια από τους Επιτελικούς της Αθήνας, να τους επιτρέψουν την παρακράτηση εκείνου του συρμού, όσο ήταν εύκολο γι’ αυτούς να το κάνουν, σκεπτόμενοι να προμηθευτούν αυτοί το πολεμικό υλικό αφού τα δικά τους τελείωναν και αυτά που τους έστελναν κατά διαστήματα και με το δελτίο από την Αθήνα, όχι μόνον δεν τους αρκούσαν, αλλά και πολύ καθυστερούσαν να φτάσουν στα χέρια τους.
Αν προλάβει να περάσει από κοντά μας ο συρμός και φτάσει ανενόχλητος στα χέρια των Τούρκων τους έλεγαν, τότε αλίμονο μας. Κινδυνεύουμε να βρεθούν εξαιτίας του κυνηγημένοι από κυνηγοί και σφαγιασμένοι μάλιστα κινδυνεύουμε να βρεθούν από την μανία του εχθρού, που έχοντας την αμέριστη βοήθεια των Γερμανών θα μας αφανίσουν.
Ότι και αν έλεγαν όμως αυτοί, το επιτελείο που έδρευε στην Αθήνα και από εκεί κατεύθυνε την Μικρασιατική εκστρατεία, είχε άλλη και ποιο σοβαρή προτεραιότητα. Έστελνε τον τότε Βασιλέα να κάνει επιθεώρηση στα παρελαύνοντα Ελληνικά στρατεύματα, γι’ αυτό και διέταξε την άμεση παύση πυρών, προκειμένου ν’ απασχοληθούν οι στρατιώτες μας με τον ευπρεπισμό τους.
Αυτό θα επιθεωρούσε ο άρχοντας του κράτους μας κατά την επίσκεψη του, όταν μετά από τρεις μέρες θα έφτανε στην Μικρά Ασία, όπως τους το ανακοίνωναν και εγγράφως.
Χτυπιόταν οι αξιωματικοί στο άκουσμα της επιτελικής εντολής, γι’ αυτό και με απανωτά προφορικά, όσο και γραπτά παρακάλια προσπαθούσαν να πείσουν εκείνους τους επιτελικούς, ότι περιμένοντας άπραγοι εκεί την άφιξη του Βασιλιά, θα παραχωρούσαν με την θέληση τους ικανό χρόνο στους Τούρκους ώστε να εξοπλιστούν αρκούντως ανάλογα.
Αν επιμένετε να κάνε κάτι τέτοιο τους έλεγαν, όχι μόνον θα χάσουμε όσα με τόσο κόπο και πόνο κερδίσαμε εδώ, αλλά και πολύ μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να μη βρει ο βασιλιάς κανέναν από μας ζωντανό να επιθεωρήσει κατά την άφιξη του, γιατί όντως θα μας αφανίσουν οι Τούρκοι.
Μην ανησυχείτε τους απαντούσαν αυτοί. Σε τρεις μέρες θα έρθει εκεί ο Βασιλεύς και αυτοπροσώπως θα μεριμνήσει για την εδραίωση σας στους χώρους που καταλάβατε. Εσείς πάντως, μην κάνετε τίποτε εκεί, εκτός από το να υποδεχθείτε τον Βασιλέα ευπρεπώς.
Αφού δεν ήταν δυνατόν να καταλάβουν οι επιτελικοί τον επερχόμενο κίνδυνο, ή εσκεμμένα έκαναν πως δεν τον καταλάβαιναν, τίποτε από όσα έπρεπε δεν έκαναν, γι’ αυτό και έπαιζαν από μακριά με τις ζωές όχι μόνον των στρατιωτών, αλλά και ολόκληρου εκείνου του Ελληνικού λαού, που ζούσε μέχρι τότε ανενόχλητος στην όντως και από ανέκαθεν πατρίδα του.
Αυτόν τον χαλασμό σκεπτόμενοι οι προελαύνοντες Έλληνες αξιωματικοί, αντί να αδιαφορήσουν για τις παραπλανητικές άνωθεν εντολές και από μόνοι τους να επιχειρήσουν την κατάληψη εκείνου τον επικίνδυνου γι’ αυτούς και την πατρίδα τους σιδηροδρομικό συρμό, προτίμησαν να αυτοκτονήσουν όπως έγραφαν στα σημειώματα που άφηναν πίσω τους, για να μη δουν αυτά που προέβλεπαν ότι θα συμβούν εκ των υστέρων.
Κάτι πήγε να κάνει ο διοικητής της μονάδας που υπηρετούσε ο παππούς μου και μόλις το πληροφορήθηκαν αυτό οι επιτελείς από την Αθήνα τον έπαυσαν από διοικητή και στη θέση του έβαλαν άλλον. Αυτός φρόντισε να υπακούσει στις άνωθεν εντολές, γι’ αυτό και υποδέχτηκε τον Βασιλέα με κάθε επισημότητα.
Αυτοκτόνησε όμως και ο πρώην διοικητής του παππού μου και έτσι, από πουθενά δεν γλιτώσαμε. Έγινε ωστόσο η επιθεώρηση και επέστρεψε ασφαλής στην έδρα του ο Βασιλεύς. Ευχαριστήθηκαν και οι Γερμανοί φίλοι μας, αφού από πουθενά και από κανέναν δεν εμποδίστηκαν οι σκοποί τους και μαζί μ’ αυτούς έβγαζαν τα απωθημένα τους και οι Τούρκοι εκ των υστέρων, οι οποίοι και ξέσπασαν με την ανοχή όλων αυτών των Ευρωπαίων φίλων μας, πάνω στην καμπούρα του πολύπαθου λαού μας, που μονίμως υποφέρει από φανερούς και κρυφούς προδότες.
Αυτά σκεπτόμουν και τότε που βρισκόμουν στην κατασκήνωση, λίγο πριν με πάρει ο ύπνος ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου. Δεν ερχόταν όμως αυτός, αφού ξημέρωσε πια και μάτι δεν έκλεισα, επηρεασμένος από το αποτέλεσμα που προέκυψε και σε μας, έστω και αν αυτό δεν ήταν της ίδιας κατηγορίας με την Μικρασιατική καταστροφή.
Όπως και αν είχε το πράγμα όμως και τότε σκεφτόμουν, ότι αφού από πάντα υπάρχουν γύρω μας ένα σορό πολυποίκιλοι προδότες και όσο κακό θέλουν κάνουν με την δική μας ανοχή, επηρεάζοντας ανεπανόρθωτα την ζωή όλων μας στο βωμό των προσωπικών τους επιλογών, είναι ανάγκη να κάνουμε κι εμείς το ίδιο κατά του εαυτού μας και του διπλανού μας, μιμούμενοι αυτούς που αυτό μόνον ξέρουν να μας διδάξουν ως συνοδοιπόροι αυτής της ζωής;
Μήπως επιτέλους πρέπει να σκεφτούμε το ενδεχόμενο να σταματήσουμε εμείς τουλάχιστον την δική μας συνεχή προδοσία κατά του εαυτού μας και των συνανθρώπων μας, μεταμορφωμένοι σε φορείς προσφοράς και μόνον προσφοράς; Αυτό; Σίγουρα δεν μπορούν να το κάνουν οι προδότες, αφού αυτοί είναι πεπεισμένοι, ότι μόνον για τον εαυτό τους είναι υποχρεωμένοι να ζουν.
Ωστόσο και ενώ ακόμη παραθέριζα εγώ ως στρατιώτης στην περιοχή και στην εποχή που αναφέρομαι, έβλεπα να περνούν ευχάριστα οι μέρες μας εκεί που ήμασταν εγκατεστημένοι και μαζί μ’ αυτές όπως ήταν στο πρόγραμμα, πλησίαζε και ο καιρός της ανταλλαγής των στρατιωτών που παραθέριζαν όπως το ανέφερα, μ’ εκείνους που έμειναν στο στρατόπεδο και έπρεπε επίσης να παραθερίσουν.
Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, έφυγε από την κατασκήνωση μας μια μέρα πριν από την προσδιορισμένη ο διοικητής μας, προκειμένου να μεριμνήσει ο ίδιος προσωπικά την ασφαλή μετακίνηση, τόσο αυτών που θα έφευγαν όσο και αυτών που θα τους αντικαθιστούσαν.
Επιστρέφοντας αυτός την επομένη, βρήκε έτοιμους τους στρατιώτες του να τον ακολουθήσουν, γι’ αυτό και παραλαμβάνοντας την πομπή των αυτοκινήτων τους ξεκίνησαν όλοι μαζί για την μονάδα, συνοδευόμενοι από τους αντίστοιχους αξιωματικούς όπως επέβαλε και η στρατιωτική τάξη.
Έμειναν όμως μαζί μας στην κατασκήνωση, ένας δόκιμος και καμιά εικοσαριά στρατιώτες για την ασφάλεια μας και μαζί με αυτούς, έμεινα κι εγώ στην θέση μου, αφού όπως είπα ήταν στο πρόγραμμα να μείνω εκεί και στις δύο περιόδους.
Ετοίμασαν τα πράγματα τους και αυτοί που παρέμεναν μαζί μας, ώστε μόλις εμφανιζόταν οι νέοι παραθεριστές, να επιστρέψουν στο στρατόπεδο χωρίς να χρονοτριβούν. Περιμέναμε λοιπόν να δούμε τους νέους να έρχονται αυθημερόν, αυτοί όμως δεν έλεγαν να φανούν. Πέρασε μια μέρα. Πέρασαν δύο. Πέρασαν τρεις μέρες και η αλλαγή δεν έλεγε να γίνει.
Πιέζαμε καθημερινά τον δόκιμο που μας άφησαν, ώστε να βρει τρόπο και να επικοινωνήσει με το στρατόπεδο, θέλοντας να μάθουμε επιτέλους τον λόγο που αργούσε να γίνει η αλλαγή που περιμέναμε.
Όταν επιτέλους ανταποκρίθηκε αυτός στο αίτημα μας και επικοινώνησε από το τηλέφωνο του φούρναρη με την μονάδα, πήραμε μια πολύ περίεργη απάντηση η οποία και έλεγε.
«Ερχόμαστε, περιμένετε».
Συνεχίζεται…
Μιχάλης Αλταλίκης