Όσο βρισκόμουν στο γραφείο μου εκείνο το διάστημα, το τηλέφωνό μου χτυπούσε συνέχεια. Κι όταν πια επέστρεφα σ’ αυτό από τις επισκέψεις που έκανα στις επιχειρήσεις, έβρισκα να με περιμένουν πολλά τηλεφωνήματα, για ένα σωρό προβληματισμούς που έπρεπε να απαντήσω ως ειδικός κι εγώ πλέον.
Από τα πολλά τηλεφωνήματα όμως, ή δεν ξέρω πως γινόταν αυτό, αλλά από τον χτύπο και μόνο του τηλεφώνου μου, ήξερα ποιός καλεί και τι θέλει, γι’ αυτό και στα εύκολα θέματα, έλεγα στην τηλεφωνήτρια μας τι να πει σε όσους με καλούσαν, πριν ακόμη αυτή σηκώσει το δικό της ακουστικό.
Αν πάλι το τηλεφώνημα ήταν για σοβαρό θέμα, τότε της έκανα νόημα να μου δώσει κατ’ ευθείαν την γραμμή, έτσι ώστε να απαντήσω προσωπικά σ’ αυτόν που με καλούσε.
Μια μέρα όμως που έβγαινα από το προσωπικό μου γραφείο κι ετοιμαζόμουν να ανοίξω την εξώπορτα του ορόφου μας προκειμένου να κάνω τις καθημερινές μου επισκέψεις στους πελάτες μας, άκουσα να χτυπά κάπως περίεργα το κουδούνι του τηλεφωνικού μας κέντρου κι αυτό με έκανε να πω στην τηλεφωνήτρια μας.
– Εμένα θέλει αυτός. Δώσε μου την γραμμή.
Επέστρεψα στο γραφείο μου στην συνέχεια, όπου και μου πέρασε κατ’ ευθείαν αυτή την τηλεφωνική γραμμή, χωρίς καν να την απαντήσει, πράγμα βέβαια που έκανα εγώ μόλις σήκωσα το ακουστικό.
Μετά από το δικό μου < παρακαλώ > άκουσα να μου μιλάει κάποιος με μια βαριά αντρική φωνή, ο οποίος και ζητούσε να μιλήσει με τον διευθυντή πωλήσεων, προκειμένου να εξετάσει μαζί του όπως έλεγε, ένα πολύ σοβαρό γι’ αυτόν θέμα.
Δεν είχαμε διευθυντή πωλήσεων εμείς, αλλά όταν υπήρχε παρόμοιος λόγος, τότε ήμουν και διευθυντής εγώ, γι’ αυτό κι έλεγα σ’ εκείνον τον άγνωστο, προκειμένου να ακούσω την αντίδραση του.
– Ο διευθυντής μας λείπει σήμερα κύριε. Μπορείτε όμως να εμπιστευτείτε και σε μένα το πρόβλημα σας.
– Έχω ένα πολύ σοβαρό θέμα που πρέπει να εξετάσω και θα ήθελα να το συζητήσω αυτό με τον διευθυντή σας.
Αυτό είπε ο άνθρωπος και το είπε αρκετά ενοχλημένος όπως κατάλαβα από τον ήχο της φωνής του, αφού δεν έβρισκε να μιλήσει με κάποιον του επιπέδου του προφανώς.
Αντιλαμβανόμενος τον προβληματισμό του λοιπόν, του έλεγα κι εγώ με στόμφο τα υπόλοιπα.
– Κι εγώ διευθυντής είμαι κύριε και μάλιστα κοστολόγος. Μπορείς κατά συνέπεια να εξετάσεις μαζί μου, όποιο θέμα κοστολογίου θέλεις.
Ξεθαρρεύοντας αυτός, έλεγε στην συνέχεια το πρόβλημα του, με όση σοβαρότητα μπορούσε να διαθέτει.
– Αυτό ακριβώς θέλω. Σκέφτομαι να φέρω ένα χρηματοκιβώτιο από μια πόλη της βόρειας Γερμανίας και όπως καταλαβαίνετε, θέλω να ξέρω το κόστος της μεταφοράς του.
Καλά; Είπα κι εγώ μέσα μου. Είναι θέμα αυτό που πρέπει να απασχολεί έναν διευθυντή; Μάλλον νούμερο θα είναι ο άνθρωπος σκέφτηκα και για να μην τον αφήσω αναπάντητο, του είπα κάτι έτσι για να του την σπάσω.
– Εφόσον πρόκειται για ένα χρηματοκιβώτιο μόνον, τι σημασία έχει για σένα αν αυτό σου κοστίσει τόσο ή κάτι παρά τόσο; Κι αυτό πάλι; Είναι θέμα που πρέπει να το επιληφθεί ένας πολυάσχολος διευθυντής όπως είμαι εγώ;
– Ξέρετε; Είπε αυτός κομπιάζοντας. Δεν πρόκειται για ένα μόνον, αλλά να. Σκέφτομαι να εισάγω χρηματοκιβώτια από την Γερμανία, γι’ αυτό και θα ήθελα να ξέρω το κόστος της μεταφοράς τους, έτσι ώστε να το υπολογίσω στην τελική τιμή που πρέπει να τα διαθέτω, σε όσους βέβαια θα ενδιαφερθούν να τα αγοράσουν.
Δεν έρχεστε όμως από το γραφείο μου, ώστε να κουβεντιάσουμε διεξοδικά το θέμα; Από ότι γνωρίζω, είμαστε πολύ κοντά και θα χαρώ πολύ να σας γνωρίσω.
Θα μετανιώσεις και την στιγμή που το σκέφτηκες αυτό είπα μέσα μου, αλλά μια και θα έβγαινα έξω για άλλες επισκέψεις, του υποσχέθηκα ότι θα περάσω να τον δω, αφού όντως και ήταν στον δρόμο μου το γραφείο του.
Όταν μπήκα μέσα σε κείνο το πολύ μικρό γραφείο, διαστάσεων δύο επί τρία, απορούσα για το πως χωρούσε εκεί μέσα, ο γιγαντόσωμος άντρας που έβλεπα μπροστά μου.
Παρατηρώντας κι εκείνα τα πολλά κάδρα που είδα να είναι κρεμασμένα και κάλυπταν όλη την επιφάνεια του τοίχου που είχε πίσω του, απόρησα και για το τι πτυχία θα μπορούσαν να είναι.
Όσο αυτός χαιρόταν για την επίσκεψη που του έκανα στο γραφείο του λοιπόν, εγώ σκεπτόμουν το πως θα του έλεγα αυτά που έπρεπε να ακούσει, χωρίς να φάω ξύλο.
Ήμουν σίγουρος, ότι δεν θα ήθελε να ακούσει αυτά που του ετοίμαζα και όπως το υπολόγιζα, κινδύνευα να φάω ξύλο, αφού δεν ήταν εύκολο να ξεφύγω από εκεί που εγκλωβίστηκα.
Κάτι πήγε να πει αυτός στην συνέχεια για τα χρηματοκιβώτια του, αλλά τον έκοψα, γιατί σκεφτόμουν τα πτυχία του. Ήθελα να μάθω πρώτα από όλα, τι πτυχία ήταν εκείνα και γιατί ήταν τόσα πολλά.
Καμαρώνοντας αυτός για τα επιτεύγματα του, απάντησε χαρούμενος.
– Τώρα ήρθα από την Γερμανία. Ήμουν εκεί και σπούδαζα όλα αυτά τα χρόνια και από εκεί έφερα αυτά τα επτά πτυχία. Είναι όλα τους συναφή της οικονομίας και ίσως να είμαι ο μοναδικός Έλληνας που έχει τόσα πολλά πτυχία αφιερωμένα στον ίδιο κλάδο.
Εφόσον όμως, πουθενά δεν έχω δουλέψει μέχρι στιγμής, σκέφτηκα να κάνω αυτήν την εισαγωγή με τα χρηματοκιβώτια, ελπίζοντας ότι μέσα από αυτήν, θα βρω και την εργασία που θα πρέπει να με ζήσει.
Καλά είναι τα πτυχία είπα μέσα μου, αλλά χωρίς δουλειά, καταλήγουν να είναι άχρηστα. Στα σαράντα πέντε του αυτός και τελείως άπειρος, κάνει σπασμωδικές κινήσεις κι ελπίζει στο πουθενά για το υπόλοιπο της ζωής του. Πως λοιπόν να τον αφήσω αβοήθητο;
Έστω κι αν κινδύνευα να φάω ξύλο από εκείνον τον άπειρο άνθρωπο, αποφάσισα να του πω τελικά αυτά που έπρεπε να ακούσει προκειμένου να βοηθηθεί κι αυτά του έλεγα ευθαρσώς.
– Καλά το σκέφτηκες. Αλλά, πόσα χρηματοκιβώτια μπορείς να πουλήσεις σε ένα χρόνο, ώστε από τα έσοδα που θα σου φέρουν αυτά, να μπορείς να πληρώσεις τα έξοδα του γραφείου σου, την εφορία και το ΤΕΒΕ; Και πόσα από αυτά τα χρήματα σκέφτεσαι ότι θα σου περισσέψουν, ώστε να ζήσεις με αυτά και την οικογένειά σου; Από ότι βλέπω και μεγάλος είσαι και παντρεμένος θα πρέπει να είσαι.
– Έχω και δύο παιδιά. Είπε αυθόρμητα. Αλλά, ας είναι καλά ο πατέρας μου. Αυτός με φροντίζει, όπως φροντίζει και την οικογένεια μου.
– Πάλι καλά που το καταλαβαίνεις. Στην ηλικία που είσαι όμως; Δεν έπρεπε να φροντίζεις μόνος σου την οικογένεια σου;
Ενοχλημένος πια αυτός από όσα άκουγε, έλεγε κάπως νευρικά.
– Όπως άκουσες να σου λέω, σπούδαζα εγώ και δεν είχα ελεύθερο χρόνο ώστε να εργάζομαι. Αφού παντρεύτηκα όμως εν τω μεταξύ, δεν είχα παρά να δέχομαι, την φροντίδα του πατέρα μου.
– Που από ότι φαίνεται, τον έκοψα εγώ, τσάμπα μάζευες αυτά τα πτυχία αφού τα αχρήστευσες και μαζί με αυτά, αχρήστευσες χωρίς να σκεφτείς και τον εαυτό σου.
Κοτζάμ άντρας δύο μέτρα δηλαδή και σαράντα πέντε χρονών όπως βλέπω να έγινες και δεν έχεις δουλέψει ούτε σαράντα λεπτά στην ζωή σου.
Έγινες ειδικός κοστολόγος με αυτά τα επτά άχρηστα πτυχία βέβαια, αλλά από ότι φαίνεται, για πλάκα τα μάζεψες, αφού ποτέ σου δεν τα χρησιμοποίησες.
Τα κρέμασες όμως όλα αυτά στον τοίχο του γραφείου σου και καμαρώνεις τώρα μπροστά τους για την βλακεία που έκανες, μένοντας άχρηστος για σένα και την οικογένεια σου.
Και δεν σου φτάνει αυτό, αλλά κάθεσαι τώρα και ασχολείσαι εσύ ο επτάπτυχος κοστολόγος από την Γερμανία με χρηματοκιβώτια, με αυτά δηλαδή, που κανείς δεν πρόκειται να σου τα ζητήσει.
Δύο εργοστάσια είχαμε εμείς εδώ που κατασκεύαζαν από παλιά χρηματοκιβώτια κι έκλεισαν, αφού κανείς πλέον δεν ενδιαφέρεται να αποκτήσει τέτοια, δεδομένου ότι εξέλειψε ο λόγος της χρήσης του.
Ποιον λοιπόν ρώτησες εσύ κι αυτός σου είπε ότι αν ασχοληθείς με τα εισαγόμενα χρηματοκιβώτια, θα φέρεις τόσα οικονομικά οφέλη στον εαυτό σου, που θα είναι ικανά να δικαιολογήσουν την αξία των επτά πτυχίων που έχεις κρεμασμένα στον τοίχο σου;
Τρελάθηκε αυτός από αυτά που άκουσε, γι’ αυτό και δικαιολογημένα εγώ ανησυχούσα αφού δεν θα μπορούσα να φύγω από εκεί που εγκλωβίστηκα. Έμεινα ατάραχος όμως στην θέση μου, μήπως και γλιτώσω το ξύλο που περίμενα να φάω, αφού αυτός ήταν υπερμεγέθης όπως είπα και δεν θα μπορούσα να τον αντιμετωπίσω.
Σηκώθηκε όρθιος λοιπόν αυτός κι έτσι όπως ήταν τρελαμένος, χτύπησε με δύναμη τα δύο του χέρια πάνω στο γραφείο του. Κόντεψε να γίνει κομμάτια αυτό από το χτύπημα που δέχτηκε κι ενώ έκανε απειλητικά βήματα προς το μέρος μου, έλεγε με δυνατή φωνή.
– Ξέρεις ρε συ τι τράβηξα εγώ τόσα χρόνια στα θρανία, μέχρι που να πάρω αυτά τα πτυχία, που τόσο εύκολα τώρα εσύ τα υποτιμάς;
Βλέποντας τον έτοιμο να μου επιτεθεί όμως, του απαντούσα ατάραχος στην συνέχεια, ελπίζοντας βέβαια να του κόψω την φόρα.
– Δεν τα υποτιμώ εγώ. Εσύ τα υποτιμάς κι όπως σου είπα, για πλάκα τα πήρες. Και με ένα μόνον από αυτά τα επτά πτυχία, θα μπορούσες να αντιμετωπίσεις την ζωή σου, αν πράγματι ήθελες να εργαστείς.
Και χωρίς κανένα από αυτά, πάλι θα μπορούσες να το κάνεις. Γιατί λοιπόν χρειάστηκε να μαζέψεις τόσα πολλά πτυχία; Και γιατί τα έχεις όλα κρεμασμένα στον τοίχο αφού δεν μπορούν να σε βοηθήσουν πουθενά;
Σοκαρίστηκε αυτός από την αντεπίθεση που του έκανα κι αντί να τα βάλει μαζί μου όπως και το φοβόμουν, ξέσπασε και άρχισε να κλαίει.
Επέστρεψε στην θέση του όμως μετά και ξεκρέμασε από τον τοίχο όλα τα πτυχία του. Αφού τα πήρε στα χέρια του, τα πέταξε στην συνέχεια με δύναμη κάτω και τα πατούσε, σπάζοντας και τα τζάμια και τα κάδρα τους.
Τον έσπρωξα εγώ προκειμένου να τα περισώσω από την μανία που τον έπιασε και με κίνδυνο να ξεσπάσει αυτός επάνω μου, τα σήκωσα με προσοχή από κάτω και τα ακούμπησα στο γραφείο του.
Με όσο θάρρος μπορούσα να διαθέτω εκείνη την στιγμή, τον κοιτούσα στα μάτια και του έλεγα μαλώνοντάς τον.
– Αφού δεν τα πλήρωσες εσύ, δεν έχεις και το δικαίωμα να τα σχίσεις. Αν θέλεις όμως, πήγαινε τα στον πατέρα σου να τα σχίσει, αφού αυτός τα πλήρωσε. Εσύ, μόνον μια υποχρέωση έχεις απέναντί τους. Να τα τιμάς.
Αλλά γιατί να φτάσεις σ’ αυτό το σημείο; Επτά φορές οικονομολόγος είσαι όπως λένε τα πτυχία σου. Γιατί λοιπόν δεν ανοίγεις ένα φοροτεχνικό γραφείο;
Έστω και με θεωρητικές μόνον γνώσεις, πολλούς που έχουν τέτοιου είδους προβλήματα θα μπορέσεις να συμβουλεύεις. Εκτός αυτού, θα είσαι και πολύ κοντύτερα στο αντικείμενο σου. Τι κάθεσαι λοιπόν κι ασχολείσαι με χαζά, σαν τα χρηματοκιβώτια;
Κουρέλι έγινε αυτός από το σοκ που πέρασε και έτσι όπως ήταν, έπεσε πάνω μου λέγοντας.
– Είσαι ο μόνος άνθρωπος που μου είπε την αλήθεια. Πράγματι έχω αρκεστεί στο ότι απέκτησα αυτά τα πτυχία και πράγματι κρεμάστηκα από αυτά, περιμένοντας να κατευθύνουν από μόνα τους την ζωή μου.
Όποιες κινήσεις κι αν έκανα, προκειμένου να βοηθήσω κι εγώ κάπως τον εαυτό μου, ήταν όλες σπασμωδικές και δεν σου κρύβω ότι όλες είχαν την ίδια κατάληξη με τα χρηματοκιβώτια.
Μόνον έξοδα κάνω κι αυτά τα πληρώνει ο πατέρας μου, που καμαρώνει δίπλα μου γιατί έχει γιο με πολλά πτυχία.
Κανείς όμως από το περιβάλλον μου δεν με ταρακούνησε έτσι όπως έκανες εσύ σήμερα, ώστε να ξεκολλήσω πια από τον εγωισμό του πτυχιούχου, που περιμένει να σωθεί από τα πτυχία που διαθέτει μένοντας άνεργος.
Αυτό όμως με το φοροτεχνικό γραφείο που μου είπες, καθόλου δεν το σκέφτηκα. Πως όμως να το κάνω, αφού δεν έχω καθόλου πείρα ως εργαζόμενος;
– Μα εσύ ούτως ή άλλως δεν έχεις πείρα από τίποτε. Δεν είναι καλύτερο από όλα, το να ασχοληθείς έστω και χωρίς πείρα, με ένα θέμα που είναι πιο κοντά στις θεωρητικές τουλάχιστον γνώσεις των πτυχίων σου;
Μετά από λίγο καιρό όμως, θα αποκτήσεις εμπειρίες αφού θα εργάζεσαι. Άνεργος όμως όπως είσαι τώρα; Πως θα αποκτήσεις εμπειρίες;
Έχεις δίκιο είπε αυτός και μετά από λίγες μέρες έκανε την αλλαγή κι έτσι άρχισε να παίρνει δουλειές από μικρές κι από μεγάλες επιχειρήσεις και σε λίγο καιρό έγινε γνωστός, αφού όντως ήξερε από οικονομικά.
Το μόνον πράγμα που του έλειπε, ήταν η διάθεση για δουλειά και χωρίς αυτήν, τα πτυχία που με τόσο κόπο απέκτησε, δεν τον χρησίμευαν παρά μόνο για να διακοσμούν τον τοίχο του γραφείου του. Τα έξοδα του οποίου όμως, καταδεχόταν να του τα πληρώνει ο πατέρας του.
Μετά από όσα έκανα στον έχοντα τα επτά πτυχία οικονομίας, αυτός πήγε πολύ καλά αφού αποφάσισε να εργαστεί στο αντικείμενο του, γι’ αυτό και φάνηκε η αξία των πτυχίων που διέθετε.
Κατάλαβε δηλαδή το λάθος που έκανε κι έπαψε να ξεσκονίζει τα πτυχία του παραμένοντας άνεργος, γι’ αυτό και με πολύ διάθεση πια εργαζόταν. Εξαιτίας εκείνης της παρέμβασης που του έκανα όμως, γίναμε έκτοτε πολύ καλοί φίλοι και για πολλά χρόνια ήμασταν αχώριστοι.
Μιχάλης Αλταλίκης