Πήγα Να Βρω Αντίσκηνο Κι Αγόρασα Βάρκα

βρασνά Μας άρεσε να περνούμε της διακοπές μας κάτω από αντίσκηνο, γι’ αυτό κι όταν έπαιρνα την άδεια μου, χρησιμοποιούσα για τον συγκεκριμένο σκοπό, το αντίσκηνο που έφερε μαζί της από την Αυστραλία, η θεία της γυναίκας μου.

 Ερχόταν κι αυτή βέβαια μαζί μας κι ερχόταν με σύσσωμη την οικογένεια της κι έτσι, ζούσαμε όλοι μαζί στην ίδια παραλία και κάτω από το ίδιο δικό της αντίσκηνο, δεδομένου ότι ήταν τεράστιο αυτό κι όλους μας χωρούσε.

  Για το καλοκαίρι που μας πλησίαζε όμως, η θεία μας δήλωσε ότι δεν ήθελε να μας συντροφεύσει, έχοντας σκοπό να κάνει κάπου αλλού τις οικογενειακές τους διακοπές, οπότε θα έπαιρναν μαζί τους και το μεγάλο αντίσκηνο τους.

 Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, πάθαμε αυτό που πολύ καθαρά το λέει μια λαϊκή μας παροιμία.

  – Όποιος κάθετε καβάλα σε ξένο γάιδαρο, γρήγορα κατεβαίνει.

 Αυτό σκεπτόμενος, από τα τέλη Μαΐου ακόμη εκείνης την χρονιάς άρχισα να ψάχνω, το που θα στέγαζα την οικογένειά μου, όταν θα ερχόταν η ώρα να πάρω την καλοκαιρινή μου άδεια.

 Εκείνα τα χρόνια όμως, ερχόταν για τις καλοκαιρινές τους διακοπές, πολλοί Πολωνοί στην περιοχή μας. Αυτό βέβαια καλό ήταν, αλλά το κράτος τους, δεν τους παρείχε αρκετό συνάλλαγμα προκειμένου να κάνουν με αξιοπρέπεια τις διακοπές τους.

 Για να έχουν λοιπόν λίγα χρήματα επιπλέον οι άνθρωποι στην διάθεση τους, αναγκαζόταν να φέρνουν ένα σωρό αντικείμενα από την πατρίδα τους, τα οποία πουλούσαν εδώ στην συνέχεια, πριν ή και μετά από τις διακοπές στους κι έτσι κάλυπταν τις οικονομικές τους ανάγκες.

 Το προηγούμενο καλοκαίρι, πήρε από αυτούς ο πεθερός μου μια κινηματογραφική μηχανή, όπως πήρε αργότερα και μια φωτογραφική προκειμένου να τους βοηθήσει, αν και η κινηματογραφική του ποτέ της δεν δούλεψε, ως όντως ελαττωματική όπως το βεβαιωθήκαμε.

 Η φωτογραφική μηχανή του όμως μας βγήκε καλή, γι’ αυτό κι ακόμη την χρησιμοποιούμε, αν και πολύ σπάνια βέβαια. Για τις δικές μας ανάγκες, εγώ πήρα μια μικρή δερμάτινη βαλίτσα από την ίδια άτυπη αγορά, την οποία ακόμη παίρνουμε μαζί μας, όπου κι αν πάμε.

 Εφόσον δεν θα είχαμε λοιπόν το αντίσκηνο της θείας μας στις ερχόμενες καλοκαιρινές μας διακοπές, τις οποίες όπως είπα ήδη ετοιμαζόμασταν να αντιμετωπίσουμε  όταν θα ερχόταν η ώρα, πήρα την απόφαση να πάω πάλι στην ίδια αγορά και να αγοράσω από τους Πολωνούς αν βρω, ένα δικό μας πλέον αντίσκηνο, γι’ αυτό και πριν φύγω από το σπίτι για τον προαναφερόμενο σκοπό, άκουσα την γυναίκα μου να μου λέει.

 – Κοίταξε, να μην είναι πολύ μεγάλο. Τρία άτομα είμαστε μόνον.

 – Εμείς βέβαια τρείς ήμαστε. Μη ξεχνάς όμως, ότι φιλοξενούμε άλλους δεκατρείς κάθε φορά.

 Αυτό της απάντησα εγώ κι όντως πήγα μετά από λύγο στο μέρος όπου συγκεντρώνονταν οι Πολωνοί, πριν ακόμη σκορπούσαν κατά ομάδες αυτοί στις γύρο παραλίες.

 Από τις αρχές του Μαΐου άρχισαν να έρχονται όπως κάθε χρόνο, γι’ αυτό και ήταν γεμάτος ο συγκεκριμένος χώρος από μικρά και υπερφορτωμένα αυτοκίνητα, αλλά και μικρά όπως και μεγάλα τροχόσπιτα, τα οποία και πουλούσαν στο τέλος των διακοπών τους, πολύ πριν ακόμη αναχωρήσουν για την πατρίδα τους.

 Τα πάντα λοιπόν πουλούσαν αυτοί για τους λόγους που σας προανέφερα γι’ αυτό κι όταν πια βρέθηκα εκεί, έψαχνα ανάμεσα στα άλλα πράγματα, πού θα έβρισκα το αντίσκηνο της αρεσκείας μας.

 Όσο κι αν έψαχνα όμως, όχι μόνον αυτό που ήθελα δεν έβρισκα, αλλά ούτε και για δείγμα δεν υπήρχε αντίσκηνο για πούλημα. Ετοιμάστηκα να φύγω λοιπόν από τον χώρο τους, αλλά με σταμάτησαν δύο Πολωνοί και μισά Πολωνικά, μισά Αγγλικά, μου έλεγαν ότι έχουν να μου δώσουν μια πολύ καλή βάρκα και ότι μάλλον έπρεπε να την πάρω.

 Δεν θέλω βάρκα τους έλεγα. Αντίσκηνο θέλω. Αυτοί όμως επέμεναν.

 – Έλα να την δεις και θα σου αρέσει. Εμείς σου συνιστούμε να την πάρεις. Είναι πολύ καλή και θα κάνεις πολλά και καλά ταξίδια μ’ αυτήν στην θάλασσα και να είσαι σίγουρος ότι θα μας θυμάσαι. Δεν θέλουμε πολλά, μόνον δεκαπέντε χιλιάρικα και πεντακόσιες δραχμές.

  Πες, πες αυτοί, με έφεραν βόλτα τελικά, γι’ αυτό και με πήγαν σε ένα τροχόσπιτο στην συνέχεια, όπου και μου έδειξαν εκεί τρεις σάκους, μέσα στους οποίους ήταν ένα σωρό σανίδες όπως έβλεπα και ένα λαστιχένιο περίβλημα κι ενώ εγώ τα επεξεργαζόμουν, τους άκουσα να μου λένε.

 – Αυτά εδώ, είναι όλα όσα αποτελούν την βάρκα που θέλουμε να σου δώσουμε.

 Έβγαλαν στην συνέχεια μέσα από τον ένα σάκο κάποιο εγχειρίδιο, μέσα στο οποίο φαινόταν το περίγραμμα της βάρκας, όπως και το πως θα ήταν αυτή όταν θα την συναρμολογούσα.

 Μου έδειξαν και μια φωτογραφία μαζί με όλα αυτά, η οποία έδειχνε πολύ καθαρά πλέον μια βάρκα με πανιά και με κατάρτι, να επιπλέει στην θάλασσα.

 Βλέποντας την βάρκα στην φωτογραφία, είναι αλήθεια ότι μου άρεσε οπτικά, αλλά για να τους αποφύγω από το φόρτωμα που μου έγιναν, τους έλεγα κι εγώ κάτι.

  – Και θα πάρω εγώ μια βάρκα στο σακί; Αν δεν την δω στημένη, καμιά κουβέντα δεν μπορώ να κάνω μαζί σας.

 Περίμενα να το αρνηθούν αυτοί, αλλά δέχτηκαν την πρόταση μου, γι’ αυτό και μου ζήτησαν να συναντηθούμε την επομένη κατά τις δύο το μεσημέρι και μάλιστα στην παραλία του χαμόδρακα.

 Πήγα λοιπόν αφού τους το υποσχέθηκα, οπότε είδα εκεί και το πως την συναρμολόγησαν. Όπως και το χρονομέτρησα όμως, μια ώρα έκαναν οι διό τους μέχρι να μου την παρουσιάσουν τελειωμένη, με τα πανιά και τα σχοινιά της τεντωμένα κι έτσι όπως την έβλεπα αρματωμένη, πράγματι μου άρεσε.

 Όσο κι αν μου άρεσε όμως, αυτή ήταν έξω από οποιαδήποτε σκέψη μου, αφού ποτέ μου δεν μελέτησα να πάρω βάρκα, πόσο μάλιστα μια βάρκα με πανιά, την οποία δεν θα ήξερα και πώς να κουμαντάρω στην θάλασσα.

 Ήξερα βέβαια να χειρίζομαι μια βάρκα με κουπιά και αρκετές φορές μπήκα για ψάρεμα με την βάρκα του γείτονα μας, αλλά αυτή με τα πανιά ήταν άλλο πράγμα και ήθελε γνώσεις για το πώς θα την χειριστεί κάποιος, τις οποίες όμως εγώ, όντως και δεν είχα.

 Ομολογουμένως ήταν ωραία, αλλά δεν ήταν και λόγος αυτός, ώστε να μπω εγώ στην διαδικασία να την αγοράσω. Μου κάθισε όμως, γι’ αυτό και τους ζήτησα εικοσιτέσσερις ώρες χρόνο μέχρι να αποφασίσω τι να κάνω μαζί της κι επειδή το σπίτι μου ήταν κοντά, πήγα να πω και στην γυναίκα μου ότι μάλλον σκεφτόμουν να την πάρω.

 Όταν έφτασα εκεί λοιπόν, πράγματι της ανέφερα τα πάντα για την βάρκα όπως και την απόφαση μου να την πάρω, αλλά αντέδρασε αρνητικά αυτή στην σκέψη της αγοράς μιας βάρκας.

 Απορούσε μάλιστα και με την δική μου διάθεση να βρεθώ μπλεγμένος εξαιτίας της, σε άγνωστες για όλους μας περιπέτειες, οπότε και με το δίκαιο της μάλιστα μου έλεγε τις σκέψεις της.

 – Τι θα την κάνουμε την βάρκα; Αντίσκηνο θέλαμε, το ξέχασες;

 – Ναι. Βέβαια. Όταν την δεις όμως, θα συμφωνήσεις κι εσύ μαζί μου, ότι μάλλον πρέπει να την πάρουμε. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ωραία είναι, έτσι όπως στέκει πάνω στο νερό αρματωμένη με τα πανιά της τεντωμένα και το κατάρτι της όρθιο. Εγώ και στην φωτογραφία που την είδα, πολύ μου άρεσε.

 – Μα τι ξέρεις εσύ από μια βάρκα με πανιά;

 – Τίποτε. Αλλά από ότι μου είπαν αυτοί οι Πολωνοί, είναι πολύ εύκολο να μάθει κανείς τον χειρισμό της.

  Είπαμε τι είπαμε εκείνη την ώρα με την γυναίκα μου, αλλά την επομένη και στις δύο το μεσημέρι όπως ήταν και το δεύτερο ραντεβού μας, πήγα ξανά στο μέρος της πρώτης μας συνάντησης.

 Όταν έφτασα εκεί λοιπόν, βρήκα τους Πολωνούς να με υποδέχονται, όπως και την βάρκα να είναι ριγμένη στην θάλασσα και να με περιμένει έτοιμη και συναρμολογημένη.

 Προφανώς έμαθε από την γυναίκα μου ο πεθερός μου, το τι σκόπευα να κάνω εκεί, γι’ αυτό και ήρθε μαζί της στο σημείο της συνάντησης μας με τους Πολωνούς. Βλέποντας την βάρκα όμως να πλέει πάνω στην θάλασσα, δεν ενθουσιάστηκε απλώς, αλλά κι από χαρά γέμισε.

 Και μόνον με την ιδέα που του πέρασε να κάνουμε βόλτες στην θάλασσα με τα πανιά της, νοήματα μου έκανε, ώστε να επισπεύσω την αγορά της, όσο κι αν σε όλους μας φάνταζε παράτολμο εκείνο το εγχείρημα.

 Αφού πήρα την απόφαση όμως να οριστικοποιήσω πια την αγορά της, έκανα για λύγο πως διαφωνούσα με τα χρήματα που μου ζητούσαν οι Πολωνοί.

 Ακούγοντας την διαφωνία μου, τόσο η γυναίκα μου, όσο κι ο πεθερός μου, με πίεζαν μετά να την αγοράσω, φοβούμενοι το ενδεχόμενο να μετανιώσουν οι Πολωνοί, γι’ αυτό και μου έλεγαν.

 – Να την πάρεις. Είναι όντως πολύ ωραία και τα χρήματα που σου ζητούν δεν είναι πολλά. Τι παίρνει κανείς σήμερα με δεκαπέντε χιλιάρικα; Όσο για το αντίσκηνο που μας χρειάζεται, θα δούμε τι θα κάνουμε.

 Δεν χρειάστηκε να κάνω για πολύ ακόμη τον δύσκολο κι αφού είδα τους δικούς μου να με συμπαραστέκονται, όντως συμφώνησα μαζί τους, οπότε πράγματι και αγόρασα την βάρκα.

 Μαζί με αυτήν δε, μου έδωσαν οι Πολωνοί και την μηχανή της, την οποία βέβαια δεν υπολόγιζα ως αξεσουάρ της βάρκας κι όχι μόνον αυτήν μου έδωσαν, αλλά και την σκάρα του αυτοκινήτου πάνω στην οποία μπορούσε να δένετε αυτή μου έδωσαν, όταν θα την μετέφερα στην Θάλασσα.

 Το τι χαρά κάναμε με την αγορά εκείνης της βάρκας δεν λέγεται. Αφού την πήγαμε στο σπίτι μας όμως, εναγωνίως περιμέναμε μετά και το πότε θα ερχόταν η ώρα να την ρίξουμε στην θάλασσα, έστω κι αν δεν ξέραμε πως να την κουμαντάρουμε.

 Ήξερα από κουπιά όπως σας είπα, αλλά αυτή που αγόρασα εγώ βεβαίως και ήταν άλλο πράμα. Έπρεπε δηλαδή να ξέρω από ιστιοπλοΐα κι εγώ δεν είχα ιδέα από αυτήν.

 Το πολύ, πολύ θα την χρησιμοποιώ σαν Kris craf σκέφτηκα καθώς την  παρατηρούσα μια μέρα, γιατί σε μια άλλη φωτογραφία που μου έδωσαν οι Πολωνοί, την έδειχνε να κινείται με την μηχανή της, την οποία ούτως ή άλλως μου την είχαν δώσει αυτοί.

  Μέχρι να έρθει λοιπόν ο καιρός για τις διακοπές μας, το μυαλό μου ήταν συνεχώς καρφωμένο στην βάρκα μας κι επειδή δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι τότε, σκέφτηκα να μάθω συντομότερα το πώς θα την χειριζόμουν, γι’ αυτό και την πήρα μια Κυριακή πρωί, σκοπεύοντας να την δοκιμάσω.

 Φόρτωσα δηλαδή την βάρκα μας πάνω στην σκάρα του μικρού μας αυτοκινήτου κι αφού την έδεσα καλά εκεί μη μας πέσει στον δρόμο, έβαλα και την γυναίκα μου να καθίσει δίπλα μου κι όπως το είχαμε συμφωνημένο κι αυτό με τους φίλους μας, πήγαμε όλοι μαζί να την ρίξουμε σε μια παραλία της Χαλκιδικής.

 Ήταν όλοι τους περίεργοι να δουν, πως θα κατέληγαν σε βάρκα, όλα εκείνα τα σανίδια που ήταν μέσα στους σάκους, επάνω στην οποία βέβαια όλοι τους ήθελαν να ανέβουν, αλλά και σκεφτόταν αν έπρεπε να το κάνουν.

 Αν και είδα το πως την συναρμολόγησαν οι Πολωνοί, δεν σας κρύβω ότι είχα μεγάλη αγωνία να δω, το πως θα το έκανα αυτό μόνος μου. Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, έπρεπε να θυμηθώ πως συναρμολογούνται εκατόν είκοσι κομμάτια ξύλου μεταξύ τους, με την συμμετοχή ενός σακουλιού γεμάτο από βίδες και συνδέσμους και πως τοποθετούνται όλα αυτά, μέσα σ’ εκείνο το μακρύ λαστιχένιο περίβλημα σαν παπούτσι που τα συνόδευε, το οποίο είχε τρεισήμισι μέτρα μήκος περίπου.

 Μαζί με όλα αυτά δε, αγωνιούσα και για το τι θα έκανα, αν έχανα κάποιο από όλα αυτά τα εξαρτήματα, όπως και για το που θα έβρισκα άλλο στην θέση του, αφού η βάρκα ήταν Πολωνικής κατασκευής και στην περιοχή μας πουθενά δεν είδα να διατίθενται τέτοιες βάρκες στα καταστήματα.

 Αυτά σκεφτόμουν μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας κι όταν επιτέλους βρεθήκαμε στην παραλία της επιλογής μας, άρχισα τελικά και δειλά, δειλά να την συναρμολογώ.

 Όλοι οι υπόλοιποι της παρέας μας όμως, στεκόταν γύρο από μένα και τους σάκους μου και με πολύ αγωνία παρακολουθούσαν το πως θα έβγαζα άκρη με όλα εκείνα τα σανίδια.

 Ήταν επόμενο βέβαια ότι θα παρέσυραν και τους περαστικούς με την στάση τους, γι’ αυτό και μετά από λύγο μαζεύτηκαν πολλοί περίεργοι εκεί οι οποίοι περίμεναν να δουν κι αυτοί, τι θα έβγαινε ως αποτέλεσμα μετά από την δική μου προσπάθεια κι έτσι, έγινα χωρείς να το θέλω θέαμα.

 Με πολλή υπομονή όμως και μετά από τρεις ολόκληρες ώρες εντατικής εργασίας, κατάφερα επιτέλους να κάνω πράξη αυτό που δεν ήξερα πως θα γίνει κι αφού εμφανίστηκε σαν αποτέλεσμα η βάρκα, την έριξα στην θάλασσα.

 Μπήκα στην συνέχεια μέσα και την έκανα μια βόλτα μόνος μου πρώτα με τα κουπιά, έτσι για να δω την αντοχή της, όπως και τα λάθη που φοβόμουν ότι έκανα, πριν βάλω σε κίνδυνο αυτούς που θα ήθελαν να μπουν μαζί μου στην παράξενη βάρκα, ικανοποιώντας την περιέργεια τους.

  Όταν είδαν κι αυτοί, ότι όντως ήταν πανέμορφη η βάρκα αλλά και σαν νύφη να πλέει στα ούτως ή άλλως καθαρά νερά της περιοχής, μάλωναν μεταξύ τους ύστερα, για το ποιος θα έμπαινε πρώτος μέσα.

 Τους έκανα πολλές βόλτες με τα κουπιά καμαρώνοντας για το απόκτημα μου, αλλά αυτοί δεν αρκέστηκαν μόνον σ’ αυτό, ήθελαν να δουν και το πως θα είναι μια βόλτα με την μηχανή της.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *