Ο αγράμματος εργάτης και το χάρισμα του

 mixail-150x1501 Είχα αναλάβει πολλές υποχρεώσεις στον εμπορευματικό σιδηροδρομικό σταθμό όπως σας είπα και η μόνη βοήθεια που είχα από τα γραφεία της εταιρείας που με διέθετε εκεί εργαζόμενο, ήταν το ότι μου έφερνε κάποιος απ’ αυτούς τα συνοδευτικά έγγραφα των βαγονιών, για να μη τρέχω να μαζεύω και αυτά, αφού ήταν μακριά τα γραφεία μας και έχανα πολύτιμο χρόνο στο πήγαινε έλα.

  Την ουσιαστική βοήθεια όμως μου την προσέφερε η τσέπη μου, αυτή που για ευνόητους λόγους μονίμως την είχα γεμάτη με κέρματα και αυτά έκαναν πολύ θόρυβο όταν τα χτυπούσα συνθηματικά, προκειμένου να ευαισθητοποιήσει όλους όσους είχαν λόγο να τα καρπωθούν.

 Εγώ βέβαια δεν τα χτυπούσα μόνον, αλλά και τα διέθετα απλόχερα σ’ αυτούς που τα περίμεναν, προκειμένου να προλάβω με την βοήθεια τους, όσα δεν θα μπορούσα να φτάσω μόνος μου όσο κι αν έτρεχα.

 Ο Γιώργος ωστόσο, εκείνος ο αγράμματος εργάτης στον οποίο και αναφέρομαι εδώ, ανήκε στην δύναμη των εργατών του εργολάβου και από αυτόν πληρωνόταν για την εργασία που του προσέφερε.

 Εξαιτίας αυτού λοιπόν, κανένας λόγος δεν υποχρέωνε εμένα, ώστε να  χτυπώ συνθηματικά τα κέρματα της τσέπης μου και γι’ αυτόν. Αυτός ο θόρυβος γινόταν εκεί, μόνον για τους δημόσιους υπαλλήλους, αφού μόνον αυτοί ήθελαν να τον ακούν προκειμένου να κάνουν τα αυτονόητα και μόνον μέσου αυτού του θορύβου μπορούσαν να κινηθούν προς εξυπηρέτησιν, όσων σαν κι εμένα ήξεραν το σύνθημα.

 Διαφορετικά; Θα περίμενε κανείς την εξυπηρέτηση του και αυτή ποτέ δεν θα ερχόταν, αν κάποιος από τούς αποδέκτες δεν του φανέρωνε αυτό το αναγκαίο, αλλά και παράνομο μυστικό τους.

 Μην έχοντας καμιά σχέση με όλα αυτά ο εν λόγω εργάτης, μου έκανε μια τέτοια δουλειά εκεί συγχρόνως με τις άλλες εργασιακές του υποχρεώσεις, της οποίας το αποτέλεσμα δεν μπορούσα να εξασφαλίσω ούτε εγώ, αλλά ούτε και κανένας άλλος από όσους δοκιμάσαμε να μας βοηθήσουν.

 Όπως το ανέφερα και αυτό στα προηγούμενα, προκειμένου να κάνουμε έγκαιρα όλες εκείνες τις φορτώσεις που αφορούσαν την άφιξη προϊόντων προς εξαγωγήν στον σταθμό, εκ των πραγμάτων τα μεταφορτώναμε πολύ γρήγορα από τα φορτηγά στα βαγόνια.

 Για ευνόητους λόγους όμως, όλα αυτά τα προς εξαγωγήν προϊόντα ήταν συσκευασμένα σε κιβώτια, γιατί μόνον έτσι μπορούσε να διευκολυνθεί η προβλεπόμενη διαδικασία εξαγωγής, αλλά και ο απαιτούμενος τελωνιακός έλεγχος από την αρμόδια υπηρεσία.

 Προκειμένου να διευκολύνουμε λοιπόν αυτόν τον πολλαπλό έλεγχο, τόσο οι εργάτες που έκαναν αυτού του είδους τις μεταφορτώσεις, όσο κι εγώ που τις επιστατούσα, φροντίζαμε ώστε να τοποθετούμε με τάξη και με σειρά στην θέση τους αυτά τα κιβώτια.

Αφενός μεν για να μπουν τόσα από αυτά στο κάθε βαγόνι, όσα μας υπαγόρευαν τα φορτωτικά του έγγραφα, αλλά και για να μπορεί να το επιβεβαιώσει αυτό εύκολα μετρώντας τα ο τελωνιακός υπάλληλος, αφού έβαζε κι αυτός την υπογραφή για το καλώς έχειν στην άδεια εξαγωγής τους.

 Πιεσμένοι από τον χρόνο όμως, αλλά και από τον υπερβολικό μας κόπο αφού αυτά που είχαμε να κάνουμε κάθε μέρα ήταν όντως πολλά, πιο εύκολο ήταν να κάνουμε λάθος μετρώντας τα, παρά να τα μετρήσουμε σωστά.

  Για να είμαστε λοιπόν σίγουροι, ότι βάζαμε σε κάθε βαγόνι τόσα όσα έπρεπε, τα μετρούσαμε και τα ξαναμετρούσαμε πολλές φορές και δεν ήταν λίγες αυτές που μετρώντας τα, τα βρίσκαμε πότε λιγότερα και πότε περισσότερα.

 Αυτό το ενδεχόμενο ήταν μεγάλος μπελάς όπως καταλαβαίνετε, όχι μόνον για μας που κάναμε τις προγραμματισμένες φορτώσεις, αλλά και για όλους τους άλλους παράγοντες που μεσολαβούσαν για την εκάστοτε εξαγωγή.

  Καμιά μικρή, ή μεγάλη αριθμητική ασυμφωνία ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτή, αφού εξαιτίας της, δεν θα μπορούσε να γίνει η επιβεβλημένη από το τελωνείο σύγκριση, με τον πραγματικό αριθμό κιβωτίων που δηλωνόταν στα φορτωτικά έγγραφα του βαγονιού που ήταν φορτωμένα.

  Όταν λοιπόν μας παρουσιαζόταν κάποια παρόμοια αριθμητική διαφορά στα κιβώτια, αναγκαστικά πια κάναμε επαλήθευση στο μέτρημα, αφού όπως πολύ καλά το ξέραμε αυτό, δεν θα ακυρωνόταν η εξαγωγή του  βαγονιού μόνον που την παρουσίαζε, αλλά ολόκληρη η παρτίδα εξαγωγής στην οποία συμμετείχε.

Για να αποφύγουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο από δική μας απροσεξία, βάζαμε έναν από τους πέντε που αποτελούσαν το πόστο των εργατών ανά βαγόνι να μετρά τα κιβώτια, όταν οι υπόλοιποι τα τοποθετούσα στο εσωτερικό του κι αυτό πάλι, όσο κι αν ακούγετε εύκολο, ήταν αρκετά δύσκολο να το κάνει κανείς, γιατί μπερδεύονταν από την ταχύτητα με την οποίαν έκαναν οι υπόλοιποι την μεταφόρτωση.

 Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που κάθε τόσο έμπαινε στο βαγόνι να δει σε ποιο σημείο βρισκόταν η φόρτωση που επέβλεπε μετρώντας την και αμέσως μετά έτρεχε έξω να συμβουλευτεί τις οδηγίες που ήταν σχεδιασμένες γι’ αυτόν τον σκοπό πάνω στην πόρτα του.

 Πάνω στις πόρτες έγραφα εγώ με κιμωλία, όχι μόνον τον αριθμό του φορτηγού από το οποίο θα έπαιρναν τα κιβώτια, αλλά και τον ακριβή αριθμό αυτών που έπρεπε να βάλουν στο βαγόνι που τα δεχόταν.

 Και όχι μόνον αυτά έγραφα εγώ πάνω στις πόρτες των βαγονιών, αλλά και το πλάνο του τρόπου που θα έκαναν την τοποθέτηση των κιβωτίων μέσα σ’ αυτά τους σχεδίαζα, ώστε όταν θα κάναμε τον τελικό έλεγχο, να ήταν εύκολη αλλά και σίγουρη η επιβεβαίωση των αριθμών.

 Για να γίνουν όμως όλα αυτά σίγουρα, μέχρι και μια δοκιμαστική τοποθέτηση κιβωτίων, τους υποχρέωνα να κάνουν ως οδηγό πρώτα μέσα στα βαγόνια και μετά να ολοκληρώσουν την φόρτωση τους.

 Τοποθετούσαν δηλαδή μια σειρά κιβωτίων κατά πλάτος του βαγονιού και μια κατά μήκος αυτού. Έβαζαν στην συνέχεια και μια σειρά καθ’ ύψος κι εφόσον κάναμε τους ενδεδειγμένους πολλαπλασιασμούς, ξέραμε και πόσα θα ήταν τα κιβώτια όταν ολοκληρωνόταν η φόρτωση τους.

 Για να εξασφαλίσουμε λοιπόν αυτό το αποτέλεσμα, το πλάνο έπρεπε να ακολουθείται με ακρίβεια από τους εργάτες και αυτό έκαναν μονίμως. Να όμως που όλες αυτές οι προφυλάξεις δεν αρκούσαν, γι’ αυτό και το λάθος ήταν αναπόφευκτο.

 Αν για οποιονδήποτε λόγο δηλαδή, γινόταν μια λανθασμένη τοποθέτηση κιβωτίων σε κάποια από τις τρεις σειρές, τότε, ή θα μας έλειπαν μερικά από αυτά, ή θα μας περίσσευαν πολλά.

 Με την ταχύτητα όμως που γινόταν οι φορτώσεις, κάτω από την πίεση των παραγόντων που μεσολαβούσαν, του χρόνου που μας κυνηγούσε και των καιρικών συνθηκών που μας δυσκόλευαν, ήταν πιο εύκολο να γίνει το λάθος μάλλον παρά το σωστό.

 Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που έτρεχα εγώ να προλάβω το λάθος όταν αυτό βρισκόταν ακόμη στην αρχή, γιατί μετά θα ήταν πολύ δύσκολο να το διορθώσω όπου και αν το συναντούσα. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που χρειάστηκε να φορτοεκφορτώσουμε ένα και δύο βαγόνια ακόμη, μόνο και μόνο γιατί υποψιάστηκα ότι κάτι μας ξέφυγε, ή γιατί μας έλειπαν ή γιατί μας περίσσευαν κάποια από τα κιβώτια.

 Για να αποφύγουμε λοιπόν τα ανεπιθύμητα λάθη, έβαζα τους εργάτες και να φωνάζουν ακόμη απαριθμώντας τα κιβώτια που έβαζαν μέσα στα βαγόνια, αλλά και πάλι γινόταν λάθος στην μέτρηση που έκαναν.

 Η αμφιβολία και μόνο, ότι μπορεί να κάναμε κάποιο λάθος ήταν ακόμη χειρότερη, γι’ αυτό μετρούσαμε επανειλημμένα τα κιβώτια, έως ότου να  βεβαιωθούμε ότι πράγματι αυτά ήταν σωστά φορτωμένα.

  Από τότε όμως που μας έφερε ως εργάτη ο εργολάβος αυτόν τον Γιώργο για τον οποίον αναφέρομαι, όντως εμείς βρήκαμε την ησυχία μας, γιατί ανακαλύψαμε ότι αυτός μετρούσε σίγουρα, έστω και με τον δικό του  ανορθόδοξο τρόπο.

 Ήταν μεγάλος στην ηλικία αυτός και υπέφερε όπως κι εγώ από τις αιμορροΐδες του. Προκειμένου να αντιμετωπίσει κάπως το πρόβλημα του, φορούσε συνεχώς κάτω από το εσώρουχο του γυναικείες σερβιέτες, από εκείνες τις παλιές με το βαμβάκι.

 Τις φορούσε μόνιμα ο φουκαράς, στοχεύοντας στο να περιορίσει κάπως την επώδυνη αιμορραγία που του προκαλούσαν αυτές, αν και δεν κατάφερνε και τίποτε με την χρήση των σερβιετών, δεδομένου ότι πάντα είχε μια μεγάλη αιμάτινη κηλίδα πίσω του.

 Τα τελάρα με τα πορτοκάλια που καθημερινά φορτώναμε τότε και σ’ όλη την χειμερινή περίοδο, ήταν μεγάλα αλλά και τριαντάκιλα σε βάρος. Για να προλάβουν λοιπόν οι εργάτες όλες τις δουλειές που είχαμε αναλάβει μαζί με αυτά, έτρεχαν όπως έκανα κι εγώ, μόνον που αυτοί έτρεχαν φορτωμένοι με δύο τέτοια τελάρα στην πλάτη.

 Λίγο με την κούραση, λίγο με το άγχος της δουλειάς, δεν μπορούσε ο Γιώργος να γιατρέψει το προσωπικό του πρόβλημα, γι’ αυτό και άκουγε με υπομονή τις ιατρικές συμβουλές που του έδιναν οι συνάδελφοι του.

 – Να πάρεις ρε Γιώργο δύο κιλά καυτερές πιπεριές κι αυτές να τις φας όλες μαζί και σε μια καθισιά. Αν το κάνεις αυτό, όπως το έκανε και ο Γιάννης που δούλευε εδώ πέρυσι, την άλλη μέρα κιόλας θα γίνεις εντελώς καλά.

 – Φοβάμαι ρε σεις να κάνω αυτό που μου λέτε. Έχω παιδιά και πολλές υποχρεώσεις τους απαντούσε. Τι θα κάνουν αυτοί αν πάθω κάτι εγώ;

 Δεν του έφτανε που τον βασάνιζαν οι αιμορροΐδες του, τον βασάνιζαν και αυτοί με τις συνταγές που του έδιναν, αλλά αμφιβάλλοντας αυτός για το αποτέλεσμα δεν το επιχειρούσε.

 Ομοιοπαθής κι εγώ, τον συμβούλευα αναλογιζόμενος το κάψιμο που θα είχε στο στομάχι του τρώγοντας τόσα πολλά καυτερά πιπέρια.

 – Καλά κάνεις και δεν το επιχειρείς. Τόσα καυτερά πιπέρια αν σε κάνουν καλό εδώ όπως σου λένε αυτοί εκ του ασφαλούς, σίγουρα θα σε κάνουν κακό κάπου αλλού και αυτοί πάλι θα σου δίνουν ανεύθυνες ιατρικές συμβουλές.

 Μην το επιχειρήσεις λοιπόν, γιατί δεν είναι ώρα να πάθεις καμιά ζημιά. Ποιος θα φροντίσει μετά την οικογένειά σου; Και κάτι ακόμη θέλω να σου πω βρε Γιώργο. Πόσο πιο ωραίος σου φαίνεται ότι είσαι έτσι όπως βάφεις το μουστάκι σου; Δεν βλέπεις ότι ξεβάφει αυτό από την βροχή και τρέχει η μπογιά προς τα κάτω;

 – Τι να κάνω ρε συ; Η καλή μπογιά είναι ακριβή.

 – Να μη το βάφεις. Αυτό να κάνεις. Τι είναι τώρα αυτό που πολλές φορές το έχω δει να σου συμβαίνει; Να περπατάς δηλαδή στον δρόμο και να τρέχουν οι μπογιές προς τα κάτω. Όποιος το βλέπει αυτό, δεν θα γελάει μαζί σου;

 – Τους ακούω όταν γελούν, αλλά τι να κάνω αφού εμένα μου αρέσει το μουστάκι μου να είναι μαύρο;

 Άκουγαν οι υπόλοιποι εργάτες την στιχομυθία μας, γι’ αυτό και τον πείραζαν ακόμη περισσότερο, αλλά και να διασκεδάσουν με την ιδιοτροπία του ήθελαν.

 – Να βάζεις μαύρο τζιλά ρε πάνω στα μουστάκια σου. Απ’ αυτό που βάφουμε τα παπούτσια μας. Και μην ξεχνάς να τα γυαλίζεις στο τέλος με την βούρτσα.

  Αυτόν τον Γιώργο λοιπόν έστελνα να κάνει τις μετρήσεις των κιβωτίων που έμπαιναν στα βαγόνια αντί για μένα και ανεπιφύλακτα πια τον έστελνα να μετρήσει και οτιδήποτε άλλο έπρεπε να μετρήσω εγώ στον σταθμό, αλλά και οπουδήποτε αλλού είχα μια τέτοια υποχρέωση.

 Μετρώντας με τον δικό του τρόπο αυτός, μας απάλλασσε από πολύ κόπο και αμφιβολία, γι’ αυτό και του εμπιστευόμασταν τα πάντα αφού ήταν όντως αλάνθαστος και έτσι το έκανε.

 Έμπαινε για παράδειγμα μέσα σ’ ένα βαγόνι, προκειμένου να μετρήσει τα κιβώτια που ήταν φορτωμένα σ’ αυτό και το μόνο που έκανε, ήταν να κοιτά μια δεξιά και μια αριστερά μέσα στον χώρο του.

 Αμέσως μετά φώναζε τον σωστό αριθμό των κιβωτίων, έστω κι αν δεν ήξερε ποιος ήταν ο ακριβής αριθμός τους. Άλλοτε διαφωνούσε και άλλοτε συμφωνούσε με τους υπόλοιπους εργάτες, όταν αυτοί του ανακοίνωναν την δική τους μέτρηση, αλλά μονίμως ήταν ακριβής και επιβεβαιωμένα σωστός ο Γιώργος.

  Δεν ξέραμε πως το έκανε αυτό, αλλά πολύ μας βόλευε η δυνατότητα του, αφού τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα, όχι μόνον μας παρουσίαζε αξιόπιστους, αλλά κι από πολλά προβλήματα μας απάλλασσε.

 Μέχρι να εμπιστευτώ οριστικά και τελικά πλέον την ανορθόδοξη τεχνική του, χρειάστηκε να ξεφορτώσω πολλές φορές τα ήδη φορτωμένα βαγόνια, για να δω αν πράγματι το μέτρημα του ήταν έγκυρο.

 Όσες φορές όμως κι αν το επιχείρησα αυτό, τον βρήκα απολύτως ακριβή, γι’ αυτό και θέλησα να μάθω το πως και με ποια τεχνική έμαθε να κάνει αυτές τις αλάνθαστες μετρήσεις.

 Ότι και αν έκανα, όσες φορές και αν το προσπάθησα αυτό, ποτέ μου δεν το  έμαθα, αφού ούτε και ο ίδιος ήξερε να μου πει το πώς απέχτησε την τεχνική του και αυτά μου απαντούσε κάθε φορά του έκανα τις ερωτήσεις μου.

– Δεν ξέρω ρε συ. Από μικρός όμως το έχω. Όταν βλέπω μια ποσότητα συγκεντρωμένων πραγμάτων, δεν ξέρω πως και γιατί γίνεται αυτό, αλλά γνωρίζω ακριβώς το πόσα είναι μαζεμένα εκεί, όσο και αν αυτά βρίσκονται  ανακατεμένα μεταξύ τους.

 Ωστόσο, για να μην εκτεθούμε όλοι μαζί εμείς εμπιστευόμενη τον αγράμματο Γιώργο, κάναμε κατά διαστήματα μερικές μετρήσεις επαλήθευσης θα έλεγα. Ξεφορτώναμε δηλαδή τα βαγόνια που ήδη ήταν φορτώναμε, για να βεβαιωθούμε ότι όλα ήταν σωστά μετρημένα και ότι δεν τον είχε εγκατέλειψε το χάρισμα του.

 Ευτυχώς για μας όμως, το χάρισμα του ήταν πάντα εκεί και ήταν πολύ χρήσιμο για όλους μας. Για εμένα δε; Ήταν ακόμη πιο χρήσιμο, αφού με τις δικές του ακριβείς μετρήσεις, γλίτωνα από έναν ενδιάμεσο και πολύ χρονοβόρο τελικό έλεγχο.

  Ήταν ευτύχημα λοιπόν που τον είχαμε μαζί μας, γιατί προλάβαινε το λάθος, όταν αυτό ήταν ακόμη στην αρχή του και δεν ήταν λίγες οι φορές που τον άκουγα να συμβουλεύει τους συναδέλφους του, όταν έκανε σε όλους ανεξαιρέτως τον έλεγχο του.

 – Βάλατε 32 κιβώτια λεμόνια παραπάνω στο βαγόνι σας.

 Στους διπλανούς εργάτες πάλι, που φόρτωναν κασάκια από τα βαγόνια στα φορτηγά, τον άκουγα να τους λέει με σιγουριά.

– Βάλατε 28 κιβώτια λιγότερα πάνω στο φορτηγό σας.

Με μια ματιά λοιπόν αυτός ο απλός και αγράμματος άνθρωπος, βεβαίωνε όχι μόνον τους εργάτες που φόρτωναν μαζί του, αν ήταν σωστά ή λάθος τοποθετημένες οι υποχρεώσεις τους, αλλά και όλους εμάς μαζί μ’ αυτούς, που θέλαμε να κάνουμε την δουλειά μας εκτός από εύκολη και αξιόπιστη για τους πελάτες μας.

  Αυτός ο συνεργάτης δηλαδή, που έβαφε το μουστάκι του με τζιλά, όπως τον πείραζαν οι συνάδελφοι του και που συνεχώς είχε την γνωστή στάμπα πίσω του, για πέντε ολόκληρα χρόνια μας προστάτευε από πολλά λάθη.  Και όχι μόνον αυτό έκανε, αλλά και την εργασιακή μας ζωή διευκόλυνε και κανέναν από μας δεν επέτρεψε να εκτεθεί.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *