Πήγαινα πολλές φορές εγώ στο καφενείο της γειτονιάς μας, προκειμένου να πω στον πατέρα μου ότι για κάποιο λόγο, πρέπει να έρθει στο μαγαζί μας. Μέχρι να τελειώσει όμως αυτός την παρτίδα του τάβλι που έπαιζε με κάποιον από τους θαμώνες, έβλεπα εγώ και άκουγα εκεί πάρα πολλά.
Μερικά από αυτά ήταν καλά. Άλλα πάλι ήταν άσχημα. Τα ποιο πολλά όμως ήταν μεθυσμένα και όχι μόνον από κρασί, αλλά και από πάθη. Από αμετακίνητους εγωισμούς και από πολιτικές τοποθετήσεις των θαμώνων.
Ανάμεσα σε αυτούς τους θαμώνες, ήταν εκεί και ένας βαριά αλκοολικός παππούς. Αυτός λοιπόν, ούτε μια γουλιά πλέον δεν μπορούσε να αντέξει από το οινόπνευμα που έπινε, γι’ αυτό και ποτέ σχεδόν δεν το έβαζε στο στόμα του.
Όταν όμως και για κάποιο λόγο έπινε αυτός έστω και μια γουλιά, τότε σηκωνόταν αμέσως από την καρέκλα του και σαν μαγεμένος ύστερα, πήγαινε αμίλητος προς στο σπίτι του, έχοντας κατά νου, να εκτελέσει εκεί κάποιο κρυφό του σκοπό.
Παραπατώντας στο δρόμο και χαμένος στο κόσμο του, έκανε με πολύ δυσκολία την διαδρομή που τον χώριζε από το σπίτι του και όταν πια έφτανε εκεί, πήγαινε πρώτα στο μεγάλο δένδρο της αυλής τους.
Έπαιρνε από εκεί στην συνέχεια την μανέλα στα χέρια του, το χοντρό και μακρύ ξύλο δηλαδή, αυτό που χρησιμοποιούσαν τότε οι άνθρωποι στα καντάρια τους, όταν ήθελαν να ζυγίσουν με αυτό κάτι βαρύ. Και έτσι, όπως ήταν χωμένος στις σκοτεινές πτυχές του υποσυνειδήτου του, έψαχνε να βρει μέσα ή έξω από το σπίτι την γυναίκα του.
Όταν και όπου την έβρισκε όμως, την τραβούσε έξω και στην αυλή του σπιτιού τους, όπου και την χτυπούσε με κείνη την μανέλα, χωρίς να έχει επίγνωση του τι κάνει.
Μπροστά σε κείνο το άσχημο θέαμα, έπεφταν επάνω του όσοι από τους ανθρώπους τύχαινε να περνούν από εκεί και με κίνδυνο να φάνε και αυτοί καμία με την μανέλα, προσπαθούσαν να γλυτώσουν την γυναίκα του από τον άγριο ξυλοδαρμό, αλλά και να αποτρέψουν τον μεθυσμένο παππού από τον σκοπό του.
Στην προσπάθειά τους να πετύχουν αυτό που επεδίωκαν οι παριστάμενοι, τον χτυπούσαν και αυτοί με την σειρά τους, με ότι πρόχειρα έβρισκαν μπροστά τους. Και δεν ήταν λίγο το ξύλο που του έριχναν, αν και αυτός δεν ήταν σε θέση να το αισθανθεί.
Βλέποντας εγώ εκείνο το ακατανόητο θέαμα, δικαιολογούσα μετά και τον λόγο που σε τέτοιες περιπτώσεις ανέφεραν οι άνθρωποι την παροιμία που λέει, ότι είδε το τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε.
Φώναζε από τους πόνους η γυναίκα του, αλλά και αδιαφορώντας θαρρείς για τις ξυλιές που έτρωγε με κείνη την χοντρή μανέλα, παρακαλούσε τους ανθρώπους να μην τον χτυπούν, γιατί τον λυπόταν.
Ήξερε αυτή ότι το πιοτό τον έφερνε σ’ εκείνο το σημείο, γι’ αυτό και τους εκλιπαρούσε σχεδόν.
– Μη τον χτυπάτε παιδιά. Δεν ξέρει τι κάνει. Είναι καλός αυτός, αλλά το πιοτό τον κάνει να φέρεται έτσι. Μη τον χτυπάτε, επαναλάμβανε.
Πράγματι ήταν καλός αυτός, όπως ήταν και καλός νοικοκύρης όταν δεν έπινε, αλλά όταν γινόταν αυτό όμως, τότε ήταν ένας άλλος και πολύ κακός άνθρωπος.
Πλήρωνε τον καφετζή ο πατέρας μου, ώστε να μη του δίνει να πίνει, για να γλυτώνει η γυναίκα του από το κακό που της προκαλούσε ο αλκοολικός παππούς, έστω κι αν δεν το καταλάβαινε, αφού από μόνος του αυτός, ποτέ δεν θα έκανε κάτι παρόμοιο στην γυναίκα που αγαπούσε.
Ήταν επίσης ακατανόητο αυτό, αλλά μερικοί από τους καφενόβιους, του έδιναν πού και πού να πιει και έτσι, δεν αργούσε να γίνει το κακό. Αφού έκανε ο αλκοολικός παππούς στη συνέχεια όλα τα παραπάνω, αδιάφοροι αυτοί για το αποτέλεσμα, γελούσαν κρυφά με τη συμπεριφορά του.
Το πλήρωναν όμως αυτό που έκαναν, γιατί και αυτοί ήταν αλκοολικοί έστω και αν δεν το υπολόγιζαν, αφού ήταν παθιασμένοι με τα πολιτικά και τόσο πολύ μάλιστα, που φαινόταν καθαρά και ξάστερα αυτό, όταν άρχιζαν να μαλώνουν εκεί και μεταξύ τους, για τα κομματικά τους.
Μεγάλο αλκοολίκι αυτό και ανίατη αρρώστια. Εκεί που γελούσαν λοιπόν και πείραζε ο ένας τον άλλον και όλοι μαζί τον αλκοολικό παππού, εκεί ξεχνούσαν και την συγγένεια τους και την φιλία τους και τα κοινά συμφέροντά τους και την κοινή καταγωγή τους και προπαντός, την ανάγκη που είχε ο ένας από τον άλλον στην καθημερινότητά τους. Και χειρότερα μεθυσμένοι από τον παππού, βρίζονταν μετά και χτυπιόταν το ίδιο άγρια και ευτυχώς για όλους, όχι πολύ συχνά.
Καλό ήταν, το ότι μάθαιναν οι άνθρωποι μέσα σε κείνο το καφενείο, τα νέα από την μοναδική εφημερίδα που υπήρχε εκεί για κοινή χρήση, καλό ήταν και το ότι, μέσα σ’ αυτό, ήταν εύκολο να συναντηθούν μεταξύ τους και έτσι μάθαινε ο ένας από τον άλλον, το τι γινόταν στο χωριό τους και έξω από αυτό.
Το κακό όμως ήταν, ότι μέσα σε κείνο το καφενείο, δινόταν αιτίες και αφορμές για μεθυσμένες ανταλλαγές απόψεων και αυτές πάλι, ήταν πολύ δύσκολο για εκείνους τους παθιασμένος ανθρώπους, να τις κουμαντάρουν ειρηνικά.
Και έτσι όπως ήταν μεθυσμένοι αυτοί, από το ανίατο αλκοολίκι του πολιτικού τους εγωισμού και την βλακεία που τον συνοδεύει, μάλωναν ύστερα και χτυπιόταν άσχημα μεταξύ τους χωρίς να το αισθάνονται, αλλά και χωρίς να σέβονται ο ένας τον άλλον.
Μιχάλης Αλταλίκης