Περιμένοντας να έρθουν πελάτες στο μαγαζί μας, εγώ καθόμουν πολλές ώρες την ημέρα έξω από αυτό πάνω σε μια καρέκλα και εξαιτίας αυτού, είχα την ευχέρεια να βλέπω, να μελετώ και να σχολιάζω εκεί έξω, όλα όσα διαδραματιζόταν τουλάχιστον στην γειτονιά μας, ό,τι και όσα είχε αυτή να μου παρουσιάσει.
Και όχι μόνον αυτό, αλλά και να τοποθετούμαι μπορούσα από μικρός, σε όσα άκουγα να εξιστορούνται εκεί στους γονείς μου, από την προσωπική ζωή των πελατών μας.
Όπως ήταν φυσικό λοιπόν, όλα αυτά τα δρώμενα και τα αναφερόμενα, με πλούτιζαν και σε γνώσεις και σε εμπειρίες, γιατί έβλεπα όχι μόνον την αρχή και τη μέση των γεγονότων, αλλά και το τέλος που τα ακολουθούσε.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που εμφανιζόταν κατά διαστήματα στην γειτονιά μας, ήταν και ένας πραματευτής. Αυτός ερχόταν από ένα κοντινό χωριό σε μας και με ένα γαϊδουράκι πουλούσε τις πραμάτειες του. Αυτό ήταν πάντα φορτωμένο με δύο ξύλινα πλακέ και τετράγωνα ντουλάπια, μέσα στα οποία, έβλεπε κανείς όταν άνοιγε αυτός τα καπάκια τους, ψιλικά πολλών λογιών, όπως λέει και το ομώνυμο Κρητικό τραγούδι. ΄΄Ο πραματευτής΄΄.
Όταν ερχόταν αυτός στο χωριό μας, μου τον έδειχνε ο πατέρας μου και όπως πάντα μου έλεγε κάτι και γι’ αυτόν.
– Τον βλέπεις; Αυτός είναι έμπορας. Με δύο δραχμές στη τσέπη του, τρέχει παντού να βγάλει το μεροκάματο του και συ, κάθεσαι εδώ αδιάφορος.
Απορούσα εγώ με τις παρατηρήσεις του πατέρα μου, γι’ αυτό και του έλεγα.
– Μα τι θέλεις επιτέλους να κάνω;
– Άκου, έλεγε αυτός. Θα σου κάνω ένα κασελάκι και μέσα σ’ αυτό, θα σου βάλω διάφορα, όπως καραμέλες, μπισκότα, λουκούμια, σοκολάτες και τέτοια πράγματα και εκεί που πας εσύ και παίζεις, να τα πουλάς στα άλλα παιδιά. Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα σπουδάζεις έμπορας, χωρίς καν να το καταλάβεις. Ξέρεις πόσοι άλλοι έγιναν μεγαλέμποροι ξεκινώντας έτσι και από τέτοιο κασελάκι; Ξέρεις πόσοι σαν κι αυτόν τον πραματευτή με το γαϊδούρι του, έγιναν μεγάλοι και τρανοί; Άμα πάλι θέλεις και σου φαίνεται καλύτερο αυτό, τότε να σου ετοιμάσω ένα γαϊδουράκι με πράγματα και να γυρίζεις κι εσύ σαν αυτόν στα χωριά και να τα πουλάς. Τι λες;
Θέλοντας να του κάνω το χατίρι λοιπόν, φορτώθηκα μια μέρα ένα τέτοιο κασελάκι που μου ήταν πιο εύκολο και πήρα γύρα τις γειτονιές να δω που έπαιζαν παιδιά. Εφόσον εγώ δεν μπορούσα να παίξω μαζί τους όταν τα έβρισκα, περίμενα στην άκρη να δω πότε κάποιος από αυτούς θα ήθελε να αγοράσει κάτι, από αυτά που εγώ πουλούσα.
Αφού δεν είχαν πρόχειρα στις τσέπες τους οι γονείς τους χρήματα, ήταν δυνατόν να είχαν τα παιδιά; Εξαιτίας αυτού λοιπόν, γύριζα στο μαγαζί μας άπρακτος. Και μόλις με έβλεπε έτσι ο πατέρας μου, έλεγε.
– Πάλι δεν έκανες τίποτε; Δεν την κυνηγάς τη δουλειά. Σε παίρνει από κάτω. Να πηγαίνεις σε άγνωστες για σένα περιοχές και εκεί σίγουρα θα πουλάς τα πράγματα σου και μάλιστα πολύ πιο εύκολα.
Άκουσα τη συμβουλή του λοιπόν και μια μέρα πήγα με το κασελάκι μου στο διπλανό χωριό, με σκοπό να πουλήσω εκεί την πραμάτεια μου. Τα παιδιά εκείνου του χωριού, ήταν από πιο φτωχές οικογένειες, γι’ αυτό και μόλις είδαν σοκολάτες, καραμέλες και τέτοια πράγματα πρόχειρα μπροστά τους, δεν άντεξαν τον πειρασμό και άρχισαν να αρπάζουν ό,τι έβλεπαν.
Για να σώσω εγώ ότι μου απέμεινε από την πραμάτεια μου, αναγκάστηκα να φύγω από κει τρέχοντας, έστω και αν μου πονούσε ο σβέρκος, αφού από κει και με ένα λουρί είχα κρεμασμένο το κασελάκι μου.
Μετά από αυτό το περιστατικό, δεν ξαναπήρα κασελάκι μαζί μου όταν έπαιζα με τα άλλα παιδιά, γιατί όπως αποδείχτηκε, δεν είχαν χρήματα. Και από πού να είχαν; Αφού για να πάρουν κάτι γλυκό αυτά, πήγαιναν κρυφά στο κοτέτσι τους, μήπως και βρουν εκεί κανένα ξεχασμένο αυγό και με αυτό στο χέρι, ερχόταν ύστερα να αγοράσουν από μας, ότι κι αν ήθελαν.
Αν έπαιρνε χαμπάρι η μάνα τους, το τι είχαν κατά νου να έκαναν τα παιδιά, τότε έτρωγαν πολύ ξύλο, γιατί και αυτή υπολόγιζε να πάρει κάτι με το ίδιο αυγό. Μεγάλη φτώχεια υπήρχε γύρω μας και ότι διέθεταν οι άνθρωποι τότε, ήταν ανταλλάξιμο. Μπορούσε λοιπόν κανείς να τα χρησιμοποιεί αυτά ανεξέλεγκτα;
Αντί για το γλυκό που τους έλειπε, τους έδινε η μητέρα τους να τρων μια βρεγμένη φετάρα ψωμί, κομμένη πέρα πέρα από κείνο το χωριάτικο και ζυμωτό ψωμί, πάνω στην οποία πασπάλιζε λίγη ζάχαρη και για γαρνιτούρα τους έβαζε και λίγο καφέ, αν βέβαια είχαν καφέ στο σπίτι τους.
Εάν πάλι έπρεπε να γεμίσουν με κάτι τα παιδικά τους στομάχια, έπαιρναν μια μεγάλη γωνία από το ψωμί τους και την βουτούσαν μέσα στην κατσαρόλα, την στιγμή που έβραζε την φασολάδα η μητέρα τους και αφού μούσκευε καλά αυτή, έριχναν επάνω της λίγο αλάτι, έτσι για να νοστιμίσει κάπως και αυτό πάλι, ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσαν να έχουν για πρωινό.
Όταν όμως ήθελαν να έχουν κάποια αλλαγή στο μενού τους τα παιδιά, ερχόταν στο μαγαζί μας και στεκόταν στην πόρτα του, εκεί που εμείς είχαμε τρία βαρέλια με ελιές. Στεκόταν εκεί και ρωτούσαν να τους πω εγώ, πόσο κάνει κάτι που ήταν στα ράφια του μαγαζιού.
Ήξερα τον λόγο που αυτοί ρωτούσαν, για το ένα, ή το άλλο πράγμα, γι’ αυτό και τους γύριζα την πλάτη μου εγώ, προφασιζόμενος τον απονήρευτο και όσο αργούσα να καταλάβω για ποιο πράγμα ενδιαφερόταν να μάθουν το κόστος του, γέμιζαν αυτά τις τσέπες τους με ελιές.
Όταν πάλι ήταν πολλοί αυτοί, εγώ έκανα τον διπλάσιο χρόνο μέχρι που να καταλάβω για ποιο πράγμα μιλούσαν, έτσι ώστε να προλάβουν να πάρουν όλοι τους τις ελιές που χρειαζόταν.
Όπως καταλαβαίνεται λοιπόν, δύσκολα περνούσαν όλοι τότε, είτε μικροί ήταν αυτοί, είτε μεγάλοι. Ο πατέρας μου βέβαια με μάλωνε, όταν έβλεπε να αφήνω τα παιδιά να παίρνουν τις ελιές με κείνο τον τρόπο, γι’ αυτό και μου έλεγε θυμωμένος.
– Τι κάνουμε τώρα; Θα μας περάσουν για χαζούς. Πρόσεχε τι κάνεις.
Ενώ σε μένα έλεγε τέτοια, εκείνος έκανε ακόμη χειρότερα πράγματα, όταν ερχόταν νυχτιάτικα οι άνθρωποι στο σπίτι μας. Μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν μόνοι τους αυτοί τα προβλήματα που τους έβγαιναν εκείνη την ώρα, ερχόταν στο σπίτι μας και του ζητούσαν χρήματα, για το παιδί τους που ήταν άρρωστο, για την γυναίκα τους που γεννούσε, για τον πατέρα τους που έπρεπε να τον πάνε στο νοσοκομείο και πολλά τέτοια.
Όποιος και αν ερχόταν όμως, όποια ώρα και αν ήταν αυτή, ότι και αν του ζητούσαν, κανέναν δεν έδιωχνε. Είχαμε μόνιμα το κλειδί έξω από την πόρτα του σπιτιού μας και όποιος ήθελε να μπει μέσα, μα μέρα ήταν, μα νύχτα ήταν, δεν χρειαζόταν να χτυπήσει το κουδούνι, έμπαινε μέσα και έφτανε μέχρι και την κρεβατοκάμαρα μας.
– Ξύπνα του έλεγαν. Χρειάζομαι χρήματα για το παιδί μου. Για την μάνα μου. Για την γυναίκα μου τα θέλω του έλεγαν.
Για όποιο λόγο και αν του ζητούσαν χρήματα, ευχαρίστως τους τα έδινε αυτός, αφού πουθενά αλλού δεν θα μπορούσαν να τα βρουν τόσο εύκολα και μάλιστα νυχτιάτικα. Και κάθε φορά που γινόταν αυτό, άκουγα τον πατέρα μου να τους λέει μισοκοιμισμένος.
– Το παντελόνι μου είναι στην καρέκλα. Πάρε από κει όσα θέλεις και όταν τελειώσεις με το πρόβλημα σου, έλα να μου πεις πόσα πήρες, ώστε να τα γράψω στο μπακαλοτέφτερο.
Όταν εγώ ρωτούσα με την σειρά μου να μου πει, αν αυτό που έκανε αυτός ήταν σωστό, τότε με απαντούσε.
– Δεν έχουν που αλλού να πάν τέτοια ώρα οι άνθρωποι. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που αφήνουμε το κλειδί έξω από την πόρτα μας. Εμείς έχουμε υποχρέωση να τους διευκολύνουμε όταν έχουν την ανάγκη μας, αφού κι εμείς, από αυτούς ζούμε. Και συ πρέπει να ξέρεις, ότι όποια κι αν είναι τα δικά τους προβλήματα, αυτά είναι και δικά μας.
Μετά από λίγο καιρό, ήρθε πάλι εκείνος ο πραματευτής στη γειτονιά μας και μόλις τον είδε ο πατέρας μου, του είπε κάπως αυστηρά.
– Αυτό βέβαια δεν είναι δικό μας πρόβλημα, αλλά μάθαμε από έναν χωριανό σου, ότι όχι μόνον παντρεμένος είσαι, αλλά και σε όλα τα χωριά που πουλάς την πραμάτεια σου, έχεις και μια γυναίκα. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν, να φύγεις και να μη ξανάρθεις στο χωριό μας. Και την κοπέλα που μάθαμε ότι τριγυρνάς, να την αφήσεις ήσυχη, γιατί αν της βγει το όνομα, δεν θα μπορεί μετά να παντρευτεί. Είναι καλή και από πολύ καλή οικογένεια. Όπως ήρθες λοιπόν, γύρνα πίσω και φύγε το καλό που σου θέλω, γιατί δεν θέλουμε τέτοιους ανθρώπους στο χωριό μας.
Κάτι πήγε να πει αυτός, ότι δήθεν είναι ψέματα αυτά που είπε ο χωριανός του, ωστόσο όμως, πήρε το γαϊδούρι του και έφυγε από κει που ήρθε. Στην πρώτη στροφή του δρόμου όμως, γύρισε πίσω και ανάμεσα από τα άλλα σπίτια, πήγε στα κρυφά να επισκεφτεί και πάλι εκείνη την κοπέλα.
Τον περίμενε όμως αυτή όπως αποδείχτηκε, γι’ αυτό και είχε το δίκαννο της γεμάτο. Πληροφορήθηκε και αυτή τα καμώματα του πραματευτή από άλλη πηγή, γι’ αυτό και μόλις τον άκουσε να φωνάζει ΄΄Ο Πραματευτής΄΄, άρπαξε το δίκαννο της και τον έβαλε στο κατόπι, πυροβολώντας τον συνέχεια.
Έτρεχε ο φουκαράς να γλιτώσει τη ζωή του και μπροστά σ’ αυτόν τον κίνδυνο, παράτησε μόνο του τον γάιδαρο με την πραμάτεια του. Δεν ανησυχούσε γι’ αυτόν, γιατί ο γάιδαρος του ήταν μαθημένος από τέτοια και σίγουρα θα γύριζε από μόνος του στον τόπο τους.
Έγινε γνωστό αυτό το επεισόδιο στο χωριό του, γι’ αυτό και από ντροπή αυτός, πήρε την οικογένεια του μια μέρα και έφυγε για άλλη περιοχή.
Μελετώντας εγώ εκείνο το περιστατικό, έδωσα αφορμή στον πατέρα μου να μου πει.
– Είδες τι έγινε; Αυτά παθαίνει κανείς όταν έχει το μυαλό του στα παιχνίδια. Χάνει και την δουλειά του και την αξιοπρέπεια του. Γι’ αυτό λοιπόν, τα μάτια μας εδώ και πουθενά αλλού και μου έδειξε το μαγαζί.
– Εκκλησία είναι αυτό πρόσθεσε και σαν εκκλησία πρέπει να το σεβόμαστε. Δεν είναι καφενείο.
– Μα και το καφενείο μαγαζί είναι του έλεγα.
– Ναι απαντούσε, αλλά εκεί μέσα μπορεί κανείς να λέει ό,τι θέλει, χωρίς να υποχρεώνεται να δώσει λόγο σε κανέναν. Αυτή είναι η διαφορά. Κατάλαβες;
Μιχάλης Αλταλίκης