Είναι αλήθεια λοιπόν, ότι αν και πέρασαν τόσες χιλιάδες χρόνια από την εμφάνιση μας στην ζωή, εν τούτοις, εξακολουθούμε να ζούμε εγωιστικά μόνοι, χωρίς την συμμετοχή του Θεού στην ζωή μας, υπερασπιζόμενοι μετά μανίας τις επιθυμίες μας, τις απόψεις μας, τα συμφέροντά μας και καμιά σημασία δεν δίνουμε για τους συνανθρώπους μας, έστω κι αν ξέρουμε ότι αυτός είναι ο σκοπός της ζωής μας, να τους γίνουμε χρήσιμοι.
Μόνον ο διάβολος εξαιρείται αυτού του κανόνος, γι’ αυτό κι έχει επιλέξει για σκοπό της δικής του ζωής, να καταστρέψει όχι μόνον τον άνθρωπο, αλλά και κάθε τι ανθρώπινο.
Προκειμένου δε, να υλοποιήσει αυτόν τον σκοπό, μέρα και νύχτα αγωνίζεται, μαζί βέβαια με ανθρώπους, που με την θέληση τους έγιναν συνεργοί του και συνάνθρωποί μας λογίζονται.
Φυσικά, ούτε τον διάβολο μπορούμε να κατηγορήσουμε για όσα επιδιώκει, αλλά ούτε κι αυτούς που τάχτηκαν δίπλα του ως συνεργοί του, αφού μάλλον δεν ξέρουν τι κάνουν.
Αν παρακολουθήσετε της ενέργειες τους πάντως, θα δείτε ότι το μόνον που κάνουν αυτοί είναι, να καταδυναστεύουν τους ανθρώπους από όποια θέση κι αν τους πλησιάζουν, αλλά και να τους εκμεταλλεύονται αγρίως.
Αντί να σπουδάσουν δηλαδή τους ανθρώπους, προς τα πού θα πρέπει να κατευθύνουν την ζωή τους, προκειμένου να είναι χρήσιμοι προς όλους, αυτοί τους εγκλωβίζουν οπουδήποτε και με οτιδήποτε μπορούν, αρκεί να τους καταστρέψουν.
Και για να μας φτάσουν εκεί που αυτοί θέλουν, το κάνουν με τέτοιο εύσχημο τρόπο, ώστε ποτέ να μην το καταλάβουμε και ποτέ να μην αντιληφθούμε, ότι αυτοί μας ωθούν να αντιμετωπίζουμε επιλεγμένα από αυτούς και πάλι, τα άλυτα προβλήματα που μας προκαλούν.
Την περίοδο που αναφέρομαι πάντως, πολλά τέτοιου είδους προβλήματα μας προκάλεσαν και πάλι, αυτοί που πουθενά δεν φαίνονται, εξαιτίας των οποίων κι αναστατώθηκαν οι κάθε λογοίς επαγγελματίες της περιοχής μας χωρείς να καταλάβουν τον λάκκο που μας έστηναν.
Τα επώνυμα καταστήματα της Γερμανίας κατά κύριο λόγο το έκαναν αυτό, τα οποία κι αποφάσισαν να ράβουν στην Ελλάδα στο εξής τα μπλουζάκια που πουλούσαν, δεδομένου ότι το παραγωγικό τους κόστος, ήταν πολύ πιο φτηνό εδώ, αλλά και δουλειά για όλους μας θα έδιναν.
Βγήκαν λοιπόν στην αγορά μας γι’ αυτόν τον σκοπό και με την βοήθεια των αντιπροσώπων τους, έψαχναν παντού να βρουν μικρές και μεγάλες βιοτεχνίες, οι οποίες θα μπορούσαν να ράψουν fashion τα μπλουζάκια τους.
Αυτά δηλαδή, που θα τους έστελναν εδώ τα καταστήματα, έτοιμα και κομμένα από την Γερμανία, προκειμένου να τα ράψουν εδώ και μετά να τα εξάγουν και πάλι στα καταστήματα της προέλευσης τους.
Παράλληλα με αυτό, έψαχναν να βρουν και βιοτεχνίες που θα μπορούσαν όχι να ράψουν, αλλά να πλέξουν εδώ κι απ’ αρχής μάλιστα τα μπλουζάκια τους, σύμφωνα με τις δικές τους προδιαγραφές βέβαια.
Αυτά τα δύο ενδεχόμενα, έγιναν αμέσως αποδεκτά από την δική μας αγορά και έτσι γέμισε η περιοχή μας από βιοτεχνίες και Γερμανικά μηχανήματα, τα οποία όντως έπλεκαν ή έραβαν fashion, όσες παραγγελίες τους έδιναν τα γνωστά και μεγάλα καταστήματα της Γερμανίας και όχι μόνο, αφού σε όλη την Ευρώπη πια στέλναμε τα μπλουζάκια τους.
Αυτό το άνοιγμα, έφερε και στην δική μας εταιρεία δουλειά, αφού ως ειδικοί για διεθνείς μεταφορές, συμμετείχαμε με αξιώσεις θα έλεγα στις δραστηριότητες που μας προέκυψαν ξαφνικά.
Προϋπήρχαν βέβαια στην αγορά μας τέτοιου είδους συμβάσεις κι από το 1972 έβλεπα στο λιμάνι της πόλης μας να δίνουν δουλειά σε πολλές γυναίκες τα Γερμανικά καταστήματα, αλλά την εποχή που αναφέρομαι, ήταν κάτι διαφορετικό.
Τότε ήταν που έγιναν πολλοί βιοτέχνες από το πουθενά κι όπως λέει ο λαός μας, βρέθηκαν ξαφνικά να κολυμπούν σε βαθιά νερά. Πολλοί δε από αυτούς, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο, βρέθηκαν να είναι βιομήχανοι από το πουθενά και να κολυμπούν σε ακόμη πιο βαθιά νερά, δεδομένου ότι απασχολούσαν στις τεράστιες εγκαταστάσεις τους, πάνω από πεντακόσιους ή κι εξακόσιους εργάτες.
Αυτή λοιπόν η έξαρση αναζήτησης βιοτεχνιών, για fashion παραγωγή, ανέβασε στα ύψη πολλούς από αυτούς που δεν ήταν πουθενά σοβαρά πριν στην αγορά μας, οι οποίοι βέβαια, ούτε την στοιχειώδη υποδομή είχαν, αλλά ούτε και γερά θεμέλια είχαν για όσα επιχειρούσαν, γι’ αυτό και κατέρρευσαν αργότερα σαν γυάλινοι πύργοι.
Κατέρρευσαν λοιπόν αυτοί κι ο λόγος της κατάρρευσης τους ήταν, ότι δεν ήξεραν τι ακριβώς ήταν αυτό που έκαναν. Ζαλισμένοι μετά από τα πολλά και πρόχειρα χρηματικά οφέλη που τους έφερε αυτή η τυχαία εξέλιξη, καβάλησαν όχι ένα, αλλά πολλά καλάμια μαζί.
Κι όπως γινόταν από πολλούς αυτό τότε, κανείς τούς δεν ήθελε να ξέρει, αν έπρεπε να σκέφτεται, τι έπρεπε να κάνει σήμερα, αν για κάποιο λόγο σταματούσε το ποτάμι να τους φέρνει άφθονο νερό αύριο.
Εξαιτίας αυτού λοιπόν, πολλοί ήταν αυτοί που έπαθαν ζημιές πριν καν ξεκινήσουν και πολλοί ήταν αυτοί γλίτωσαν, ακριβώς γιατί δεν έκαναν τίποτε.
Σ’ μένα όμως που κατέληγαν πολλών ειδών ερωτήματα, από αυτούς που είχαν σχέση με το όλο θέμα, έχω πολλά να σας πω για πολλές περιπτώσεις, αλλά θα σας αναφέρω μερικές μόνον, προκειμένου να τονίσω την μανία που έπιασε όλους τότε να γίνουν βιομήχανοι από το πουθενά, αγνοώντας ότι για όλα όσα επιδιώκει κανείς, χρειάζεται να έχει πρωτίστως υποδομή.
Αυτούς λοιπόν, τους επίδοξους βιοτέχνες και βιομηχάνους σκεπτόμενος, ένα πρωινό στο γραφείο μου, έλεγα στον εαυτό μου. Τυχαία, μπορεί να γίνει κανείς οτιδήποτε. Χωρίς την υποδομή όμως, όλα όσα του προκύψουν θα είναι στον αέρα και μονίμως αμφισβητούμενα.
Χτύπησε το τηλέφωνο μου όμως εκείνη την στιγμή κι όταν το σήκωσα, άκουσα από μέσα κάποιον να μου ζητά με αγωνία να του πω, ποιο ήταν το κόστος που έπρεπε να υπολογίζει, προκειμένου να στείλει στην Αίγυπτο μια παρτίδα από τις μπλούζες που έπλεκε.
Άκουγα κάθε μέρα τέτοια ερωτήματα, τα περισσότερα των οποίων ήταν όντως κουφά, γι’ αυτό κι ετοιμάστηκα να πω και σ’ αυτόν όσα έπρεπε.
– Πολλά κουφά ακούω κάθε μέρα ρε αφεντικό, αλλά το να στείλεις εσύ μπλούζες όπως μου λες στην Αίγυπτο, ή κάποιος σε κοροϊδεύει, ή άσκημο όνειρο είδες στον ύπνο σου.
Αν ήμουν στην θέση σου πάντως κι αν άκουγα κάποιον να μου λέει αυτά που εγώ σου λέω τώρα, αμέσως θα καταλάβαινα, ότι μάλλον είναι ώρα να πάω για καφέ στην παραλία, πριν είναι πολύ αργά για οτιδήποτε κακό ήθελε να μου προκύψει.
Δεν πρόλαβα να του πω περισσότερα όμως και τον άκουσα να επιμένει στον σκοπό του και να το κάνει με αγονία μάλιστα.
– Τι είναι αυτά που μου λες; Εγώ σου μιλάω σοβαρά και εσύ με κοροϊδεύεις;
– Αν μιλούσες σοβαρά, να είσαι σίγουρος ότι θα το καταλάβαινα. Αλλά το κακό μ’ εσένα είναι, ότι εσύ προσπαθείς να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου και αυτό να ξέρεις, θα σου στοιχίσει πάρα πολλά, αν δεν προσέξεις αυτά που άκουσες να σου λέω τώρα.
Για να μην πάθεις όμως, κανένα κακό από αυτά που εγώ βλέπω να σου έρχονται, θα πρέπει να έρθω τρέχοντας κιόλας να σε βρω όπου κι αν είσαι, προκειμένου να σε γλιτώσω από αυτά, αν και δεν το βλέπω εύκολο.
Αφού μου έδωσε όμως την διεύθυνση του στην συνέχεια, έστω και με το ζόρι βέβαια κι αφού διαπίστωσα από αυτήν ότι μόλις ένα δρόμο δίπλα από τα γραφεία μας βρισκόταν, όντως σε πέντε λεπτά βρισκόμουν στον όροφο της πολυκατοικίας που έδρευε.
Μπαίνοντας στον χώρο του λοιπόν, έβλεπα μια πολύ μικρή βιοτεχνία, η οποία διέθετε όλο κι όλο δύο πλεκτικές μηχανές, με τις οποίες έπλεκε εκείνος ο επίδοξος βιομήχανος, μάλλινες μπλούζες για τον χειμώνα.
Βλέποντας την υποδομή του λοιπόν, απόρησα με την διάθεση που είχε να μπει σε τόσο κίνδυνο, τον οποίο βέβαια δεν μπορούσε αυτός να φανταστεί αλλά κι εγώ έπρεπε να τον προστατεύσω.
Ένας μεσόκοπος βιοπαλαιστής ήταν όπως τον παρατηρούσα κι από την συμπεριφορά του καταλάβαινα, ότι δεν είχε και πολύ καιρό που εγκατέλειψε το χωριό του αναζητώντας καλλύτερη τύχη για τον εαυτό και την οικογένεια του.
Κι όπως το έβλεπα πια κι αυτό, επιχειρούσε να χάσει κι αυτά που δεν είχε με όσα του προέκυψαν ξαφνικά, αν βέβαια δεν προλάβαινα εγώ να τον σταματήσω. Κι επειδή πράγματι έπρεπε να τον εμποδίζω, έπιασα κουβέντα μαζί του.
– Πως σου ήρθε ρε πατριώτη να εξάγεις μάλλινες μπλούζες στην Αίγυπτο; Έχεις κάνει κάτι παρόμοιο κάπου αλλού ας πούμε; Από όσα βλέπω εδώ πάντως, δεν έχεις και πολλές δυνατότητες. Που λοιπόν βρήκες τον Αιγύπτιο να σου δώσει μια τέτοια παραγγελία;
– Ήρθε από εδώ αυτός πριν από λίγες μέρες και μου ζήτησε να του πλέξω είκοσι χιλιάδες μάλλινες μπλούζες, σαν αυτές που βλέπεις να κάνω και μου έδωσε μάλιστα ένα δείγμα, ώστε να του τις κάνω όμοιες.
Όταν θα τις πλέξω είπε, τότε θα έρθει αυτός και θα ανοίξει λογαριασμό στην τράπεζα, από όπου και θα πληρωθώ. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, θα πάω εγώ σήμερα κιόλας στην ίδια τράπεζα να πάρω δάνειο, για να αγοράσω το ανάλογο νήμα κι όπως του το υποσχέθηκα αυτό, την επόμενη εβδομάδα κιόλας, θα αρχίσω την παραγωγή τους.
Από σένα λοιπόν, το μόνο που θέλω να μου πεις είναι, πόσο κάνει η μεταφορά, γιατί αυτός θα είναι εδώ για λίγες μέρες ακόμη και θα έρθει να του πω, πόσο θα στοιχίσουν τα πλεκτά που θα του κάνω, μέχρι να του τα παραδώσω στην Αίγυπτο.
Αν συμφωνήσουμε είπε, τότε θα υπογράψουμε και συμβόλαια μεταξύ μας.
– Από όσα σ’ ακούω να μου λες ρε πατριώτη, ιδέα δεν έχεις όπως καταλαβαίνω, για το τι θα πει εξαγωγή, όπως και τίποτε δεν μπορεί να γίνει σ’ αυτήν, έτσι όπως εσύ το υπολογίζεις με το μυαλό σου, αν και δεν σου λέω ότι είσαι χαζός.
Όπως βλέπω όμως, δεν έχεις τις απαραίτητες γνώσεις. Δεν ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις. Δεν ξέρεις πως να εξασφαλίσεις τα συμφέροντα σου, αλλά και πουθενά δεν φαίνεται, ότι αυτός που σου παρουσιάστηκε ως εισαγωγέας στην χώρα του, όντως θα πάρει αυτά που σου παρήγγειλε.
Μαζί με όλα αυτά τα δεν όμως, εσύ ετοιμάζεσαι να βάλεις μεγάλο χρέος στον εαυτό σου και να πλέξεις με αυτό μπλούζες που δεν θα μπορούν να πουληθούν στην Ελληνική αγορά, αφού με τα χρώματα που βλέπω να έχει το δείγμα που σου έδωσε να ταυτιστείς πλέκοντας τες, κανένας Έλληνας δεν θα τις φορέσει.
Δεν είναι λύγο επικίνδυνο για σένα ρε πατριώτη, που δεν ξέρεις τι και πως να κάνεις για μια εξαγωγή, να χρεωθείς πράγματα που ποτέ δεν θα μπορέσεις να πουλήσεις στην δική μας αγορά, αν για κάποιον λόγο αυτός αθετήσει την συμφωνία σας;
Εκτός από αυτά, σου λέω πληροφοριακά ότι οι έμπειροι εργοστασιάρχες, έπαψαν πια να εξάγουν τα προϊόντα τους ελεύθερα προς την Αίγυπτο κι έπαψαν να το κάνουν αυτό, γιατί δεν μπορούν να ελέγξουν τίποτε από όσα μεσολαβούν στο διεθνές εμπόριο.
Αυτοί είναι έμποροι, χιλιάδες χρόνια πριν από μας ρε πατριώτη και ξέρουν να εφαρμόζουν πολλά εμπορικά κόλπα στις συναλλαγές τους κι αυτά μάλιστα είναι τέτοια, που εσύ ούτε να τα φανταστείς δεν μπορείς.
Κι αν αυτός ο Αιγύπτιος σου παρουσιάσει κάτι τέτοια, θα μπορέσεις εσύ να τα αντιμετωπίσεις; Θέλεις, δεν θέλεις λοιπόν, θα γίνεις θύμα του, αν κάνεις έστω κι ένα βήμα προς το να υλοποιήσεις αυτό που έβαλες με το μυαλό σου.
Όσους ξέρω εγώ τουλάχιστον, από αυτούς που ακόμη κάνουν εξαγωγές προς την Αίγυπτο, εξάγουν αυτό που παράγουν, όπως το παράγουν για την Ελληνική αγορά και τα πουλούν εδώ και στην πόρτα τους κι αφού πρώτα ο ενδιαφερόμενος έχει καταθέσει το αντίστοιχο ποσό στην τράπεζα που αυτοί θέλουν, για να είναι σίγουροι ότι δεν θα χάσουν ούτε δραχμή από τα χρήματα τους.
Τι λες λοιπόν; Μετά από όσα άκουσες; Έχεις ακόμη την διάθεση να κάνεις αυτήν την εξαγωγή;
– Και βέβαια θα την κάνω. Που ξέρω εγώ, αν δεν πας να βρεις κάποιον άλλον εσύ κι αφού του πεις το μυστικό μου, τότε να κάνει αυτός την εξαγωγή κι εγώ να μείνω με την όρεξη;
– Δεν υπάρχει ρε τέτοιο ενδεχόμενο. Αλλά αφού εσύ δεν φαίνεται να αλλάζεις γνώμη, τότε σε παρακαλώ πολύ, όταν θα έρθει αυτός ο Αιγύπτιος για να υπογράψετε τα συμβόλαια όπως είπες, να με φωνάξεις εδώ για να σε προστατέψω από το να καταστραφείς. Θα το κάνεις;
Ναι είπε αυτός εκείνη την ώρα κι εγώ έφυγα από την μικρή βιοτεχνία του ελπίζοντας να μην λέει ψέματα στον εαυτό του, αλλά όντως είπε και τα είπε πολύ αργά πια γι’ αυτόν, οπότε δεν μπόρεσα να τον γλιτώσω.
Μετά από ένα μήνα σχεδόν, τον κάλεσα εγώ στο τηλέφωνο του, προκειμένου να μάθω τι έκανε μ’ αυτό το θέμα, δεδομένου ότι ανησυχούσα μη τυχόν και επιχειρούσε τελικά να ακολουθήσει το όνειρο του.
Με βεβαίωσε όμως αυτός τότε, ότι μετάνιωσε ο Αιγύπτιος κι ότι δεν του έκανε καμιά παραγγελία. Κι επειδή δεν ήταν εύκολο σε μένα να καταλάβω ότι μου έλεγε ψέματα, χάρηκα κατά κάποιο τρόπο για όσα μου είπε.
Τον βρήκα όμως μετά από τρεις μήνες περίπου να κλαίει έξω από μια τράπεζα κι όπως ήταν λογικό, του ζήτησα να μου πει τον λόγο που το έκανε, αλλά κλαίγοντας και με φωνή πια αυτός, μου έλεγε τον πόνο του.
– Τα έκανα όλα όπως μου είπε. Με την ίδια κλωστή και με τα ίδια χρώματα που αυτός μου ζήτησε και τώρα λέει ότι δεν είναι όπως μου τα παρήγγειλε.
Μου είπε όμως αν το θελήσω, ότι αυτός μπορεί να μου τα πάρει έτσι όπως είναι χάλια, αλλά στον εν τρίτο της αξίας τους, μήπως και μπορέσει να τα πουλήσει κάπου αλλού.
Και θα το κάνει λέει αυτό, γιατί θέλει να με βοηθήσει, αφού δεν κατάλαβα τι ακριβώς έπρεπε να κάνω.
Με τα λεφτά που μου δίνει όμως, εγώ δεν μπορώ να εξοφλήσω ούτε το νήμα που αγόρασα κι αυτό πάλι το χρωστώ στην τράπεζα αφού πήρα δάνειο.
Αν δεν πάρω την κανονική τους αξία από τα πλεκτά, θα χάσω και το σπίτι μου, γιατί το έβαλα υποθήκη.
– Καλά ρε βιοτέχνη της καταστροφής, δεν σου είπα εγώ να μη κάνεις τίποτε; Δεν σου είπα να με φωνάξεις όταν θα ερχόταν αυτός εδώ; Τώρα; Τίποτε δεν μπορώ να κάνω; Καλύτερα όμως να συμφωνήσεις μαζί του και να πάρεις όσα μπορέσεις από αυτόν, ώστε να έχεις τουλάχιστον όσο γίνεται μικρότερη ζημιά.
– Ή θα πληρώσει την κανονική τους αξία, ή δεν του τα δίνω. Προτιμώ να τα κάψω.
Έκλαιγε ο φουκαράς κι εγώ, τίποτε πια δεν μπορούσα να κάνω. Τον άφησα λοιπόν μόνο του εκεί και φεύγοντας από κοντά του, ένα λόγο μόνον μπόρεσα να του πω κι αυτόν πάλι, σ’ εμένα το έλεγα, αφού αυτός δεν μπορούσε να με ακούσει.
– Άσκημο όνειρο είδες φίλε μου και δυστυχώς για σένα και για μένα, πολύ ακριβά θα το πληρώσεις. Μακάρι να μη το έβλεπες.
Μιχάλης Αλταλίκης