Ο Πελάτης Με Τα Βίτσια

a11  Έφυγε βέβαια ο γενικός μας διευθυντής από την πόλη μας εκείνη την ημέρα, αν και το έκανε νυχτιάτικα αυτό όπως εξελίχτηκε το πράγμα κι εγώ όντως πήρα την επομένη το μικρό αυτοκίνητο που μου υποσχέθηκε, αλλά δεν έμεινα και άπραγος.

 Με όλες μου τις δυνάμεις προσπαθούσα να μετατοπίσω τους Αθηναίους συναδέλφους μου στην συνέχεια, αλλά και να τους αναγκάσω κατά κάποιον τρόπο, ώστε να σκύψουν επιτέλους πάνω από το πρόβλημα μας και να αλλάξουν την επικίνδυνη οικονομική πολιτική που εφάρμοζαν προς τους πελάτες μας, αλλά τίποτε.

  Κανείς τους δεν αντιδρούσε. Και κανείς από αυτούς δεν ανησυχούσε για το κακό που μας πλησίαζε, αποφασισμένοι να μην κατέβουν ποτέ πάνω από το καλάμι που καβαλούσαν, θεωρώντας το άλογο.

 Αλλά ούτε κι από τους ανωτέρους μας, από αυτούς δηλαδή που έδρευαν στα γραφεία των Ευρωπαϊκών υποκαταστημάτων μας, έβλεπα να γίνεται κάποια κίνηση γι’ αυτήν μας την συμπεριφορά, αφού κι αυτοί το ίδιο έκαναν. Χρέωναν στους πελάτες μας όσα ήθελαν.

 Κανείς τους λοιπόν δεν ανησυχούσε από τις αντιδράσεις των πελατών μας και κανείς από αυτούς δεν ευθυνόταν για την κακή κατάληξη των όσων επιχειρούσαν, αλλά και κανείς από όλους αυτούς δεν κινδύνευε να χάσει την θέση του ως πρόχειρα κι επικίνδυνα μάλιστα συμπεριφερόμενος, αν και μέρα με την μέρα γινόταν αβέβαιο πλέον το μέλλον της εταιρίας μας.

 Συνέχιζαν δηλαδή να κάνουν ανενόχλητοι όσα τους βόλευαν, αφού όλοι τους ήταν οργανωμένοι κι όπως πολύ καθαρά το έλεγε αυτό ο γενικός μας διευθυντής, όσοι είναι οργανωμένοι ποτέ δεν κινδυνεύουν, έστω κι αν δεν ξέρουν να κάνουν τίποτε από τίποτε, αφού άλλοι τους στηρίζουν στις θέσεις τους.

 Αν και δεν έκαναν τίποτε λοιπόν αυτοί για όσα έπρεπε, εν τούτοις, περίμεναν να δουν και την δική μου οργάνωση κάπου, σαν να ήταν αυτό το πρόβλημα που έπρεπε να επιλύσουν.

 Κι όσο δεν την έβλεπαν να γίνεται, με είχαν καθημερινά σε απολογία, για όλα τα στραβά και τα ανάποδα που αυτοί έκαναν κι εγώ αδυνατούσα να τα αντιμετωπίσω.

 Φυσικά και δεν ήμουν εγώ η αιτία όλων αυτών των κακών. Η κακή τους συνήθεια ήταν η αιτία και η αρχή της αρπαχτής που εφάρμοζαν στους πελάτες μας.

 Αντιδρούσαν όμως αυτοί για την συμπεριφορά μας κι αντιδρούσαν πολύ άσχημα για όσα τους επιβάλαμε και με το δίκαιο τους βέβαια το έκαναν αυτό.

 Και για να περισώσω εγώ αυτούς που μας απέμειναν ως πελάτες κι ακόμα μας εμπιστευόταν, τους έκανα επανειλημένες επισκέψεις προκειμένου να μαλακώσω κάπως την αντίδραση τους, για όσα αδικαιολόγητα εμείς τους επιβάλαμε με το έτσι θέλω.

 Και για να προλάβω τις αντιδράσεις τους, πριν ακόμη γίνουν εχθρικές αυτές προς την εταιρεία μας, ζήτησα από όλα τα τμήματα να μην απαντούν αυτοί στις τηλεφωνικές τους διαμαρτυρίες, αφού εξαιτίας της δικής τους απαίδευτης συμπεριφοράς, χειροτέρευε το πράγμα.

 Από τότε και μετά όμως, περνούσαν στο δικό μου τηλέφωνο τις διαμαρτυρίες των πελατών μας, οπότε και με πολύ κόπο βέβαια, κατάφερα στο τέλος να έχω κάποιον έλεγχο της κατάστασης θα έλεγα, αλλά η άγνοια του δικού μας προσωπικού άρχισε να γίνεται μάστιγα πια, γι’ αυτό και προκαλούσε πολλά κι ακριβά προβλήματα, τόσο στην εταιρείας μας, όσο και στους πελάτες μας, εξαιτίας των οποίων και καθόταν αυτοί σε αναμμένα κάρβουνα πλέον.

 Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, έγιναν σφοδρές στην συνέχεια οι διενέξεις που είχα με τους πελάτες μας, ως υπεύθυνος των πωλήσεων της εταιρείας κι επειδή δεν μπορούσα να βρω καμιά βοήθεια από τους συναδέλφους μου γι’ αυτό το θέμα, πολλές φορές σκέφτηκα να φύγω και να ψάξω αλλού εργασία, πράγμα βέβαια που κι άλλοι εκ των συναδέλφων μου άρχισαν να κάνουν το ίδιο για παρόμοιους λόγους.

 Δεν έβρισκα όμως κάτι αντίστοιχο σε δραστηριότητες για μένα, πράγμα που μου ήταν περισσότερο κι από οτιδήποτε άλλο αναγκαίο όπως κι άλλες φορές σας το ανάφερα, γι’ αυτό και παρέμενα στην θέση μου, έστω κι αν ήμουν πολύ πληγωμένος.

 Χάριν αυτών των δραστηριοτήτων λοιπόν παρέμενα στην ίδια εταιρεία κι αυτός ήταν ο λόγος που με ανάγκαζε να κάνω με τόση επιμονή όσα έπρεπε, ώστε να διορθώσω εγώ τα αδιόρθωτα, αυτά που τα πήρε η κατηφόρα και δεν σταματούσαν με τίποτε πια, όσο κι αν εγώ προσπαθούσα να τα εμποδίσω.

 Ήθελα εν ολίγοις και την κατρακύλα που πήραμε να εμποδίσω, αλλά και τα θεμέλια της εταιρείας μας που έτριζαν να ενισχύσω, για να μείνει αυτή στην θέση της κι εγώ στην δική μου, που τόσο αγαπούσα.

 Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, είχα να αντιμετωπίσω πολλές διαμαρτυρίες κάθε μέρα κι αυτές πάλι, πότε ήταν προερχόμενες από την κακή διάθεση των συναδέλφων μου και πότε, από την συνήθεια μερικών πελατών μας να διαμαρτύρονται έστω και χωρίς λόγο.

 Οι διαμαρτυρίες των πελατών που προερχόταν από την συμπεριφορά των συναδέλφων μου, ήταν αποτέλεσμα των λαθών τους, της αδιαφορίας τους, της αμέλειας τους, της άγνοιας τους, όπως κι αποτέλεσμα των κακών τους υπολογισμών για όσα έπρεπε να τους χρεώνουν ως έξοδα μεταφοράς.

 Αυτές πάλι που προερχόταν από την συνήθεια των πελατών μας να διαμαρτύρονται, ήταν αποτέλεσμα των συγκρίσεων που άρχισαν να κάνουν αυτοί, όταν διαπίστωσαν να προκύπτουν εσκεμμένα λάθη στο δικό μας κόστος μεταφοράς, γι’ αυτό και δεν πίστευαν πλέον τις χρεώσεις μας, όσο κι αν αυτές ήταν όντως δίκαιες.

 Λίγο ή πολύ, όλες οι συναφείς εταιρείες είχαν να αντιμετωπίσουν τέτοιου είδους διαμαρτυρίες κι εμείς δεν είχαμε τις περισσότερες από αυτές. Αλλά να. Δεν ήθελα εγώ να δίνουν ανεξέλεγκτες απαντήσεις οι συνάδελφοι μου, για να μην πέφτουμε στα μάτια των πελατών μας και για να μην μας εξομοιώνουν με τους μικρούς του ανταγωνισμού μας, οι οποίοι ήταν όντως φτηνότερη συγκρινόμενοι με μας.

  Μας παρουσίαζαν βέβαια ακριβότερους αυτοί στην αγορά, αλλά εμείς ήμασταν πενήντα εργαζόμενοι στην εταιρεία και κάναμε ότι ήταν δυνατόν για να ανταπεξέλθουμε στις ανάγκες των πελατών μας, πράγματα όμως που αυτοί οι μικροί ανταγωνιστές μας δεν μπορούσαν να έχουν, όσο κι αν το προσπαθούσαν.

  Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν, είχα να αντιμετωπίσω και την διάθεση του ανταγωνισμού να μας κλέψει με θεμιτούς κι αθέμιτους τρόπους τους πελάτες μας, αυτούς δηλαδή που για κάποιο λόγο ήταν δυσαρεστημένοι από την συμπεριφορά μας δίκαια ή άδικα, γι’ αυτό κι έκανα ιδιαίτερες προσπάθειες εγώ, προκειμένου να τους συγκρατήσω στην διάθεση της εταιρείας μας.

 Οι διαμαρτυρίες όμως συνεχώς αυξανόταν πια, όπως αυξανόταν και οι πελάτες που δήλωναν δυσαρεστημένοι κι ανάμεσα σ’ αυτούς που δικαίως διαμαρτυρόταν, ήταν και αυτοί που το έκαναν για άσχετους λόγους, ή απλώς από κακή συνήθεια, έστω κι αν ήταν ευνοημένοι από τις υπηρεσιακές μας παροχές.

 Ένας από αυτούς λοιπόν, καθημερινά έσπαζε τα νεύρα των συναδέλφων μου για παρόμοιους λόγους, αν και ποτέ του δεν μας φανέρωσε αυτά που τον έκαναν να διαμαρτύρεται.

 Έβριζε όμως και μάλιστα πολύ άσχημα τις συναδέλφους μου όταν και για κάποιο λόγο μιλούσε μαζί τους από τηλεφώνου, γι’ αυτό και μου τον παρέπεμψαν όπως τις το ζήτησα.

 Όπως ήταν επόμενο λοιπόν, επικοινώνησα μαζί του και του ζήτησα να εξηγήσει σε μένα τους λόγους που τον ανάγκαζαν να τις βρίζει, δεδομένου ότι τον γνώριζα προσωπικά και πολύ καλά μάλιστα.

 – Τι έχεις και διαμαρτύρεσαι; Κι αν έχεις πράγματι λόγους να κάνεις κάτι τέτοιο, γιατί δεν το λες σε μένα; Το τηλέφωνο μου δεν ξέρεις, ή το όνομα μου;

 – Δεν μπορώ να σου τα πω από το τηλέφωνο. Έλα όμως αν θέλεις από το γραφείο μου κι εγώ θα σου εξηγήσω τους λόγους που μου κάνουν να τις βρίζω και να ξέρεις, ότι αν δεν έρθεις σήμερα κιόλας, εγώ θα φύγω από την εταιρεία σας.

 Είχα προγραμματίσει να πάω αλλού εκείνο το πρωινό, αλλά ο Γερμανός διευθυντής μας επέμενε, ότι μάλλον ήταν πιο αναγκαίο να επισκεφθώ αυτόν τον περίεργο και υβριστή πελάτη μας.

 – Πήγαινε και δες τι θέλει αυτός, γιατί όπως λένε τα κορίτσια, συνεχώς τα κάνει και κλαίνε από όσα τις βρίζει από τηλεφώνου. Με το μαλακό όμως και μη τον αποπάρεις, γιατί όπως ξέρεις είναι πολύ καλός πελάτης και δεν θέλουμε να τον χάσουμε κι αυτόν για χαζούς λόγους.

Αυτά μου είπε ο διευθυντής μας κι όπως ήταν απαραίτητο πια αυτό, πήγα να συναντήσω τον διαμαρτυρόμενο πελάτη μας και μάλιστα πριν από τις δέκα το πρωί όπως μου το ζήτησε.

  Μόλις με είδε αυτός να μπαίνω στο γραφείο του, έβγαζε αφρούς από τον θυμό του και με αυτόν τον τρόπο επιχειρούσε να μου εξηγήσει τους λόγους που τον έκαναν να στεναχωρηθεί μαζί μας, αν και τίποτε από όσα έλεγε δεν καταλάβαινα.

 Σαν είδε να τον κοιτώ με απορία, αμέσως κάλεσε μια από τις κοπέλες που είχε στο γραφείο του, από την οποία και ζήτησε να του φέρει δύο μπουκάλια ουίσκι, γιατί αυτά που είχε να πει σ’ εμένα όπως μου εξηγούσε, σήκωναν πολύ ποτό.

 – Κατάλαβα. Του είπα κι εγώ φωναχτά.

 – Όχι. Τίποτε δεν κατάλαβες. Τώρα θα δεις τι έχω να σου πω και μετά θα καταλάβεις.

 Απευθυνόμενος μετά προς την υπάλληλό του, φώναζε.

 – Άντε ρε Σοφία. Τι έγινε το ουίσκι; Τελείωσε;

 Κι επειδή αργούσε αυτή να έρθει, θύμωσε μαζί της κι ένα σωρό της έλεγε αν και δεν την έβλεπε. Όταν εμφανίστηκε πια η κοπέλα, κρατούσε στα χέρια της ένα δίσκο, επάνω στον οποίο όντως είχε δύο μπουκάλια ουίσκι, αλλά και δύο ποτήρια.

 Γέμισε μόνος του τα ποτήρια στην συνέχεια κι αφού πέταξε ένα βιαστικό στην υγειά μας, άρχισε αμέσως να λέει και να λέει ασταμάτητα τους λόγους του, χωρίς να χρειάζεται την δική μου παρέμβαση για το πώς θα μπορούσε να ησυχάσει πρωτίστως, αλλά και συνεχώς γέμιζε τα ποτήρια μας, έως ότου άδειασαν τα δύο μπουκάλια και χρειάστηκε να παραγγείλει τρίτο.

 Όταν πια άκουσα όλες του τις διαμαρτυρίες, σηκώθηκα να φύγω από το γραφείο του αμίλητος, γιατί δεν ήθελα να γίνω κι εγώ στουπί όπως αυτός από το πολύ ποτό, εξαιτίας του οποίου και δεν ήξερε πλέον τι έλεγε.

 Απόρησε για την πρόθεση μου να αποχωρίσω κι επειδή δεν πρόλαβε να μου αναφέρει όλους τους λόγους που τον έκαναν να γίνει έξαλλος μαζί μας όπως έλεγε, μου ζητούσε να επαναλάβουμε την συνάντηση μας την επομένη.

 Περιττό τώρα είναι να σας πω, ότι αυτό συνεχίστηκε για τρεις μέρες. Αν και τα πίναμε τρεις μέρες μαζί όμως, αν και μου ανέφερε όλους τους λόγους που τον έκαναν διαμαρτυρόμενο, εντούτοις, δεν άφησε βρισιά που να μην την πει στις συναδέλφους μου, γι’ αυτό και με ρωτούσαν αυτές κλαίγοντας όταν επέστρεφα από το γραφείο του.

 – Μα τι θέλει επιτέλους από εμάς αυτός ο άνθρωπος; Μας έχει τρελάνει στις βρισιές. Γιατί δεν μπορείς να τον κάνεις καλά αυτόν;

– Κορίτσια! Αυτός έχει δαιμόνιο μέσα του. Προσπαθεί να το βγάλει με την μέθοδο της ομοιοπαθητικής, αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν, το δαιμόνιο αυτό και κουφό είναι και αδηφάγο είναι. Πως λοιπόν να τον αφήσει ήσυχο;

 Με τα κόλπα που του βάζει να κάνει όμως κι εμένα ταλαιπωρεί όπως βλέπετε το δαιμόνιο κι επειδή δεν έχω την δυνατότητα να το βγάλω από εκεί που ο πελάτης μας του επέτρεψε να εγκατασταθεί, συμμετέχω στο πρόβλημα του όπως ξέρετε, έστω και χωρίς κανένα αποτέλεσμα για μας.

 Αυτά λοιπόν σκεπτόμενος πριν επιχειρήσω να τον επισκεφτώ και για τέταρτη συνεχόμενη μέρα, αποφάσισα να τον στείλω να κάνει άλλον αλκοολικό αλλά όχι εμένα, αφού όπως κατάλαβα από την συμπεριφορά του δεν είχε προβλήματα μαζί μας αλλά με το πάθος του, γι’ αυτό κι έψαχνε αιτίες προκειμένου να τα πίνει έχοντας παρέα.

 Όταν τελικά μπήκα στο γραφείο του και πριν τις δέκα όπως κάθε φορά, πάλι πήγε να κάνει τα ίδια, αλλά τον σταμάτησα όταν τον άκουσα να ζητά από την υπάλληλο του να μας φέρει τα σχετικά. Τα δύο μπουκάλια ουίσκι δηλαδή πρώτα και μετά το τρίτο κι αυτά του έλεγα.

 – Δεν θα πιώ ουίσκι σήμερα μαζί σου και δεν θα πιώ ξανά ούτε νερό παρέα μ’ εσένα, γιατί δεν είχες το θάρρος να μου πεις από την αρχή, ότι ήθελες παρέα προκειμένου να πνίξεις τον πόνο σου με το ποτό.

 Όπως είδες, σου έκανα το χατήρι και για τρεις μέρες τώρα πίνω από το πρωί μέχρι το μεσημέρι ουίσκι νηστικός κι ακούω να μου λες ένα σωρό αρλούμπες για δικαιολογίες, στην προσπάθεια σου να με πείσεις ότι είσαι δήθεν έξαλλος με την συμπεριφορά μας, εξαιτίας της οποίας και μας εκβιάζεις λέγοντας, ότι αν δεν σε ακούσουμε, θα μας φύγεις.

 Από την πρώτη στιγμή το κατάλαβα αυτό και το ανέχτηκα με πολύ υπομονή όπως είδες. Επειδή όμως εξακολουθείς να βρίζεις τα κορίτσια του γραφείου μας, εγώ δεν καταδέχομαι να πιώ μαζί σου τίποτε πλέον κι αδιαφορώ αν θέλεις να είσαι ή να μην είσαι στο εξής πελάτης μας.

 Ήρθα να σου τα πω από κοντά όλα αυτά και να σου τα πω μάλιστα όπως σου αξίζει, για να δεις και εσύ πως είναι το πρόσωπο αυτού, που πράγματι τον στεναχωρούν με την συμπεριφορά τους οι συνεργάτες του.

 Και για την κόρη που έχεις. Σου εύχομαι να απεκτήσει έναν τέτοιον και σαν κι εσένα πελάτη, ο οποίος να την βρίζει καθημερινά και με τις ίδιες βρισιές μάλιστα που εσύ λες στα κορίτσια των άλλων πατεράδων.

  Άκουγε αμίλητος αυτός όσα του έλεγα κι έχοντας το κεφάλι του κάτω κατάπινε και ξεροκατάπινε εκεί παραμένοντας αρκετή ώρα σκεπτικός. Δεν του άρεσαν μάλλον αυτά που άκουσε να του εύχομαι για την κόρη του, ενθυμούμενος προφανώς τα άσχημα λόγια που αυτός έλεγε στα δικά μας κορίτσια, γι’ αυτό και το βούλωσε για τα καλά.

 Εγώ όμως δεν τον άφησα να ησυχάσει. Συνέχισα να τον βομβαρδίζω με όσα εκείνη την ώρα έβγαιναν από μέσα μου αυθόρμητα.

– Αν έχεις σοβαρούς λόγους για τους οποίους εμείς σε κάνουν να διαμαρτύρεσαι, τότε να μου τους πεις τώρα κι εγώ είμαι διατεθειμένος να τους ακούσω όλους. Αν θέλεις όμως να βγάλεις τα απωθημένα σου βρίζοντας, τότε να βρίζεις τον εαυτό σου και κανέναν άλλον.

 Αν πάλι θέλεις πράγματι να εμπιστευτείς τον πόνο σου σε κάποιον φίλο, τότε κάλεσε εμένα εδώ κι εγώ θα έρθω τρέχοντας να σε ακούσω, αλλά και να πιώ παρέα μαζί σου όσο θέλεις, αφού έτσι νομίζεις εσύ ότι θα βρεις την λύση του.

 Μη καλείς όμως το ουίσκι να σου κάνει παρέα, γιατί αυτό είναι κουφό και τίποτε δεν ακούει κι αν περιμένεις από αυτό να σου πει κάτι αξιόλογο, τότε αλίμονο σε σένα.

  Αφού του είπα λοιπόν αυτά κι άλλα τόσα θυμωμένος σχεδόν μαζί του, έφυγα από το γραφείο του χωρίς καν να τον χαιρετίσω, αλλά και ποτέ ξανά δεν τον επισκέφτηκα.

 Τον άφησα εκεί να σκέφτεται μόνος του, αν έπρεπε να πάρει πια την απόφαση να ξεριζώσει επιτέλους το δαιμόνιο από μέσα του, όσο κι αν του ήταν δύσκολο.

 Δεν ξέρω βέβαια τι αποφάσισε τελικά να κάνει, αλλά από τότε και μετά, ποτέ ξανά δεν έβρισε τα κορίτσια μας, ούτε και διαμαρτυρήθηκε για κάτι, αλλά ούτε κι από πελάτης μας έφυγε.

 Επειδή έπαψα να τον επισκέπτομαι όμως και δεν μίλησα ξανά μαζί του, δεν ξέρω να σας πω αν επήλθε κάποια αλλαγή μέσα του. Κι επειδή δεν με κάλεσε σαν φίλο στο γραφείο του, δεν ξέρω τι έκανε μ’ εκείνο το ουίσκι που έπινε, ελπίζοντας ότι έτσι θα ξεχνούσε τα προβλήματα του.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *