Ο Ηλεκτρολόγος Στο Άγιο Όρος, Ως Αντιπρόσωπος Μας  

  Από αρκετό καιρό πριν το είχαμε συμφωνήσει αυτό εμείς οι πέντε, οπότε, όταν ήρθε η προκαθορισμένη ημερομηνία, στείλουμε τον ηλεκτρολόγο της παρέας μας στο Άγιο Όρος. Ως αντιπρόσωπό μας τον στείλαμε εκεί, αφού για εμάς τους υπόλοιπους, δεν ήταν εύκολο να τον ακολουθήσουμε εκείνο το διάστημα, λόγω των επαγγελματικών μας υποχρεώσεων. Ο λόγος που τον στείλαμε να κάνει αυτήν την επίσκεψη στον συγκεκριμένο χώρο, ήταν να κάνει επαφή με κάποιον πνευματικό για όλους μας και μέσω αυτού, να δώσουμε εμείς αρχή στον κοινό μας στόχο, ο οποίος και μας ωθούσε να ενταχθούμε ελεγχόμενα και όλοι μαζί στα ενδότερα της Ορθόδοξης πίστης μας.

Δεν θα πήγαινε βέβαια μόνος του εκεί, αφού αυτός ποτέ του δεν σκέφτηκε να κάνει μια τέτοια επίσκεψη. Ένας δικός του γνωστός ήταν αυτός που τον παρότρυνε να τον πάρει μαζί του, δεδομένου ότι κι αυτός είχε τα ίδια μ’ εμάς ενδιαφέροντα, ο οποίος βέβαια, συχνά επισκεπτόταν το Άγιο Όρος και πάντα τον ίδιο ιερομόναχο επισκεπτόταν. Σ’ αυτόν λοιπόν επρόκειτο να συστήσει τον ηλεκτρολόγο και μέσω αυτού, θα τον γνωρίζαμε κι εμείς αφού πνευματικός ήταν κι εμείς οι πέντε της φιλικής παρέας, τέτοιον χρειαζόμασταν.

Όταν λοιπόν έφτασαν με το καλό στο Άγιο Όρος κι επισκέφτηκαν τον εν λόγο πνευματικό πατέρα, γνωρίστηκε μαζί του ο ηλεκτρολόγος κι όπως ήταν αναγκαίο πια κι αυτό, του ανέφερε μαζί με τα προσωπικά του και τον ιδικό λόγο για τον οποίο έφτασε ως επισκέπτη στο Άγιο Όρος.

– Πάτερ Αθανάσιε? Βρέθηκα ως επισκέπτης εδώ, τόσο για εμένα, όσο και για μια παρέα τεσσάρων ακόμη φίλων μου. Ήρθα ως αντιπρόσωπος τους σ’ εσένα, με σκοπό να ζητήσουμε την πνευματική σου συμπαράσταση στην ζωή μας, αλλά και την πνευματική καθοδήγηση που μας χρειάζεται, προκειμένου να ενταχθούμε σωστά στα ενδότερα της πίστης μας, αφού εμείς τίποτα από αυτήν, αλλά κι από τις υποχρεώσεις μας  δεν γνωρίζουμε. Εγώ δηλαδή. Ο φωτογράφος φίλος μου. Ο δικός του φίλος. Ένας καλός ζωγράφος, όπως κι ένας φοιτητής, γίναμε από μια περίεργη σύμπτωση φιλική παρέα και όλοι μαζί ψάχνουμε να βρούμε πνευματικό, προκειμένου  να μας οδηγήσει σωστά σε όσα πρόχειρα εμείς μέχρι στιγμής επιχειρούμε. Ξαφνικά μας προέκυψε και στην ίδια χρονική περίοδο αυτή η έλξη προς τον Θεό και τα δεδομένα Του, η οποία και μας υποχρέωσε να γίνουμε φιλική παρέα όπως σου το ανάφερα. Μπορείς όμως να μας αναλάβεις εσύ, αλλά και να μας οδηγήσεις έτσι όπως πρέπει στον συγκεκριμένο χώρο;

Άκουσε με πολύ προσοχή ο πατήρ Αθανάσιος την αναφορά που του έκανε ο ηλεκτρολόγος, τόσο για τα προσωπικά του, όσα και γι’ αυτά που αφορούσαν τον ιδικό λόγο της επίσκεψής του και με πολύ καλή διάθεση του έλεγε την απάντησή του.

– Όχι σε μένα παιδιά μου. Όχι σ’ εμένα. Να πάτε όμως όλοι μαζί στην μονή Οσίου Γρηγορίου. Εκεί, να ζητήσετε τον πατέρα Π… και σ’ αυτόν να αναφέρετε τον σκοπό σας, διότι σ’ αυτόν ανήκετε.

– Μα εμείς πάτερ? Του έλεγε αγχωμένος όπως πάντα ο ηλεκτρολόγος. Σ’ σένα ήρθαμε. Και για να έρθουμε μέχρις εδώ, άλλος μας έφερε. Κι όπως σας είπα πριν από λύγο, πρώτη μου φορά έρχομαι στο Άγιο Όρος και αυτήν την στιγμή δεν ξέρω που βρίσκομαι. Πως λοιπόν θα πάω στην μονή Οσίου Γρηγορίου αφού δεν ξέρω που να την βρω;

– Μη στεναχωριέσαι παιδί μου. Του έλεγε εκείνος ήρεμα. Εγώ θα σου πω πως θα πας εκεί και δεν θα χαθείς.

Αφού δεν γινόταν διαφορετικά λοιπόν, έμεινε μαζί του ο ηλεκτρολόγος κι αφού τον φιλοξένησε ο πατήρ Αθανάσιος στο σπίτι του, τον πληροφόρησε μετά και το πως θα πήγαινε στον νέο του προορισμό. Την άλλη μέρα το πρωί όμως και σύμφωνα με τις οδηγίες εκείνου του ήρεμου πατρός, πήρε ο ηλεκτρολόγος από την Δάφνη, την ξύλινη μαούνα που έκανε τότε το δρομολόγιο και κατέβηκε στην μονή του Οσίου Γρηγορίου.

Όταν βρέθηκε στην προβλήτα της όμως, πολλαπλασιάστηκε το άγχος του, αφού μαζί με το που θα πήγαινε, έπρεπε να αναζητήσει εκεί και τον πατέρα Π….Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που με πολύ αγωνία ρωτούσε τον πρώτο μοναχό που βρήκε μπροστά του, ανεβαίνοντας λαχανιασμένος εκείνη την πολύ μεγάλη πέτρινη σκάλα, η οποία και οδηγεί στα ενδότερα της μονής.

– Πάτερ; Πού θα μπορούσα να βρω τον πατέρα Π…;

– Εγώ είμαι. Του έλεγε εκείνος χαρούμενα. Αλλά και σταμάτησε την κάθοδό του προς την προβλήτα.

Το τι ανακούφισε ένοιωσε ο ηλεκτρολόγος δεν λέγετε. Τον καλμάρισε βέβαια κι ο πάτερ Π…, βλέποντας τον τόσο αγχωμένο κι αφού τον πήρε μαζί του, τον οδήγησε σιγά, σιγά στο εσωτερικό της μονής. Κι αφού έτσι είναι το σωστό όμως, αμέσως σχεδόν τον κατηύθυνε προς την γνωστή εξομολόγηση, όπου και του ανέφερε ο ηλεκτρολόγο τον λόγο της επίσκεψης του στο Άγιο όρος, όπως κι όλα όσα εμείς του παραγγείλαμε να μεταφέρει για τις ανησυχίες μας.

Του είπε ακόμη, ότι για τον ίδιο λόγο, επισκέφτηκε πρωτίστως τον πατέρα Αθανάσιο, ο οποίος και τον έστειλε στην μονή Γρηγορίου, με την σύσταση, να αναζητήσει τον πατέρα Π… και σ’ αυτόν να αναφέρει τον κοινό σκοπό όσων εκπροσωπούσε. Άκουσε κι ο πατήρ Π… την αναφορά του ηλεκτρολόγου, αλλά και του έλεγε απορώντας για την σύσταση του πατρός Αθανασίου.

– Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί σας έστειλε σ’ εμένα, αλλά αφού ήρθες τελικά εσύ εδώ, σου λέω κι εγώ με την σειρά μου, ότι για λόγους υγείας, θα βγω από το Άγιο Όρος μετά από λίγο καιρό και θα έρθω στην Θεσσαλονίκη. Πιστεύω ότι εκεί, θα μπορέσω να σας βρω όλους μαζί κι έτσι, θα έχουμε τον ανάλογο χρόνο στην διάθεσή μας, ώστε και μαζί να τα ξαναπούμε, αλλά και με τούς υπόλοιπους που μου ανέφερες να τα πούμε.

Ηρέμησε ο Ηλεκτρολόγος με όσα άκουσε κι αφού εκπλήρωσε τον σκοπό της επίσκεψης του και πήρε την υπόσχεση του πνευματικού να μας δεχθεί όταν με το καλό θα ερχόταν στην πόλη μας, έμεινε ένα βράδυ στην μονή Γρηγορίου και την επομένη επέστρεψε στην έδρα του.

Μάθαμε την επιστροφή του ηλεκτρολόγου, οπότε, μαζευτήκαμε όλοι μαζί στον φωτογράφο ένα απόγευμα, όπου και μας διηγήθηκε αυτός, όσα είδε και άκουσε στο Άγιο Όρος, αλλά και το αποτέλεσμα της επίσκεψης του.

Όπως σας είπα, έλεγε. Θα έρθει σε λίγες μέρες εδώ αυτός ο πάτερ Π… κι όπως το κατάλαβα αυτό, είναι αυτό ακριβώς που θα θέλαμε. Πνευματικός δηλαδή. Κι ως τέτοιος, θα μας τα πει καλύτερα, όταν θα έρθει η ώρα να τον γνωρίσουμε.

Μετά από τις διευκρινήσεις του ηλεκτρολόγου, ησυχάσαμε εμείς κι όπως ήταν επόμενο, περιμέναμε μετά και την επίσκεψή του. Εγώ προσωπικά, ηδέα δεν είχα για το τι ακριβώς ήταν ο πνευματικός, αλλά και χάρηκα όταν με κάλεσε από τηλεφώνου ένα πρωινό ο ηλεκτρολόγος, προκειμένου να πάμε μαζί σε κάποιο διαμέρισμα, όπου και θα έμενε ο άρτι αφιχθείς πάτερ Π…, ώστε να μου τον γνωρίσει.

Μέχρι να φτάσουμε εκεί όμως, μου ξηγούσε καθ’ οδόν, ότι ήταν ασθενής ο πάτερ Π…, ότι για λίγο καιρό μόνον θα έμενε σ’ εκείνο το διαμέρισμα κι ότι θα τον παρακολουθούσε ένας γιατρός εκεί, γι’ αυτό και δεν έπρεπε να τον κουράσουμε πολύ με την επίσκεψη μας. Δεν έχω σκοπό να τον κουράσω ούτε πολύ, ούτε λίγο του έλεγα, αφού το μόνο που ήθελα, ήταν να τον γνωρίσω και να δω από κοντά, τι επιτέλους είναι ο πνευματικός.

Χτυπήσαμε το κουδούνι της εξώπορτας του διαμερίσματος τους όταν φτάσαμε εκεί κι όπως έβλεπα, μας άνοιξε ένας συνομήλικος μου σχεδόν, αλλά και σχετικά αδύνατος μοναχός. Μας καλωσόρισε βέβαια αυτός, αλλά και πάλι πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του, αφού έτσι του σύστησε να κάνει ο γιατρός του, προκειμένου να ξεκουράζει το ασθενικό του σώμα.

Μου έκανε εντύπωση, το ήπιο ύφος του προσώπου του, το οποίο και με προκαλούσε να τον υποχρεώσω σε κουβέντες μαζί μου, αλλά επειδή ο ηλεκτρολόγος μου είπε, ότι δεν έπρεπε να τον κουράσουμε, αφέθηκα στο να ακούω από αυτόν να λέει όσα ήθελε, ή μπορούσε να μας πει και έτσι έκανα την πρώτη μου επαφή μαζί του. Δεν μας είπε και πολλά στην πρώτη μας επίσκεψη, αλλά κι όταν νόμισε ότι έπρεπε να σταματήσει, μου έδωσε ένα βιβλίο να διαβάσω, το οποίο αναφερόταν στον Άγιο Σεραφείμ του Σαρόφ.

Από τα λίγα όμως που μας είπε εκείνη την ημέρα, αισθάνθηκα την ανάγκη να τον ακούσω και πάλι, γι’ αυτό κι όταν του το ζήτησα τελικά, μου επέτρεψε να τον επισκέπτομαι, όχι μόνον συχνά, αλλά κι όσες φορές θα ήθελα. Εκμεταλλεύτηκα εγώ είναι αλήθεια το δικαίωμα που μου έδωσε, γι’ αυτό και κάθε μέρα σχεδόν διέθετα μία και δύο ώρες να μένω μαζί του και δεν χόρταινα την συναναστροφή του, έστω κι αν δεν λέγαμε πολλά, όπως εγώ θα ήθελα.

Όλο εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν, έτσι το πέρασα, κουβεντιάζοντας μαζί του. Κι όπως ήταν επόμενο, ξέχασα δίπλα του τις διακοπές μου, τα ψαρέματά μου, όπως κι εκείνες τις υπέροχες βόλτες μου με την ιστιοπλοϊκή μου βάρκα. Η πρόσφατη γέννα της γυναίκας μου άλλωστε, όπως και τα προβλήματα που μας προέκυψαν εν το μεταξύ, δεν μας επέτρεπαν εκείνο το καλοκαίρι να σκεφτόμαστε τις διακοπές μας, γι’ αυτό και με πολύ μεγάλη άνεση χρόνου, έκανα εγώ τις επισκέψεις μου στον ασθενή πνευματικό.

Κοντά του βέβαια, γευόμουν μυστικά τα πνευματικά, γι’ αυτό κι έπαψα πλέον να ψάχνω μέσα μου κι από μόνος μου να βρω, τι ενδεχομένως θα έπρεπε να κάνω για την ορθόδοξη επιμόρφωση μου. Βλέποντας άλλωστε και την χάρη που εξέπεμπε το πρόσωπό του, ανεπιφύλαχτα πια δεχόμουν αυτά που εκείνος ήθελε να γνωρίσω κι αυτά που αυτός ήξερε ότι ήταν αρκετά κι ωφέλημα για μένα, αν και δεν είπαμε τίποτε σχεδόν για τον σκοπό που τον ήθελα οδηγό μου.

Ευτυχώς για μένα λοιπόν, ασθένησε αυτός τότε κι εξαιτίας αυτού, απολάμβανα την παρουσία του στην ζωή μου. Κι εφόσον έπρεπε για κάποιους λόγους να μένει για αρκετό χρονικό διάστημα κλινήρης αυτός στην Θεσσαλονίκη, είχα εγώ την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά, τι ακριβώς ήταν ο πνευματικός, όπως και τι μπορούσα να ελπίζω απ’ αυτόν.

Ξέρω πολλά, από πολλά πάτερ, του έλεγα μια μέρα, προκειμένου να προκαλέσω μια ποιο εμπεριστατωμένη κουβέντα μαζί του, αλλά δεν έχω ιδέα από τα πνευματικά που υπολογίζω ότι υπάρχουν, όπως και το πως θα μπορούσα να εντρυφήσω μέσα σ’ αυτά.

Όταν θα έρθεις στο Άγιο όρος, μου έλεγε αυτός, τότε θα τα πούμε καλύτερα κι έτσι, περιοριζόταν εκεί η κουβέντα που ήθελα να προκαλέσω. Έπαιρνα παράταση για το μετέπειτα δηλαδή, την οποία ευχαρίστως βέβαια δεχόμουν, αν και δεν καταλάβαινα τον λόγο, για τον οποίο έπρεπε να κάνω κάτι ύστερα, αφού μπορούσα να το κάνω εκείνη την στιγμή. Κι αφού πολλές φορές επιχείρησα να ανατρέψω αυτήν την αναμονή, χωρίς κανένα αποτέλεσμα ομολογώ, βρήκε κι αυτός την ευκαιρία μια μέρα, ώστε να μου κάνει το δικό του ερώτημα, το οποίο πολύ με ξάφνιασε.

– Έχεις εξομολογηθεί ποτέ;

– Πάτερ; Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι η εξομολόγηση, όπως δεν ξέρω και που θα μπορούσε να με χρησίμευε αυτή, γι’ αυτό και ποτέ μου δεν με απασχόλησε η χρήση της.

– Σε λίγες μέρες θα φύγω από εδώ που βρίσκομαι ξαπλωμένος κι αφού ο γιατρός που παρακολουθεί τα της υγείας μου, λέει ότι είμαι καλλίτερα, θα πάω να μείνω στο μετόχι μας από εδώ και μετά. Θα έρχεσαι εκεί λοιπόν προκειμένου να τα λέμε κι αν ποτέ το θελήσεις, μάλλον καλό θα σου κάνει να εξομολογηθείς.

Όπως το είπε βέβαια, έτσι κι έγινε. Μετά από λίγες μέρες, πράγματι πήγε αυτός στο μετόχι τους, στο οποίο και πήγα για πρώτη μου φορά, συνοδευόμενος από τον φωτογράφο φίλο μου. Επειδή συναποφασίσαμε την πρώτη μας επίσκεψη, στον νέο χώρο που έπρεπε να βλέπουμε πια τον πνευματικό όλων μας, συνάντησα και τους υπόλοιπους της παρέας μας εκεί. Τον ηλεκτρολόγο δηλαδή, τον ζωγράφο, αλλά και τον νεαρό φοιτητή.

Κι επειδή αυτοί προγραμμάτισαν την πρώτη μας συνάντηση και μάλιστα με την προσθήκη της εξομολόγησης όλων μας, είδα για πρώτη μου φορά τον μοναχό να φορά πετραχήλι και σοβαρεύτηκα στην θέα του, ενώ τον άκουγα να μας ρωτά.

– Ποιος θέλει να εξομολογηθεί πρώτος;

Μπες εσύ πρώτος μου έλεγαν οι άλλοι και χωρείς να το σκεφτώ πολύ, ακολούθησα τον πνευματικό στο μέσα δωμάτιο, όπου και κάθισα απέναντι του κι εκεί που αυτός μου υπέδειξε. Καλά μπήκα εδώ μέσα σκέφτηκα, αλλά και τί να του πω; Έβαλα ωστόσο το μυαλό μου να ψάχνετε στα γρήγορα, αλλά και πάλι, τίποτε δεν έβρισκα. Μήπως ήξερα και τι έπρεπε να κάνω; Αφού τίποτε δεν ήξερα λοιπόν, άρχισα να του λέω αυθόρμητα όσα έζησα στην μέχρι τότε ζωή μου και το πόσες φορές με έσωσε το αμέριστο ενδιαφέρον της Παναγίας μας, από βέβαιους και σοβαρούς κινδύνους.

– Πάτερ; Δεν ξέρω τί και πού να αναφερθώ κι επειδή δεν έχω καμιά εμπειρία, από αυτά που πρέπει να κάνει κανείς εξομολογούμενος, εγώ θα αναφερθώ μόνον, στο πόσο είμαι υποχρεωμένος απέναντι στον Θεό και στην Παναγία μας, για όσα αυτοί μου επέτρεψαν να ζήσω. Τριάντα εφτά χρόνια τώρα ζω ευνοούμενος και δεν σκέφτηκα ποτέ μου, τι τους οφείλω και τι υποχρεώσεις έχω απέναντι Τους για όσα Αυτοί μου επιτρέπουν να ζω χωρείς να το αξίζω.

Κάπως έτσι ξεκίνησα να εξομολογούμε λοιπό και δεν ξέρω πόσα από την ζωή μου του ανέφερα, όπως δεν ξέρω και πως πέρασαν δύο ώρες από την στιγμή που μπήκα μέσα. Όταν τελείωσα την αναφορά μου όμως, είδα τον πνευματικό να χαμογελά και να μου λέει ικανοποιημένος.

– Ειλικρινής μετάνοια.

Δεν ξέρω τι άκουσε αυτός και το είπε αυτό, αν και δεν κατάλαβα ακριβώς αυτό που μου είπε τότε. Όταν επιτέλους βγήκα έξω από τον χώρο της εξομολόγησής μου, άκουσα τους υπόλοιπους της παρέας να μου λένε με μεγάλη απορία.

– Καλά ρε συ; Δύο ώρες τώρα, τί του έλεγες;

Είναι αλήθεια, ότι δεν θυμάμαι τι του έλεγα για δύο ώρες, αλλά κάπως έτσι έκανα την πρώτη μου εξομολόγηση. Την πρώτη Κυριακή πάντως που πείρε αυτός την απόφαση να λειτουργήσει, πήρα την οικογένεια μου και πήγαμε όλοι μαζί να εκκλησιαστούμε στο μετόχι τους, όπου και γνώρισα στον πνευματικό μου πλέον, όλα τα μέλη της οικογένειάς μου.

Χάρηκε αυτός όταν γνώρισε την οικογένειά μου, όπως χαρήκαμε κι εμείς βέβαια για την παρουσία του στην ζωή μας κι αφού θα έμενε εκεί μέχρι και τα Χριστούγεννα, καθημερινά σχεδόν τον συναντούσα στην συνέχεια, προσπαθώντας να κλέψω οτιδήποτε χρήσιμο έπεφτε από αυτόν κι από τα λίγα που μας έλεγε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *