Αφού λοιπόν παρίστανα συχνά τον ηλεκτρολόγο, ποτέ δεν μου έλειπαν και τα προβλήματα που ακολουθούσαν όπως καταλαβαίνετε κι επειδή ήξερε προφανώς την συνήθειά μου κι ο ηλιακός μας θερμοσίφωνας, με παίδευε κάθε τόσο, θέλοντας μάλλον να βάλει σε δοκιμασία τα νεύρα μου, αλλά και τις αντοχές μου.
Και δεν με παίδευε μόνον, αλλά και με ανάγκαζε να ανεβαίνω στο δώμα της ταράτσας μας συχνά πυκνά, προκειμένου να του αντικαθιστώ τον θερμοστάτη του, ο οποίος κολλούσε για τους δικούς του λόγους και δεν μετέφερε το ρεύμα στην αντίσταση του καθώς είχε υποχρέωση.
Αυτό όμως, το έκανε μονίμως και για να έχουμε ζεστό νερό εμείς στην διάθεσή μας, συνεχώς βρισκόμουν ανεβασμένος εκεί πάνω, πράγμα που με έκανε να θυμώνω μαζί του, γιατί δεν υπολόγιζε, ούτε τον κόπο μου, ούτε ότι κρύωνα τον χειμώνα, ή με έκαιγε ο ήλιος το καλοκαίρι στην προσπάθειά μου να αλλάξω τον θερμοστάτη του, εργασία όχι και τόσο απλή βέβαια.
Θύμωνα και για έναν ακόμη λόγο μαζί του είναι αλήθεια, διότι κανένας άλλος από τους γείτονές μας δεν έκανε το ίδιο με εμένα, οι οποίοι και με πείραζαν όταν έβλεπαν να ανεβαίνω στο δώμα της οικοδομής μας και να παλεύω συνεχώς με τον ηλιακό μας θερμοσίφωνα.
Προκειμένου να γλυτώσω λοιπόν από την ταλαιπωρία μου, ομολογώ ότι πολλά ηλεκτρολογικά κόλπα δοκίμαζα γύρο από το πρόβλημά του, αλλά κανένα από αυτά δεν έπιανε, με αποτέλεσμα να με ταλαιπωρεί αυτός συνεχώς.
Τον χειμώνα μάλιστα που οι ανάγκες μας σε ζεστό νερό ήταν περισσότερες, το πράγμα γινόταν ακόμη ποιο δύσκολο για εμένα, αφού και οι καιρικές συνθήκες στρεφόταν εναντίων μου θαρρείς.
Μαζί με όλα αυτά βέβαια, είχα και την γυναίκα μου να με μαλώνει για την συνήθεια του ηλιακού μας να χαλάει όταν τον χιαζόμασταν, λες κι ότι εγώ είχα συνεννοηθεί μαζί του ώστε να χαλάει αυτός κάθε τόσο, για να μην μπορεί να κάνει αυτή τις δουλειές της.
Τα άκουσα και πάλι από την γυναίκα μου μια μέρα, όταν επιστρέφοντας από την δουλειά μου την βρήκα πολύ θυμωμένη μαζί μου και πάλι για τον γνωστό λόγο του ηλιακού μας. Δεν ξέρω τι θα κάνεις έλεγε, αλλά να τον αλλάξεις επιτέλους αυτόν τον ηλιακό, γιατί όταν τον χρειάζομαι αυτός ποτέ δεν δουλεύει.
Ανέβηκα πάλι στο δώμα εκείνο το απόγευμα όπως καταλαβαίνετε και πάλι έψαχνα να βρω τον λόγο που δεν ήθελε να κάνει την δουλειά του ο ηλιακός μας, αλλά έτσι όπως κοιτούσα την υποδοχή που βρίσκονται τα καλώδια κι ο θερμοστάτης του, έβλεπα συγχρόνως και την γειτόνισσά μας, η οποία βρισκόταν στο ίδιο υψομετρικό σημείο μ’ εμένα κι όπως έβλεπα, κάτι έψαχνε κι αυτή στο μπαλκόνι της.
Μια κοιτούσε ερευνητικά προς τα κάτω και στην πρασιά της οικοδομής τους και μια έψαχνε ένα, ένα, όλα τα ρούχα που είχε μαζεμένα μέσα σε μια λεκάνη, αυτά δηλαδή που πριν λίγο τα μάζευε από την απλώστρα της.
Εγώ βέβαια δεν βρισκόμουν εκεί για να παρατηρώ τί έκανε η γειτόνισσά μας, αλλά αφού αυτή βρισκόταν στο ίδιο οπτικό πεδίο με τον ηλιακό που εξέταζα και προσπαθούσα να διορθώσω, την έβλεπα υποχρεωτικά.
Ήταν πολύ προβληματισμένη ωστόσο, γιατί αυτό που προφανώς έψαχνε το είχε μετρημένο και λογικά το αναζητούσε ανάμεσα στα στεγνά της ρούχα. Αλλά και στην πρασιά της οικοδομής τους το έψαχνε, θεωρώντας μάλλον ότι της το ξεκρέμασε ο αέρας από το σχοινί που ήταν κρεμασμένο, ο οποίος όλη την ημέρα φυσούσε και μάλιστα αρκετά δυνατά.
Ότι δεν μπορούσε να δει αυτή όμως, το έβλεπα εγώ. Αυτό δηλαδή που έψαχνε αυτή, το έβλεπα να βρίσκεται κρεμασμένο από εκεί, που ποτέ της δεν θα μπορούσε να το φανταστεί όσο κι αν το προσπαθούσε, αφού ότι πέφτει από κάπου, λόγου και του ελαχίστου βάρους του, πάει προς τα κάτω και σε καμιά περίπτωση δεν θα πήγαινε να κρεμαστεί από το λούκι της υδρορροής που βρισκόταν πάνω από το κεφάλι της, έστω κι αν αυτό που έψαχνε, ήταν το μαύρο της εσώρουχο.
Ήθελα να την βοηθήσω είναι αλήθεια, αλλά και τίποτε δεν έκαναν. Και πως να της έλεγα όμως, ότι εγώ ήξερα όχι μόνον τι έψαχνε, αλλά και που βρισκόταν αυτό που έψαχνε, αφού το εσώρουχό της ήταν κρεμασμένο από την υδρορροή;
Με έβλεπε κι αυτή όμως εκεί πάνω που ήμουν ανεβασμένος, γι’ αυτό και ανησύχησε κάποια στιγμή μην πέσω στο κενό. Σκάλωσε το πόδι μου για την ακρίβεια πάνω στο σύρμα που κρατούσε την κεραία μας καθώς βάδιζα πάνω στο δώμα κι εξαιτίας αυτού, κόντεψα να βρεθώ στο κενό, πέφτοντας από τον πέμπτο όροφο της οικοδομής μας στην δική μας πρασιά.
Βεβαίως κι εκτίμησα το ενδιαφέρον της, αλλά δεν ήταν και λόγος αυτός, που θα με υποχρέωνε να ανακατευτώ στην αναζήτηση του εσώρουχού της. Εκτός αυτού, ούτε και καλημέρα δεν είχα με την γυναίκα, πως λοιπόν να έπιανα κουβέντες μαζί της εκείνη την ώρα και μάλιστα για ένα τόσο προσωπικό της αντικείμενο;
Και πώς θα έκανα κάτι τέτοιο μάλιστα, όταν και με φοβόταν κάπως αυτή θα έλεγα, δεδομένου ότι την τρόμαζαν αυτά που έκανα εγώ στο μπαλκόνι μας τις νύχτες του χειμώνα. Δικαιολογημένα ίσως να το έκανε κι αυτό, για τον λόγο ότι δεν μπορούσε να συνηθίσει το θέαμα που της παρουσίαζα και κατ’ ανάγκη το έβλεπε, αφού όπως σας είπα απέναντί της μέναμε.
Κι αυτό που έκανα εγώ, όντως και δεν ήταν συνηθισμένη ενέργεια. Πριν πέσω δηλαδή στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ, όσο κρύο κι αν έκανε τον χειμώνα ιδικά, έβγαινα για λίγο έξω στο μπαλκόνι μας, όπου κι έκανα εκεί από πολύχρονη συνήθεια, γυμναστική.
Και η αλήθεια είναι, ότι δεν έκανα για τον εαυτό μου γυμναστική εκείνη την ώρα. Για την γυναίκα μου την έκανα, λόγω του ότι δυσανασχετούσε αυτή μαζί μου και με την συνήθεια μου να κοιμάμαι τα βράδια, έχοντας την μπαλκονόπορτά μας ανοιχτή, χειμώνα καλοκαίρι.
Για να διασκεδάσω λοιπόν τον δικό της φόβο και την προσπάθειά της να αντιμετωπίσει ηπιότερα το νυκτερινό κρύο, πράγματι έβγαινα στο μπαλκόνι μας εκείνη την ώρα κι έβγαινα έτσι όπως ήμουν να κάνω γυμναστική, φορώντας δηλαδή μόνον τα εσώρουχά μου .
Για να τρομάξω το κρύο το έκανα αυτό όπως της έλεγα αστειευόμενος, δεδομένου ότι δεν αντέχει αυτή να κοιμάται στο ύπαιθρο όπως από αρκετά χρόνια τώρα μου το παραπονιέται.
Κρύωνε βέβαια αυτή τότε, όπως κι ακόμη κρυώνει τον χειμώνα, μέχρι να βρεθεί στο κρεβάτι μας και κάτω από τα σκεπάσματά μας, για τον λόγο ότι ούτε και θέρμανση έχουμε στην κρεβατοκάμαρα μας. Κι αυτήν πάλι, τί την θέλουμε, αφού όπως σας είπα μονίμως κοιμόμαστε με ανοιχτή την μπαλκονόπορτά μας;
Για να διασκεδάσω λοιπόν την δική της διαμαρτυρία, βγαίνω μέσα στο καταχείμωνο και κάνω δήθεν γυμναστική εκεί έξω στο μπαλκόνι, μόνο που αντί να τρομάξω το κρύο, τρομάζω την γειτόνισσά μας όταν κι εκείνη για κάποιο λόγο βρίσκετε στο δικό τους μπαλκόνι και είναι κουκουλωμένη μέχρι τα αυτιά της προκειμένου να αντιμετωπίσει το χειμερινό κρύο, στην προσπάθειά της βέβαια, να κάνει τις οικογενειακές της υποχρεώσεις.
Όταν με έβλεπε δηλαδή αυτή, να κάνω γυμναστική νυχτιάτικα κάτω από τόσο κρύο, έκανε γρήγορα ότι έχει να κάνει κι αφού τελείωνε, έμπαινε μέσα στο σπίτι της κι έκλεινε πίσω της την πόρτα του μπαλκονιού της.
Έφτυνε δε τρεις φορές τον κόρφο της κι αφού έμπαινε στο δωμάτιο της, τραβούσε τις κουρτίνες πίσω της, για να μην βλέπει εμένα να κάνω κάτω από το κρύο γυμναστική στο μπαλκόνι μας. Κρίνοντας την συμπεριφορά της λοιπόν, μάλλον για τρελό με υπολόγιζε κι αυτό ήταν που την φόβιζε.
Αυτός άλλωστε ήταν κι ο λόγος που δεν μας έλεγε ούτε καλημέρα, αφού η απόσταση των μπαλκονιών μας δεν ξεπερνούσε τα δέκα μέτρα. Να όμως που έχασε το εσώρουχο της εκείνη την ημέρα και ψάχνοντάς το, πουθενά δεν το έβλεπε.
Ψάχνοντάς το όμως, έριχνε πού και που και σε μένα το βλέμμα της, αλλά δεν ήθελε να μου φανερώσει και τον προβληματισμό της. Δεν άντεξα να την βλέπω προβληματισμένη όμως, γι’ αυτό κι όταν πάλι με κοιτούσε, της έδειξα με το χέρι μου να κοιτάξει προς τα πάνω.
Με κοίταξε λίγο καχύποπτα αυτή, αλλά σήκωσε ωστόσο το κεφάλι της και μόλις είδε το εσώρουχο της να κρέμεται από το λούκι του δικού τους δώματος, ντράπηκε θα έλεγα, αλλά και φοβήθηκε συγχρόνως, αφού διαπίστωνε, ότι όχι μόνον ήξερα τι έχασε, αλλά και που βρισκόταν ήξερα.
Παράτησε λοιπόν ότι έκανε εκεί έξω κι αφού μπήκε όπως πάντα βιαστικά στο σπίτι της, έκλεισε την πόρτα πίσω της κι όπως το συνήθιζε, τράβηξε τις κουρτίνες της για να μην με βλέπει.
Έλα όμως που η δική μου δουλειά δεν τελείωνε κι όσο δεν έβρισκα τον λόγο που ο θερμοσίφωνας μας δεν έπαιρνε ρεύμα, ήμουν αναγκασμένος να αλλάζω τον έναν μετά τον άλλον τους θερμοστάτες, αν και πάλι ρεύμα δεν πήγαινε σ’ αυτόν.
Δεν μπορούσε όμως και η γειτόνισσά μας να περιμένει, πότε εγώ θα κατέβαινα εγώ από το δώμα, οπότε, πάλι βγήκε έξω και προσπαθούσε με μια σκούπα να σπρώξει το εσώρουχο της, ελπίζοντας να πέσει κάτω, μόνο που με αυτό τον τρόπο που το προσπαθούσε, κινδύνευε να βρεθεί αυτό από δικό της λάθος στην πρασιά τους, αλά όχι στο μπαλκόνι της όπως το υπολόγιζε.
Παρόλα αυτά όμως, τίποτε δεν κατάφερνε, γι’ αυτό και πάλι έστρεψε τα μάτια της προς το μέρος μου, μόνο που αυτή φορά θαρρείς και κάτι περίμενε να ακούσει από εμένα. Αφού ζητούσε έμμεσα την βοήθεια μου λοιπόν, της είπα να αναποδογυρίσει την σκούπα και με το κοντάρι της να σπρώξει το εσώρουχο της έτσι που αυτό να μπει σε μια από τις εσοχές του, οπότε θα μπορούσε να το κατεβάσει ευκολότερα και χωρείς να της πέσει κάτω.
Μόλις έκανε όμως αυτό που της υπέδειξα, ήρθε το εσώρουχο στα χέρια της κι αφού το έβαλε κάτω από την μασχάλη της, με ευχαρίστησε δειλά, δειλά και μπήκε γρήγορα στο σπίτι της, όπως ακριβώς έκανε πάντα.
Μετά από λίγο, βρήκα επιτέλους κι εγώ την βλάβη που τόση ώρα έψαχνα, αλλά σε λανθασμένο αίτιο. Δεν ξέρω πως και γιατί έγινε αυτό, αλλά ψάχνοντας όλο το κύκλωμα, βρήκα τελικά την βλάβη του ηλιακού μας να βρίσκεται στο μπουάτ του τοίχου, από όπου έπαιρνε το καλώδιο του ρεύμα.
Το καλώδιο της επιστροφής ήταν πολύ σφιχτά βιδωμένο στην κλέμα και για κάποιο λόγο που δεν ξέρω πως έγινε αυτό, κόπηκε κι αφού δεν έκανε πουθενά επαφή, δεν ήταν δυνατόν να ολοκληρωθεί το κύκλωμα.
Όλο το απόγευμα λοιπόν έψαχνα την βλάβη του ηλιακού μας στον θερμοστάτη του, ενώ αυτή βρισκόταν στο μπουάτ του τοίχου όλως παραδόξως, από όπου έπρεπε να έρχεται το ρεύμα, αλλά για κάποιον λόγο δεν ερχόταν.
Μιχάλης Αλταλίκης