Ο Μαυραγορίτης Λαδέμπορος και οι Παπατζήδες

 papatzis Επιστρέφοντας από το μπακάλικο του ο πατέρας μου, έφτανε κάθε βράδυ κατά τις εννιά περίπου στο σπίτι μας. Τον περιμέναμε εμείς, γι’ αυτό και τότε μόνον στρώναμε μεγάλο τραπέζι για το οικογενειακό μας φαγητό.

 Επειδή μονίμως ήταν βραδινό αυτό, θέλαμε να το διατηρούμε και κάπως εορταστικό. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που ποτέ δεν καθόμασταν να φάμε μόνοι μας εμείς οι πέντε της οικογενείας, αφού πάντα ήμασταν πλαισιωμένοι από την παρουσία των φίλων μου και των γειτόνων μας όταν το μπορούσαν.

 Αφού έτσι μας άρεσε λοιπόν, έτσι και το προγραμματίσαμε να γίνεται, γι’ αυτό και ποτέ δεν στρώναμε τραπέζι νωρίτερα από τις εννιά, ό,τι και αν μας συνέβαινε και ποτέ δεν αρχίζαμε το φαγητό μας, αν δεν ήταν όλοι παρόντες.

 Εφόσον όμως, σ’ όλους μας άρεσε αυτή η συναναστροφή, όλοι μας κάναμε τα πάντα, ώστε την συγκεκριμένη ώρα να μη λείπει κανείς μας από το σπίτι.

 Μη θέλοντας λοιπόν να αλλοιώσω ούτε και στο παραμικρό εκείνη την πανηγυρική μας ατμόσφαιρα, ούτε κι εγώ έλειπα από κοντά τους. Κανόνιζα τα πράγματα έτσι, ώστε ό, τι και αν με απασχολούσε, όπου και αν βρισκόμουν, στις εννιά το βράδυ να βρίσκομαι στο τραπέζι και να κάθομαι στην θέση μου μαζί με τους υπόλοιπους, απολαμβάνοντας την παρέα τους.

 Μετά από το φαγητό μας όμως και όπως κάθε βράδυ γινόταν αυτό, ή έφευγα για μια νυχτερινή βόλτα στα καφέ της πόλη μας, ή έμενα μαζί τους να παρακολουθώ από μακριά, την κόντρα που ακολουθούσε, παίζοντας όλοι μαζί τάβλι, εναντίον του πατέρα μου.

 Ένα τέτοιο βράδυ λοιπόν, ήρθε συγχυσμένος ο πατέρας μου στο σπίτι και αυτό γιατί κάτω, στον δρόμο της γειτονιά μας, κυνηγούσαν οι αστυνομικοί έναν μαυραγορίτη, τον οποίο έπιασαν να πουλάει νοθευμένο λάδι.

 Διέθετε δηλαδή το λάδι του σε δακαεξάλιτρα δοχεία, μέσα στα οποία το περισσότερο δεν ήταν λάδι, αλλά νερό.

 Το ήξερε βέβαια αυτό ο πατέρας μου, από τις διαμαρτυρίες που του έκαναν οι γείτονες μας, οι οποίοι αγόραζαν μεν το νοθευμένο λάδι αφού τους φαινόταν φτηνότερο απ’ αυτό του μπακάλη τους, αλλά και διαμαρτυρόταν στην συνέχεια, για την ακατονόμαστη συμπεριφορά του μαυραγορίτη.

 Έμεινε ως κατάλοιπο της εποχής του σαράντα αυτός στην γειτονιά μας, για να θυμίζει προφανώς σε μας τους νεότερους, το πως άνθιζαν τότε οι ομοϊδεάτες του, στις πλάτες των πεινασμένων και ταλαιπωρημένων συνανθρώπων τους.

  Κάτι τέτοιο θα σκεπτόταν προφανώς ο πατέρας μου, την στιγμή που έμπαινε στο σπίτι συνοδευόμενος από έναν φίλο μου, γι’ αυτό και τον ακούσαμε να μας λέει.

 – Επιτέλους τον έπιασαν. Χρόνια τώρα πουλάει στην γειτονιά μας το νοθευμένο λάδι του. Βάζει ο αφιλότιμος πέντε λίτρα μόνον απ’ αυτό μέσα σε κάθε δοχείο και το υπόλοιπο τα γεμίζει με νερό.

 Ανυποψίαστοι οι άνθρωποι, αλλά και πρόχειροι συγχρόνως, αγόραζαν αυτό το νοθευμένο λάδι, για εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο.

 Πίστευαν δηλαδή το παραμύθι που τους έλεγε ο μαυραγορίτης, ότι έφερνε τάχα το λάδι του κάθε μέρα φρέσκο από την Κρήτη, λες και ότι αυτό ήταν γάλα. Και όχι μόνον αυτό έκανε, αλλά και τους το διαθέτει νυχτιάτικα, γιατί όπως τους το τόνιζε, αργούσε δήθεν να φτάσει το καράβι στο λιμάνι.

 Τους πουλούσε δε το λάδι του φτηνά, αφού όπως τους το βεβαίωνε και αυτό, ήταν παραγωγός. Τα έχαφταν αυτά τα παραμύθια οι απρόσεχτοι και όταν πια διαπίστωναν ότι αντί για λάδι αγόραζαν νερό, τότε τον έβριζαν.

 Τον κατήγγειλαν όμως στην αστυνομία όπως φάνηκε απόψε, γι’ αυτό και τον συνέλαβαν. Καλά να πάθει όμως και αυτός, τέτοιος που ήταν.

 Αυτά έλεγε ο πατέρας μου εκείνο το βράδυ, θυμωμένος θα έλεγα από την συμπεριφορά εκείνου του μαυραγορίτη που παρίστανε τον έμπορα, γιατί και αυτός έζησε την δυσκολία της ζωής του σαράντα και από μικρό παιδί ήταν έμπορος, αλλά τέτοια νοθεία δεν μπορούσε όχι να την κάνει, αλλά ούτε και να την φανταστεί.

 Θύμωνε και με τους απρόσεκτους όμως, γι’ αυτό και δεν ήταν λίγες οι φορές που τον άκουσα να μαλώνει και αυτούς κατά κάποιο τρόπο, γιατί αγόραζαν απρόσεχτοι, νοθευμένο λάδι.

 – Καλά να πάθετε τους έλεγε. Αφού εμπιστεύεστε αυτόν τον παρείσακτο, περισσότερο από ότι τον γείτονα σας, καλά να πάθετε.

 Και ακόμη ποιο πολύ θύμωνε μαζί τους, όταν άκουγε να του λένε, ότι αγόραζαν εκείνο το λαδωμένο νερό τοις μετρητοίς.

 Ο απατεώνας λαδέμπορος βέβαια ήξερε τι έκανε. Δεν ήταν χαζός, ώστε να διαθέσει το νοθευμένο λάδι του με πίστωση, γιατί ποιος από αυτούς που το αγόραζαν θα πήγαινε να του το πληρώσει, όταν διαπίστωνε ότι εξαπατήθηκε;

 Από τον μπακάλη τους όμως; Ήθελαν με πίστωση το λάδι τους και αυτό πάλι, τις περισσότερες φορές δεν το πλήρωναν καθόλου, γι’ αυτό και τον  ανάγκαζαν μετά να τους ψάχνει στις γύρω γειτονιές.

 Τον στεναχωρούσαν αυτοί είναι αλήθεια, αλλά και πως να μην στεναχωριόταν ο άνθρωπος, αφού έκαναν με πίστωση τα ψώνια τους και μετά έφευγαν χωρίς να του τα πληρώσουν;

 Και δεν ήταν μόνον αυτοί που τον άφηναν απλήρωτο. Ήταν και όλοι εκείνοι που τον φόρτωσαν με απλήρωτα χρέη από το μαγαζί που είχαμε στο χωριό μας.

 Οπότε; Μπορούσε να κάνει τον αδιάφορο για τα χρέη τους, όταν μάλιστα αυτά είχαν επιπτώσεις στην δική του ζωή;

 Εκείνα βέβαια τα παλιά χρέη ήταν πάρα πολλά, γι’ αυτό και όταν τα θυμόταν, στεναχωριόταν υπερβολικά. Έκανα ό, τι μπορούσα εγώ, ώστε να έχουμε κάθε βράδυ κόσμο και παρέα στο σπίτι μας, ώστε να τα ξεχνάει εξαιτίας τους.

  Όταν δεν είχαμε παρέα στο σπίτι μας όμως τα θυμόταν και τότε; Έπαιρνε στα χέρια του το παλιό, μεγάλο και πολύ βαρύ μπακαλοτεύτερο του και με αυτό στα χέρια, έκανε μνημόσυνο χρεών.

 Διάβαζε δηλαδή τα ονόματα των πελατών του, όπως και την αξία της οφειλής ενός εκάστου του εξ αυτών και στο τέλος, ανακοίνωνε και το σύνολο των χρεών τους, τα οποία ξεπερνούσαν τα δύο εκατομμύρια σε δραχμές τότε και μετά απ’ αυτό, έλεγε αναστενάζοντας.

 – Τόσοι κόποι και να πάνε χαμένοι;

 Δυστυχώς όμως, όλοι οι κόποι του πήγαν όντως χαμένοι, αφού ποτέ και από κανέναν δεν εισέπραξε ούτε μια δραχμή από τα οφειλόμενα τους. Και αυτοί; Ποτέ και κανένας τούς δεν ήρθε να του πει, ούτε και το αυτονόητο.

 Με την ανοχή σου, έζησα την οικογένεια μου αρκετό καιρό. Σου οφείλω δέκα δραχμές για παράδειγμα. Πάρε τις πέντε τώρα και τις άλλες πέντε θα σου τις δώσω όποτε μπορέσω, αν μπορέσω.

 Δυστυχώς όμως, κανένας δεν έκανε ούτε αυτό. Θα μου πείτε τώρα, ότι τα χρόνια ήταν τέτοια, ή ότι η εποχή ήταν τέτοια που έκανε τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται κάπως έτσι.

 Μπορεί. Το κακό όμως είναι, ότι δεν απέφευγαν τα χρέη τους μόνον οι φτωχοί, αλλά και αυτοί που είχαν ως επιλογή τους την περίεργη τάση να εξαπατούν τους συνανθρώπους τους, όπου και αν τους έβρισκαν.

 Εκείνη την εποχή βέβαια υπήρχαν πολλοί τέτοιοι τύποι ανάμεσα μας και μαζί με αυτούς, υπήρχαν και οι παπατζήδες.

 Τους συνανθρώπους τους εξαπατούσαν και αυτοί, μόνον που αυτό το έκαναν, με τον δικό τους τρόπο.

 Όταν εξαπατά κανείς τους συνανθρώπους του όμως, με όποιον τρόπο και αν το κάνει, όσο και αν στολίζει τον στόχο του με κόλπα που να μην γίνονται εύκολα αντιληπτά από τον καθένα και τότε τους εξαπατά και ας νομίζει ο εξαπατών ότι δεν τον βλέπουν.

 Ακόμη και όταν το κάνει κανείς έτσι που μόνον ο ίδιος να το ξέρει και κανένας άλλος, και τότε εξαπατά τους συνανθρώπους του και απ’ όλους αργά ή γρήγορα φαίνεται η μπαγαποντιά του.

 Προς τι λοιπόν θα λέγαμε, όλο αυτό το καμουφλάρισμα της απάτης; Μα οι απατεώνες έτσι ζουν, εξαπατώντας τους συνανθρώπους τους. Κανένας από αυτούς δεν σκέφτεται ότι αυτό που κάνει είναι κακό. Αυτοί για καλό το έχουν, γι’ αυτό και το κάνουν.

 Είναι θέμα επιλογής τελικά, το να ζει κανείς με συνειδητή διάθεση να εξαπατά όποιον από τους συνανθρώπους του μπορεί και προφανώς νομίζει ότι έτσι πρέπει να γίνεται, γι’ αυτό και δεν νοιάζεται για το μικρό ή το μεγάλο κακό που τους προκαλεί.

 Κανείς δεν τους επέβαλε να ζουν μ’ αυτόν τον τρόπο. Μόνοι τους πήραν την απόφαση να υπάρχουν τεμπέλικα στην ζωή και να ζουν εις βάρος των άλλων ανθρώπων, φορώντας την μάσκα του παπατζή, νομίζοντας ότι δεν αναγνωρίζονται.

  Χίλια σχέδια και απομιμήσεις έχει η μάσκα τους, αλλά και φαίνονται από παντού σε όποια θέση και αν κάθονται αυτοί που την φορούν, όσοι και αν είναι, όπως και αν είναι χρωματισμένοι για να μην τους βλέπουμε.

 Δύσκολο πράγμα τελικά, το να πιστέψει ο άνθρωπος ότι βρίσκετε στην ζωή, όχι για να εξαπατά τον συνάνθρωπο του, αλλά για να τους φανεί χρήσιμος.

 Οι παπατζήδες για τους οποίους αναφέρομαι σ’ αυτό το θέμα όμως, ήταν αυτοί που έριχναν τα τρία φύλα της τράπουλας έτσι, που δεν προλάβαινε κανείς να δει, σε ποιο από αυτά ήταν ο παπάς.

 Νομίζοντας λοιπόν οι αφελείς, ότι παρατηρώντας τις κινήσεις τού τύπου που έριχνε τα χαρτιά, θα έβρισκαν το χαρτί με τον παπά, γι’ αυτό και ποντάριζαν επάνω του τα χρήματα τους.

 Ναι, αλλά ο παπατζής δεν ήταν τυχαία εκεί. Ήξερε τι έκανε. Μπέρδευε έτσι τα χαρτιά του, που πολύ δύσκολα μπορούσε κανείς να βρει, ποιο από τα τρία τραπουλόχαρτα ήταν ο παπάς.

 Μ’ αυτό το χαζό κόλπο λοιπόν, ξεγελούσαν οι παπατζήδες εκείνης της εποχής τους ανθρώπους και τους έπαιρναν όσα χρήματα έβαζε ο καθένας απ’ αυτούς πάνω στο τραπουλόχαρτο του, σίγουρος ότι μπορούσε να εντοπίσει τον παπά, όσο και αν έριχνε μπερδεμένα τα τραπουλόχαρτα του ο παπατζής.

 Είχαμε και στην γειτονιά μας έναν τέτοιον, τον οποίο πολλές φορές μου δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσω, τόσο την συμπεριφορά του, όσο και την τεχνική του, γι’ αυτό και ήξερα από πολύ κοντά θα έλεγα τα κόλπα που χρησιμοποιούσε, όπως και τον τρόπο που εξαπατούσε τους συνανθρώπους του, αφού αυτός έτσι ήθελε να ζει.

 Αυτόν λοιπόν, τον συνάντησα μια μέρα καθώς βάδιζα στο πεζοδρόμιο του κεντρικού δρόμου της περιοχής μας, εκεί δηλαδή που συνήθιζε να κάνει την πιάτσα του μαζί με τους συνοδούς του.

 Καθόταν στο σκαμνί του και είχε μπροστά του εκείνο το γνωστό μικρό και στο ύψος τω ποδιών του πρόχειρο τραπεζάκι, το οποίο σκέπαζε με ένα μικρό και κόκκινο τραπεζομάντιλο.

 Έριχνε μόνος του εκεί τα χαρτιά του, αφού κανείς από τους περαστικούς δεν σταματούσε να δοκιμάσει την παρατηρητικότητα του, γι’ αυτό και διαλαλούσε από επαγγελματική συνήθεια τα γνωστά.

 – Εδώ ο παπάς, εκεί ο παπάς. Πού είναι ο παπάς; Πολλά βάζεις, πολλά παίρνεις. Ποντάρετε και κερδίστε. Πολλά βάζετε, πολλά παίρνετε, έλεγε και ξανάλεγε.

 Φώναζε αυτός ν’ ακούσουν οι περαστικοί, αυτά που σ’ όλους ήταν λίγο πολύ γνωστά, μπας και σταθεί κανείς αφελής και θελήσει να αποδείξει στον εαυτό του, την δυνατότητα που είχε να παρατηρεί, πράγμα βέβαια που ποτέ δεν θα κατάφερνε να κάνει, με αποτέλεσμα να χάνει όσα είχε να ποντάρει στην παρατηρητικότητα του.

 Μόλις είδε να περνώ κι εγώ από μπροστά του, έλεγε και σ’ εμένα τα ίδια.

 – Έλα λεβέντη να ποντάρεις. Πολλά θα βάλεις, πολλά θα πάρεις.

 Με αναγνώρισε όμως, γι’ αυτό και μου έκλεισε το μάτι, ενώ συνέχιζε να φωνάζει τα γνωστά, μήπως και εμφανιστεί κάποιο κορόιδο, δεδομένου ότι αυτά περίμενε εκεί.

 Αυτός ο τύπος, ποτέ δεν έριχνε τα χαρτιά του μόνος του. Είχε πάντα μαζί του άλλους δύο να του κρατούν τσίλιες, μη τυχόν και φανεί κάποιος χωροφύλακας.

 Αλλά και για αβανταδόρους τους είχε. Περνούσαν δηλαδή δήθεν τυχαία από το τραπεζάκι του αυτοί και αφού στεκόταν για λίγο δίπλα του μαζί με τους άλλους περίεργους να δουν, σε ποιο από τα τρία τραπουλόχαρτα βρισκόταν ο παπάς, πόνταραν μετά αρκετά χρήματα πάνω σε κάποιο από τα χαρτιά που εξ επαγγέλματος αυτοί ήξεραν και αφού έβρισκαν δήθεν τον παπά, έπαιρναν τα διπλάσια από όσα έβαζαν, από τα κοινά τους χρήματα βέβαια.

 Έτσι συμπεριφερόμενοι λοιπόν οι συνεργάτες του, έφευγαν χαρούμενοι από εκεί, παρασύροντας τους περίεργους να ποντάρουν τα χρήματα τους, αφού όλοι έβλεπαν ότι όντως αυτοί κέρδιζαν.

 Όπως ήταν και αναμενόμενο όμως αυτό, ποτέ δεν πετύχαιναν τον στόχο τους οι περίεργοι και έτσι έχαναν τα χρήματά τους.

 Δυστυχώς για τον παπατζή μας όμως, εκείνη την στιγμή που περνούσα εγώ από μπροστά του, κανείς δεν πλησίαζε να ποντάρει, γι’ αυτό και φώναζε ακόμη πιο δυνατά τα γνωστά, ελπίζοντας ότι με τις φωνές του, θα προκαλούσε το ενδιαφέρον των περαστικών.

 Πήγαινα στην δουλειά μου εγώ βέβαια και καμιά διάθεση δεν είχα να ασχοληθώ με τον παπατζή, αλλά ούτε και μ’ εκείνους τους δύο που είδα να συνομιλούν λίγο πιο πέρα και στο ίδιο πεζοδρόμιο.

 Μόλις τους πλησίασα όμως, θαρρείς και αυτό περίμεναν εκείνοι οι τύποι, αρπάχτηκαν ξαφνικά και άρχισαν να χτυπιούνται. Ήταν μεγάλοι άνθρωποι και ο ένας που φαινόταν ότι είχε πολύ μένος εναντίων του άλλου, ενώ τον χτυπούσε, του φώναζε.

 – Πότε ρε θα μου δώσεις αυτά που μου χρωστάς; Τρία χρόνια σε ψάχνω, του έλεγε και τον χτυπούσε.

 Χτυπιόταν άσχημα αυτοί και εγώ δεν μπορούσα να τους αφήσω να συνεχίσουν έτσι, έστω και αν δικαιολογούσα αυτόν που ζητούσε τα λεφτά του.

 Μπήκα ανάμεσα τους να τους χωρίσω και αντί να σταματήσουν αυτοί, συνέχισαν να χτυπιούνται με περισσότερο θάρρος. Στην προσπάθεια μου να τους χωρίσω λοιπόν, έφαγα και εγώ μερικές κλωτσιές και αφού δεν χώριζαν έτσι όπως είχαν αρπαχτεί, τους έσπρωξα κι εγώ με δύναμη, με αποτέλεσμα να πέσουν και οι δύο κάτω.

 Ήλπιζα ότι έτσι θα χωρίσουν πιο εύκολα, όμως τίποτε. Χώρισαν προς στιγμήν, αλλά μόλις απομακρύνθηκα από κοντά τους πάλι αρπάχτηκαν. Δεν μπορούσα να ασχοληθώ περισσότερο μαζί τους, γι’ αυτό και τους άφησα να λύσουν τα προβλήματα τους όπως αυτοί ήξεραν κι εγώ συνέχισα τον δρόμο μου.

 Στο ενδεχόμενο να έρθει η αστυνομία όμως, μετά από την φασαρία που έγινε, μάζεψαν στα γρήγορα τα πράγματα τους οι παπατζήδες και τρέχοντας σχεδόν ακολουθούσαν πίσω μου, προς την ίδια κατεύθυνση.

 Όταν έφτασα στον πασίγνωστο κινηματογράφο της περιοχής μας όμως, σταμάτησα στην είσοδο του να δω ποια έργα προβαλλόταν μέσα, γι’ αυτό και με πρόλαβαν οι παπατζήδες, οι οποίοι μου είπαν τον πόνο τους βέβαια, αλλά και κάτι ακόμη, που ποτέ δεν θα έβαζα με το μυαλό μου.

 – Μας τα χάλασαν σήμερα αυτοί οι χαζοί και χωρίς να πάρουν απάντηση από μένα, μπήκαν στο δεύτερο θέμα.

 – Σου πήραν όμως τίποτε από τις τσέπες σου; Επίτηδες μάλωναν μπροστά σου. Ψάξε τις τσέπες σου να δεις μήπως σου λείπει κάτι και αν πράγματι σου λείπει μην ανησυχείς. Θα έρθουν και αυτοί εδώ σε λίγο και όταν έρθουν, εμείς θα τους το πάρουμε. Ψάξε λοιπόν τις τσέπες σου.

 Ήξερα ότι δεν είχα τίποτε στις τσέπες μου, αλλά και πάλι ψάχτηκα.

 – Τίποτε δεν μου λείπει τους είπα. Αλλά τόσα χρόνια στην πιάτσα, πρώτη μου φορά το συνάντησα αυτό.

 – Είναι παλιό κόλπο, είπε ο παπατζής. Πως και δεν το είχες υπόψιν σου. Πρόσεχε λοιπόν, γιατί από εκεί που δεν το περιμένεις θα το βρεις. Παρόλα αυτά, αν διαπιστώσεις ότι κάτι σου έλειψε, έλα μέσα να μας βρεις μου είπαν και μπήκαν στον κινηματογράφο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *