Έκανα παρέα στον πατέρα μου λοιπόν, μέχρι να βρω που θα καταλήξω ως εργαζόμενος και όπως ήταν επόμενο αυτό, συμμετείχα και στα δικά του καθημερινά προβλήματα, γι’ αυτό και τον ρωτούσα ένα πρωινό να μου πει, τι έκανε τελικά μ’ εκείνη την μπαταξού γριά.
– Τώρα που το θυμήθηκα. Μήπως έχεις να μου πεις κανένα νέο από την γριά που μας φέσωσε;
– Τίποτε δεν έχω, απάντησε. Πάει την χάσαμε και αυτήν. Γριά γυναίκα όμως και να κάνει τέτοια πράγματα; Τι ψυχή θα παραδώσει;
Απ’ ότι διαπίστωνα, τον πονούσε ακόμη η υπόθεση της γριάς, γι’ αυτό και δεν έδωσα συνέχεια στο θέμα, για να μην τον στεναχωρήσω περισσότερο.
Μήπως όμως είχα και διάθεση να δώσω συνέχεια; Ο λόγος ήταν ότι άρχισε ξαφνικά να με πονάει το έντερο μου από τα αριστερά και στο πάνω μέρος της κοιλιάς μου και όταν συνέβαινε αυτό, έπρεπε να κάνω πολλά.
Ήταν μια έμμεση προειδοποίηση εκείνος ο πόνος και δήλωνε ότι μετά από κάποιες ώρες θα πρέπει να πάω σε τουαλέτα. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, ο πόνος θα αυξανόταν συνεχώς και για να βαδίσω μετά από ένα μισάωρο, θα έπρεπε να είμαι μέχρι τα γόνατα σκυφτός.
Για να γλιτώσω λοιπόν απ’ αυτό, αλλά και από πιο ισχυρό πόνο, έπρεπε να βρεθώ το συντομότερο σε κάποιο κρεβάτι και αυτό πάλι, μόνον στο σπίτι μας μπορούσα να το βρω.
Και που αλλού θα μπορούσα να βολευτώ άλλωστε, αφού μόνον το κρεβάτι μου είχε την δυνατότητα να με φιλοξενήσει για κάμποσες ώρες πάνω στο στρώμα του, όπου και θα στριφογύριζα έως ότου με αναγκάσει επιτέλους το έντερο μου να πάω στην τουαλέτα.
Και όταν έφτανα εκεί; Όντως θα μαρτυρούσα, προκειμένου να κάνω αυτό που όλοι κάνουν φυσιολογικά.
Αντιμετώπιζα δηλαδή και πάλι σοβαρό πρόβλημα από εκείνη την κατά τα άλλα χρόνια δυσκοιλιότητα μου, αυτήν που από παιδί με συντρόφευε, ποτέ δεν με εγκατέλειπε και πάντα με βασάνιζε.
Πάντα είχα πρόβλημα μ’ αυτήν, αλλά εκείνο το διάστημα επιδεινώθηκε περισσότερο η κατάσταση της, λόγο του ότι φορτώθηκα πολύ άγχος τότε, εξαιτίας της αδυναμίας μου να βρω ικανό εργασιακό χώρο για μένα.
Είχε αντίκτυπο στο έντερο μου το συνεχές άγχος όπως καταλαβαίνετε και αυτό με υποχρέωνε να ξεπερνώ και τις δέκα μέρες όπως και εκείνη την ημέρα, χωρίς να έχω φτάσει ανάμεσα τους, ούτε μια φορά σε τουαλέτα.
Προκειμένου να κάνω έγκαιρα λοιπόν όσα προανέφερα, ζήτησα από τον πατέρα μου να μου επιτρέψει την για ευνόητους λόγους επιστροφή μου στο σπίτι, αν και μόλις πριν από λίγο είχα φτάσει στο μπακάλικο μας.
– Αν και μόλις ήρθα του είπα, για τους λόγους που ξέρεις, πρέπει να επιστρέψω αμέσως στο σπίτι. Σκέφτομαι να πάρω το λεωφορείο γι’ αυτόν τον λόγο, αλλά ανησυχώ μη τυχόν και δεν μπορέσω να φτάσω εξαιτίας του πόνου μου, ούτε μέχρι την στάση.
– Ξέχασε το λεωφορείο είπε ο πατέρας μου. Να πάρεις ΤΑΧΙ. Πάρε όμως μαζί σου και αυτό το μπουκάλι με το κρασί, γιατί σήμερα θα έρθει να μείνει μαζί μας για λίγες μέρες εκείνη η γιαγιά μας η μαμή και αυτή χωρίς το κρασί δεν μπορεί.
– Να έρθου πιδίμ, μας είπε προχθές και να μείνου για λίγες μέρες μαζί σας; Θα έχετε όμως κρασί;
Δεν την ενδιαφέρει αν έχουμε φαγητό, αλλά αν έχουμε κρασί. Γι’ αυτό, λοιπόν, πάρε και το κρασί μαζί σου.
Πήρα λοιπόν το μπουκάλι με το κρασί στα χέρια και μπήκα στο πρώτο ΤΑΧΙ που περνούσε από την γειτονιά μας. Και ενώ προσπαθούσα να βολευτώ στις θέσεις του έτσι που να μην πονάω πολύ, σκεφτόμουν εκείνη την γιαγιά μαμή, αυτήν δηλαδή που θα φιλοξενούσαμε πάλι και για λίγες μέρες στο σπίτι μας όπως μου είπε ο πατέρας μου.
Ήταν πολύ μεγάλη αυτή σε ηλικία και ήταν τόσο μεγάλη, που κανείς από τους επίσης ηλικιωμένους γνωστούς μας ήξερε, πόσον ετών ήταν. Είχε βγάλει ξανά δόντια και αυτά ήταν μικρά και μυτερά, όπως αυτά που έχουν οι γάτες.
Εξ αυτού λοιπόν υπέθεταν οι γνωστοί μας, ότι μάλλον ήταν πάνω από εκατό χρονών. Δεν είχε ταυτότητα ούτε και κάποιο χαρτί που να πιστοποιεί την ηλικίας της, γι’ αυτό και η αστυνομία της έδωσε μια κατά προσέγγιση ημερομηνία γέννησης.
Αυτήν πάλι την προσδιόρισαν, εκ της ατόπου απαγωγής. Αφού ο γείτονας της Γιάννης ήταν ενενήντα χρονών και αφού ο πεθαμένος πρωτότοκος αδελφός του ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερος του και αφού αυτή όπως έλεγε ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερη του, τότε αυτή θα έπρεπε να ήταν εκατόν τριάντα χρονών, όσα και η ίδια δηλαδή υποστήριζε ότι ήταν.
Επειδή αυτό το ενδεχόμενο φαινόταν απίθανο στους αστυνομικούς, αποφάσισαν στο τέλος να της δώσουν ταυτότητα με την ηλικία του Απόστολου, του αδελφού του Γιάννη δηλαδή, αφού και ο Γιάννης επέμενε ότι πάντα γιαγιά την θυμόταν αυτήν.
Βάση αυτής της ταυτότητα λοιπόν, η γιαγιά έδειχνε ότι ήταν δεκαπέντε χρόνια πάνω από τα εκατό και αυτό όντως δικαιολογούσε τα καινούρια δόντια που απέκτησε.
Αφού λοιπόν δεν ήταν δυνατόν να βγάλουμε άκρη με τα χρόνια της γιαγιά μαμής, την αφήσαμε κι εμείς να είναι όσων χρονών ήθελε αυτή να είναι και έτσι δεν μας απασχολούσαν πλέον τα χρόνια της. Άλλωστε, δικά της ήταν, όσα και αν πράγματι ήταν αυτά.
Την είχε συγγένισσα της η μητέρα μου και από ότι μας έλεγε, είχε κάνει είκοσι δύο παιδιά εκείνη η γιαγιά μαμή, από τα οποία κανένα δεν βρισκόταν στην ζωή.
Και όχι μόνο τα παιδιά της δεν ζούσαν, αλλά ούτε και τα εγγόνια της. Ούτε και τα δισέγγονα της ζούσαν, αλλά ούτε και άλλους πλησιέστερους σ’ αυτήν συγγενείς υπήρχαν στην ζωή.
Επειδή όμως όλες οι γνωστές σ’ αυτήν οικογένειες την είχαν για μαμή τους, όλοι την θεωρούσαν συγγένισσα τους. Κι εμείς το ίδιο κάναμε, αφού και την γιαγιά μου αυτή την έβγαλε στην ζωή από την κοιλιά της μητέρας της. Το ίδιο έκανε και για την μητέρα μου, όπως και για μένα άλλωστε.
Δεν είχε δικό της σπίτι, γι’ αυτό και πάντα ήταν φιλοξενούμενη από τους γνωστούς της όπως εμείς και αυτό πάλι, για όσο καιρό αυτή ήθελε να μείνει μαζί τους. Όταν βαριόταν όμως έφευγε, για να πάει όπου αυτή θυμόταν ότι είχε κάποιον άλλον γνωστό της.
Το ίδιο έκανε και τότε που ήταν φιλοξενούμενη για λίγες μέρες σε μια γνωστή της οικογένεια, της οποίας το σπίτι βρισκόταν στα όρια του Δήμου Νεαπόλεως.
Σηκώθηκε λοιπόν ένα πρωί από το κρεβάτι που της παραχώρησαν και χωρίς δεύτερη σκέψη, τους ανακοίνωσε ότι θα φύγει, γιατί αποφάσισε να επισκεφτεί εκείνη την ημέρα κάποιον Χρήστο, τον οποίο όπως τους είπε, είχε να τον δει από το 1950 και έμενε στην Τούμπα.
Δεν ήξεραν οι άνθρωποι ποιος ήταν εκείνος ο Χρήστος. Πρώτη φορά άκουγαν το όνομα του. Μάλλον κάποιος γνωστός της ήταν, αλλά η γιαγιά δεν ήξερε ούτε το επίθετο του, ούτε την διεύθυνση του. Πως λοιπόν να τον ειδοποιούσαν για την επικείμενη επίσκεψη της γιαγιάς μαμής;
Τα μόνα στοιχεία που είχαν γι’ αυτόν, ήταν ότι τον έλεγαν Χρήστο και ότι έμενε στην Τούμπα. Αν του έκανε μια επίσκεψη η γιαγιά το 1950 όπως έλεγε, ήταν δυνατόν να τον βρουν χωρίς διεύθυνση το 1970 που εγώ αναφέρομαι;
Ωστόσο, προθυμοποιήθηκαν να την μεταφέρουν αυτοί στην Τούμπα και αν δεν έβρισκαν τίποτε από τον Χρήστο, τότε να την έφερναν πάλι πίσω και στο σπίτι τους, φοβούμενοι το ενδεχόμενο να μπλέξει κάπου η γιαγιά και πέσουν επάνω τους κάποιες ευθύνες.
Η γιαγιά μαμή όμως ήταν ανένδοτη και αποφασισμένη να πάει μόνη της στην Τούμπα, αφού όπως επέμενε να λέει, ήξερε πολύ καλά που ήταν το σπίτι του.
Όσο και αν ήξερε αυτή που βρισκόταν το σπίτι του Χρήστου το 1950, πως θα μπορούσε να το βρει μετά από τόσες κτιριακές, αλλά και χωροταξικές αλλαγές που έγιναν εν τω μεταξύ στην περιοχή της Τούμπας;
Προβληματίστηκαν οι άνθρωποι που την φιλοξενούσαν με την επιμονή της και επειδή όντως ήθελαν να την βοηθήσουν, ρωτούσαν όσους ήξεραν την γιαγιά, μήπως και κάποιος είχε να τους πει κάτι για τον Χρήστο, που μετά από είκοσι χρόνια θυμήθηκε αυτή να του κάνει επίσκεψη.
Κανείς όμως δεν ήξερε ποιος ήταν, που έμενε και ποιο ήταν το επίθετο του, όπως και αν βρισκόταν ακόμη στην ζωή, πράγμα που πολύ το φοβόταν οι γνωστοί της, γι’ αυτό και δεν ήθελαν να την αφήσουν να φύγει.
Η γιαγιά όμως επέμενε να του κάνει την επίσκεψη και αυτό κανείς πλέον δεν μπορούσε να της το βγάλει από το μυαλό. Θα πήγαινε να τον βρει και θα πήγαινε με τα πόδια από την Νεάπολη στην Τούμπα, γιατί φοβόταν να μπει σε λεωφορείο ή σε αυτοκίνητο.
Και όχι μόνον αυτό ήθελε να κάνει μόνη της, αλλά ούτε και συνοδό δεχόταν, γι’ αυτό και την άφησαν στο τέλος να κάνει ότι ήθελε, αφού ούτως ή άλλως, πουθενά δεν κολλούσε αυτή και τα πάντα κατάφερνε μόνη της.
Μάζεψε λοιπόν τον υπέργηρο εαυτό της η γιαγιά μαμή και αφού δεν είχε τίποτε άλλο μαζί της εκτός από το ξερακιανό σωματάκι της, ξεκίνησε να πάει με τα πόδια εκεί που την οδηγούσε ο λογισμός της.
Ούτε και σε ασανσέρ έμπαινε, γι’ αυτό και δεν το χρησιμοποιούσε. Ακόμη και στις δωδεκαόροφες εργατικές κατοικίες που πήγαινε προκειμένου να επισκεφτεί μια γνωστή της, με τα πόδια ανέβαινε τους δώδεκα ορόφους.
Εμείς δε, ποτέ δεν ξέραμε ποιοι και που την φιλοξενούσαν. Ούτε αυτούς που έμεναν στην περιοχή της Νεάπολης γνωρίζαμε, αλλά ούτε και εκείνον τον Χρήστο που έμενε στην Τούμπα ήταν δυνατόν να ξέραμε.
Μετά από είκοσι χρόνια πάντως, που θυμήθηκε αυτή να του κάνει επίσκεψη, δεν ήταν δυνατόν να τον βρει όσο και αν τον έψαχνε. Ποιος όμως μπορούσε να της ανατρέψει τα σχέδια που έκανε με το γέρικο μυαλό της;
Ξεκίνησε λοιπόν από το πρωί εκείνης της ημέρας και περπατώντας από την Νεάπολη, έφτασε κάποια στιγμή στην Τούμπα. Όταν έφτασε όμως, ήδη νύχτωσε. Και ψάχνοντας τον Χρήστο, που πουθενά δεν μπορούσε να τον βρει, κουράστηκε.
Κουρασμένη πια από το πολύ περπάτημα, κάθισε σε ένα πεζούλι που βρήκε στον δρόμο της, προκειμένου να ξαποστάσει για λίγο τα υπέργηρα ποδαράκια της, μέχρι να συνεχίσει και πάλι το ψάξιμο της, ελπίζοντας βέβαια, ότι θα βρει τελικά τον Χρήστο.
Για καλή της τύχη όμως, εκεί που κάθισε ήταν από σύμπτωση η πόρτα του αστυνομικού τμήματος της περιοχής. Βλέποντας ο σκοπός εκείνη την ταλαιπωρημένη γιαγιά, θυμήθηκε προφανώς την δική του, γι’ αυτό και την πέρασε μέσα στο τμήμα, όπου και της προσέφεραν μια πορτοκαλάδα, έτσι για να την ανακουφίσουν κάπως.
Όταν μετά από λίγο τους εξηγούσε ποια ήταν, από που ήταν, πως βρέθηκε στην περιοχή τους και ποιόν έψαχνε να βρει εκείνη την ώρα στην Τούμπα, ήθελαν δεν ήθελαν οι αστυνομικοί, προσφέρθηκαν να την βοηθήσουν.
Αφού συμμάζεψαν αρκετές ακόμη πληροφορίες, απ’ αυτές που θυμόταν η γιαγιά να τους δώσει για εκείνον τον Χρήστο, βγήκαν με το περιπολικό στους δρόμους και στις γειτονιές να τον ψάχνουν.
Μετά από πολλές και ολονύχτιες διαδρομές, από στενό σε στενό και από γειτονιά σε γειτονιά σε όλη την περιοχή της Τούμπας και μετά από πολλές συγκρίσεις πληροφοριών που συνέλεξαν από ερωτήσεις που έκαναν στους παλιούς και ηλικιωμένους κατοίκους της περιοχή που ήξεραν, κατέληξαν τελικά στο συμπέρασμα, ότι ο Χρήστος που έψαχνε η γιαγιά μαμή, μάλλον πέθανε εκεί κοντά στο 1950 και ότι τα παιδιά του έφυγαν από την περιοχή τους και ότι δεν ήξεραν που πήγαν, ή που έμεναν πλέον, ώστε να στείλουν την γιαγιά σ’ αυτούς.
Αφού έτσι λοιπόν είχαν τα πράγματα, μετέφεραν τα νέα στην γιαγιά και περίμεναν απ’ αυτήν να τους πει, τι άλλο θα ήθελε να της κάνουν. Η γιαγιά όμως ήταν ανένδοτη. Δεν πίστευε αυτά που της μετέφεραν οι αστυνομικοί, γι’ αυτό και επέμενε.
– Όχι βρε πιδίμ, έλεγε στον υπαστυνόμο. Ιγώ προυχθές τουν είδα, πότι πέθανι και δεν του έμαθα;
Αφού δεν ήταν δυνατόν να βγάλουν άκρη με τις επιμονές της γιαγιάς και αφού το δικό της προχθές ήταν πριν από είκοσι χρόνια, αποφάσισαν τελικά να την μεταφέρουν εκεί που την φιλοξενούσαν εχθές όπως τους είπε, οπότε της ζητούσαν πληροφορίες, γι’ αυτούς που έμεναν στην Νεάπολη.
Είτε από δικό της λάθος όμως, είτε από μπέρδεμα που έγινε στην μνήμη της, τους έδωσε το όνομα και το επίθετο του πατέρα μου, αλλά και πάλι δεν ήξερε να τους πει σε ποια διεύθυνση να τον βρουν.
Προκειμένου να ψάχνουν ξανά στο άγνωστο οι αστυνομικοί της Τούμπας, προτίμησαν να ζητήσουν πρώτα απ’ όλα πληροφορίες, από το τμήμα της Νεαπόλεως πριν την μεταφέρουν εκεί, για το ονοματεπώνυμο αυτού που τους είπε η γιαγιά ότι την φιλοξενούσαν.
Επειδή αμφέβαλαν όμως και γι’ αυτές τις πληροφορίες, ζήτησαν βοήθεια και από τα πλησιέστερα της Νεαπόλεως αστυνομικά τμήματα.
Από αυτούς λοιπόν έμαθαν την δική μας διεύθυνση, γι’ αυτό και μας την έφεραν τα χαράματα της επομένης στο σπίτι μας.
Έμεινε για λίγες μέρες τότε μαζί μας η γιαγιά μαμή και όταν βαρέθηκε; Πάλι έφυγε για το άγνωστο όπως το συνήθιζε. Πέρασαν τρία χρόνια από τότε και μετά όμως κι εμείς χάσαμε τα ίχνη της και όπως ήταν λογικό, δεν ξέραμε που βρισκόταν.
Τυχαία την συνάντησε η μητέρα μου στον δρόμο πριν από δύο μέρες την περίοδο που αναφέρομαι και απ’ αυτήν ζήτησε να την φιλοξενήσουμε για λίγες μέρες στο σπίτι μας, αν είχαμε κρασί.
Αφού δεν μπορούσε να της το αρνηθεί η μητέρα μου, της το υποσχέθηκε, γι’ αυτό και της είπε ότι μπορούσε να έρθει και να μείνει μαζί μας, όσο καιρό θα ήθελε.
Όπως μου είπε ο πατέρας μου λοιπόν, έπρεπε να βρίσκετε στο σπίτι μας εκείνη την ώρα, που εγώ πήγαινα με το ΤΑΧΙ στο σπίτι όπως σας ανέφερα.
Όντως και την βρήκα εκεί όταν έφτασα. Με το που πλησίασα στην εξώπορτα μας, την άκουγα να εξηγεί στην μητέρα μου με την δυνατή της φωνή, από που ήρθε και που βρισκόταν μέχρι εχθές.
Αφού καλωσόρισα κι εγώ εκείνη την αιωνόβια γιαγιά, της έδειξα στην συνέχεια και το κρασί που της έφερα και αμέσως μετά είπα στην μητέρα μου ότι ήθελα να ξαπλώσω για λίγο έως ότου έρθει η ώρα για φαγητό, αφού όπως είπα, με πονούσαν το έντερο μου και οι αιμορροΐδες μου.
Άκουσε η γιαγιά όσα εξηγούσα στην μητέρα μου, γι’ αυτό και αμέσως επενέβη λέγοντας σε μένα.
– Έχεις ακόμη αυτόν τούν μπιλά; Δώς του μαρή, είπε και στην μητέρα μου, ένα βαμβακάκι νουτισμένου μι λίγου πιτρέλιου. Λίγου νουτισμένου όμως, όχι πολύ. Ας του βάλει αυτό από πίσου τ’ ικεί στην άκρα για λίγου κι αυτό θα τα μαράνει αυτά κι δεν θα τουν πουνούν.
– Πήγαινε βρε πιδίμ κι ξάπλουσει στου κριβάτ’ είπε πάλι σε μένα κι σύκουσει τα πόδια σ’ να τα χτυπάς μι τις φτέρνεις στούν τοίχου, όπως συ είπα κι άλλοτι, γιατί έτσ’ θα βουηθήσ’ του έντιρους κι θα πάς αμέσους στούν απόπατουν.
Γιατί βρε πιδίμ, πρόσθεσε, δεν θέλεις να συ βάλου λίγις βδέλλες ικεί; Μη φουβάσει βρε πιδίμ’, δεν μπαίνουν μέσα. Απ’ όξου θα κάθουντει. Θα πάρουν του κακό του αίμα κι ύστερνας θα πέσουν κι σύ θε να γίν’ς καλά.
Αυτό που είπε, το να χτυπώ τις φτέρνες μου στο τοίχο δηλαδή, μου το συνέστησε για πρώτη φορά όταν ήμουν δέκα χρονών και όντως είχε αποτέλεσμα, αλλά το ξέχασα και δεν το εφάρμοζα.
Το να βάλω όμως ξανά βδέλλες και μάλιστα εκεί πίσω με κίνδυνο να μπει καμιά μέσα και να γεμίσω ύστερα από τους απογόνους της, ούτε και να το φανταστώ δεν μπορούσα και ας επέμενε η γιαγιά να λέει ότι δεν μπαίνουν μέσα.
Ξάπλωσα ωστόσο στο κρεβάτι μου και χτυπούσα με ρυθμό τις φτέρνες μου στον τοίχο όπως μου το ζήτησε. Όταν μιλούσε όμως η γιαγιά, άκουγα να τρίζουν τα τζάμια της μπαλκονόπορτας μας. Τόσο δυνατή φωνή είχε.
Και όταν καθίσαμε για φαγητό; Αυτή έφαγε περισσότερο από μένα. Κάθε τόσο όμως σήκωνε το ποτήρι της με το κρασί και έπινε μια γουλιά. Και το κλείσιμο του φαγητού της πάλι με το κρασί το έκανε.
Πίνοντας την τελευταία γουλιά της, έλεγε σε μένα που την κοιτούσα και απορούσα τόσο για το φαγητό που έκανε, όσο και για τα χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη της, χωρίς να έχει το παραμικρό από πλευράς υγείας.
– Του κρασί πιδίμ’, είνι δύναμη για τουν γέρουν.
Αυτά είπε η γιαγιά και αφού ευχαρίστησε τον Θεό που και σήμερα βρήκε κάπου τραπέζι στρωμένο, όπως και κρεβάτι να κοιμηθεί, σηκώθηκε αργά αργά από την καρέκλα της, κάνοντας τρεις φορές τον σταυρό της.
Αυτόν τον είχε συνεχώς στο πρόγραμμα της η γιαγιά μαμή και τον έκανε πάντα πριν και αφού κάνει κάτι, έστω και αν αυτό που έκανε, ήταν να πιει νερό.
Μετά από το μεσημεριανό μας φαγητό, μεταφερθήκαμε στο σαλόνι μας προκειμένου να πιούμε και τον απαραίτητο καφέ που ήθελε η γιαγιά, αλλά και να τις δείξει η μητέρα μου το κρεβάτι της, αυτό που ήταν απέναντι από το δικό μου, ώστε να ξαπλώσει αν ήθελε.
Όταν τελείωσε και από το να μας εξιστορεί όπως το συνήθιζε, το που ήταν εχθές και το που φιλοξενήθηκε προχθές, την ευχαρίστησα κι εγώ, ικανοποιημένος από την πρακτική συμβουλή που μου έδωσε για τις αιμορροΐδες μου.
– Το νοτισμένο βαμβάκι με το πετρέλαιο έκανε δουλειά γιαγιά της είπα. Δεν κάνει όμως να βάλω λάδι αντί για πετρέλαιο;
– Όχι λάδι πιδίμ’, είπε απαγορευτικά. Του λάδι, δεν κάνει καλό. Κακό κάνει. Πιτρέλιου μόνον να βάζεις ικεί κι αυτό να είνι πολύ λίγου. Μη ξεχαστείς κι βάλεις λάδι στις ζουχάδες, γιατί θα βρεις τουν μπιλάς μετά.
Αυτά έγιναν τότε και η γιαγιά μαμή έμεινε σε μας μια εβδομάδα. Κάθε βράδυ που πηγαίναμε για ύπνο όμως, μας αποχαιρετούσε όλους, λες και είχε συμφωνήσει με τον Θεό να πεθάνει την νύχτα.
– Άιντι, έλεγε. Ας χιριτιθούμοι απόψι, γιατί αύριο μπορεί κι να μην ειδωθούμοι.
Όταν ξυπνούσε το πρωί και έβλεπε ότι δεν πέθανε, έλεγε απογοητευμένη από το αποτέλεσμα.
– Άι. ιμένα μι ξέχασιν, ου Θιός. Έκλαιγε βουβά μετά για λίγο και πάλι έλεγε. Όλους τους πήριν. Ιμένα μ’ αφήκιν. Εικοσιδυό πιδιά μι πήριν η Θιός κ’ ιμένα μ’ αφήκιν μον’ κι μοναχή. Άι πάλι. Θιός είνι αυτός, ότι θέλει κάνει. Τι μπουρείς να του πεις;
Στο τέλος της εβδομάδων βαρέθηκε κοντά μας η γιαγιά, γι’ αυτό και μας είπε ένα πρωί μετά από τις καθορισμένες τις κουβέντες.
– Θα φεύγου σήμηρα. Θα έρθου όμως ταχιά κι πάλι να σας δω.
Τι μπορούσαμε να της πούμε εμείς; Αυτή ήταν μαθημένη να ζει σαν αποδημητικό πουλί, γιατί τέτοιο ήταν. Ζούσε ανάμεσα σ’ όλους, πάνω από εκατό χρόνια και ζούσε έτσι όπως αυτή ήθελε. Μόνη της.
Αν έβαζε στο μυαλό της να φύγει όμως; Έφευγε. Και όποτε ήθελε πάλι επέστρεφε και μας έλεγε τα δικά της τραγούδια, όπως αυτή τα ήξερε.
Μιχάλης Αλταλίκης