Ο Μεγάλος Σεισμός Του 1978

seismos7 Είχαμε βέβαια εμείς το δικό μας βάσανο εκείνο το χρονικό διάστημα, περιμένοντας την αντίδραση του καρκίνου στο σώμα του πατέρα μου, αλλά μαζί με μας, είχαν και οι πολιτικοί μας το δικό τους βάσανο.

 Αυτό δηλαδή, που πάντα τους βασανίζει και ησυχία δεν μπορούν να βρουν, σκεπτόμενοι το πως θα καταφέρουν να κάνουν ξανά εκλογές.

 Κι όταν πάλι με αμέτρητες προσπάθειες το επιτύχουν, τότε με μια ελπίδα ζουν, ότι θα τους ξαναψηφίσουν οι ψηφοφόροι τους. Μέχρι να το δουν όμως αυτό να γίνεται, από τον ίδιο φόβο υποφέρουν όλοι τους. Μήπως και τους μαυρίσουν αντί να τους ψηφίσουν, οι διά παντός πρόχειροι ψηφοφόροι.

 Αυτό γινόταν και τότε λοιπόν, γι’ αυτό και καθημερινά οι πολιτικοί μας τάραζαν τα μυαλά των ψηφοφόρων τους, στην προσπάθειά τους να εκλεγούν για δεύτερη φορά μετά την μεταπολίτευση όπως την αποκαλούσαν.

 Και δεν τάραζαν μόνον τα μυαλά τους, αλλά και τις συνειδήσεις τους όπως πάντα, αφού αυτός είναι ο μοναδικός τους στόχος, να κρατούν τους ψηφοφόρους τους χαμηλά και κομματικά εγκλωβισμένους.

 Κι αφού κατάφεραν τελικά να κάνουν κι εκείνες τις εκλογές και να κλέψουν ξανά ψήφους από τους αδιόρθωτους, υποσχόμενοι πολλά όνειρα θερινής νυκτός από τα μπαλκόνια τους, βγήκαν και πάλι τα αποτελέσματα.

 Το πρώτο σε σπουδαιότητα από αυτά ήταν, ότι το κόμμα που ήδη βρισκόταν στην κυβέρνηση, αυτό και πάλι θα μας κυβερνούσε μέχρι τις επόμενες εκλογές.

 Το δεύτερο σε σπουδαιότητα ευρισκόμενο αποτέλεσμα ήταν, ότι το τρίτο μέχρι πρότινος στην σειρά κόμμα, εκείνο δηλαδή που ο ηγέτης του το αποκαλούσε κίνημα, βρέθηκε σε δεύτερη θέση μετά τις εκλογές, γι’ αυτό και κατείχε πλέον κύρια θέση αντιπολίτευσης.

 Αφού λοιπόν κατάφερε ο αρχηγός αυτού του κόμματος κι έπεισε πολλούς από τα παντοτινά θύματα να τον ψηφίσουν, υποσχόμενος υπερβολικά πολλά χωρίς καθόλου να ευθύνεται για την κακή ενδεχομένως εξέλιξη της οικονομίας της πατρίδας του, έπαιζε θαυμάσια μετέπειτα τον ρόλο του αντιπολιτευόμενου.

 Το τάξιμο δεν βλάπτει, παρατηρούσε ο πεθερός μου, όταν σχολιάζαμε τα αποτελέσματα των εκλογών. Το δόσιμο βλάπτει έλεγε. Αφού δεν βλάπτουν οι υποσχέσεις, άφοβα λοιπόν κι αυτός υποσχόταν από την θέση της αντιπολίτευσης, αυτά που ήξερε ότι ήθελαν να ακούν οι ψηφοφόροι του.

 Κι αφού αυτοί φαντάζονταν, ότι θα εκπληρωθούν τα όνειρά τους και μάλιστα χωρίς να τους φορτώσουν επικίνδυνες υποχρεώσεις μελλοντικά, περίμεναν να δουν την υλοποίηση τους.

  Μαζί με αυτούς βέβαια κι εμείς την περιμέναμε, αφού για όλους μας θα ήταν καλό να ζήσουμε τέτοια όνειρα, έστω κι αν τα κοιτούσαμε με δυσπιστία.

 Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, μπήκαμε στο καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς κι εφόσον ησυχάσαμε τόσο από τον απόηχο των εκλογών, όσο κι από το πρόβλημα της υγείας του πατέρα μου, ετοιμαζόμασταν για τις καλοκαιρινές μας διακοπές, αυτές δηλαδή που έγιναν πλέον μέρος της ζωής μας.

 Η γυναίκα μου όπως σας είπα, δούλευε τότε, στο μηχανουργείο του πατέρα της, γι’ αυτό και τον μικρό μας Κωσταντίνο, τον κρατούσε στο σπίτι της η πεθερά μου.

 Όταν επιστρέφαμε όμως από τις δουλειές μας, πήγαινα εγώ εκεί κι αφού τον έπαιρνα, τον έφερνα στο δικό μας σπίτι. Το κρατούσαμε μαζί μας όλο το απόγευμα κι όταν πια ήταν ώρα να κοιμηθεί, τότε τον επέστρεφα και πάλι πίσω στην πεθερά μου.

 Φεύγαμε πολύ νωρίς το πρωί για τις δουλειές μας κι επειδή δεν ήταν σωστό για το παιδί, να το μετακινούμε εκείνη την ώρα, το πήγαινα στην πεθερά μου από το απόγευμα της προηγουμένης.

 Αφού έτσι έκανα πάντα, έτσι έκανα κι κείνο το απόγευμα. Επέστρεψα δηλαδή τον μικρό μας Κωνσταντίνο στην γιαγιά του. Εκεί όμως βρήκα τους γηραιούς γονείς του πεθερού μου, γι’ αυτό και κάθισα για λίγο μαζί τους.

 Όταν πια δήλωσαν αυτοί την πρόθεση τους να φύγουν για το δικό τους σπίτι, προθυμοποιήθηκα να τους μεταφέρω εκεί με το αυτοκίνητο μου, για τον λόγο ότι δεν ήθελα να ταλαιπωρηθούν περισσότερο, περιμένοντας να έρθει το λεωφορείο στην στάση.

 Μπήκαμε λοιπόν μετά από λίγο στο αυτοκίνητο μου και σε δέκα λεπτά, τους άφησα έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας που έμεναν, η οποία βρισκόταν πάνω στον κεντρικό και μεγάλο δρόμο της πόλης μας, αυτόν δηλαδή που διασχίζει την νοτιοανατολική πλευρά της Θεσσαλονίκης.

  Μόλις παρκάρισα το αυτοκίνητο μου στο πεζοδρόμιο, κατέβηκα από αυτό κι όπως είχα υποχρέωση, βοήθησα τους ηλικιωμένους ανθρώπους να κατέβουν, αλλά και να μπουν στην πολυκατοικία τους.

 Αφού τους χαιρέτησα και μετά, μπήκα ξανά σ’ αυτό και γύριζα το κλειδί της μίζας του, προκειμένου να πάρει μπροστά η μηχανή του. Κι ενώ έκανα αυτό, αισθάνθηκα να ταρακουνά κάποιος και πολύ δυνατά μάλιστα το αυτοκίνητό μου.

 Σήκωσα τα μάτια μου να δω, μέσα από τον εσωτερικό καθρέφτη, ποιός άραγε από τους φίλους μου ήταν εκεί και με κουνούσε τόσο δυνατά, όπως πολλές φορές μου το έκαναν αυτό αστειευόμενοι, για το μικρό του μεγέθους του αυτοκινήτου μου.

 Δεν είδα κανένα όμως να κάνει αυτό που σκέφτηκα, γι’ αυτό κι έψαχνα να βρω άλλον λόγο που να δικαιολογεί εκείνα τα ταρακουνήματα. Όταν είδα τα διερχόμενα αυτοκίνητα να βγαίνουν ανεξέλεγκτα από τον δρόμο και να καταλήγουν στα πεζοδρόμια, αλλά κα τα πλακάκια των πεζοδρομίων να ανασηκώνονται από την θέση τους, καθόλου δεν αμφέβαλα πια, ότι μάλλον σεισμός ήταν ο δράστης, ο οποίος κείνη την στιγμή έκανε την εμφάνιση του και μας έδειχνε το ανελέητο, αλλά και το πολύ σκληρό του πρόσωπο.

  Βλέποντας όμως να συνεχίζει αυτός, αλλά και τις γύρο οικοδομές να χτυπιούνται μεταξύ τους, φοβήθηκα πλέον ότι από στιγμή σε στιγμή θα σωριαστούν αυτές και πέφτοντας επάνω μου αφού ήμουν κοντά στο πεζοδρόμιο, πίτα θα έκαναν εμένα και το αυτοκίνητό μου.

 Με αυτόν τον φόβο στο μυαλό, προσπαθούσα να βάλω την μηχανή του σε κίνηση ώστε να φύγω έγκαιρα από εκείνον τον δρόμο με τα οκταόροφα κτίρια, αλλά με τίποτε δεν έπαιρνε αυτή μπροστά.

 Τρεις τέσσερις φορές επιχείρησα να το κάνω αυτό γυρίζοντας το κλειδί της μίζας, την οποία άκουγα μεν να γυρίζει, αλλά για κάποιο λόγο που δεν μπορούσα να δικαιολογήσω, η μηχανή δεν μπορούσε να πάρει μπροστά.

 Πω, πω έλεγα πάλι μέσα μου πανικόβλητος. Αυτός είναι πολύ μεγάλος σεισμός κι αν δεν φύγω από δω σύντομα, πολύ φοβούμαι ότι πράγματι και θα πέσουν οι οικοδομές πάνω μου και αλίμονο σε μένα.

 Έκανα απεγνωσμένες προσπάθειες να βάλω μπροστά την μηχανή κι όταν ακόμη πήρα την απόφαση να βγω από το αυτοκίνητό μου προκειμένου να σωθώ εγώ τουλάχιστον, αλλά ούτε κι αυτό μπορούσα να κάνω, αφού από το τράνταγμα που δεχόταν αυτό, δεν άνοιγε η πόρτα του.

 Έκανε πως σταματά για λίγο όμως ο σεισμός κι αυτό έδωσε στην μηχανή την δυνατότητα να πάρει μπροστά, γι’ αυτό και μόλις το άκουσα, έβαλα ταχύτητα κι αμέσως ξεκίνησα.

 Ταυτόχρονα με την εκκίνηση της μηχανής όμως, έκανε και δεύτερη εμφάνιση ο σεισμός, μόνον που αυτή με βρήκε εν κινήσει και στην μέση του δρόμου.

 Με κοσκίνισε θα έλεγα εκεί που με βρήκε και λίγο έλειψε να ανέβω κι εγώ στο πεζοδρόμιο εξαιτίας του. Ευτυχώς όμως ήμουν μόνος μου εκείνη την στιγμή στον δρόμο κι έτσι γλίτωσα από κάποιο ατύχημα.

 Από την στιγμή που μας έκανε την εμφάνισή του όμως, μέχρι και την στιγμή πού σταμάτησε, πέρασε πολύς χρόνος για τα δικά μας γνωστά δεδομένα κι αυτό με έκανε να σκέφτομαι, μήπως κι έπαθαν κάποιο ατύχημα οι δικοί μου.

 Έχοντας αυτό στο μυαλό μου, πέρασα στα γρήγορα από εκεί που βρισκόμουν στον μεγάλο παραλιακό δρόμο κι όσο πιο γρήγορα μπορούσα να κάνω εκείνη την στιγμή που όλοι όρμησαν με τα αυτοκίνητα τους στον ίδιο δρόμο για παρόμοιους προφανώς λόγους, έφτασα στο σπίτι μου.

 Βρήκα την γυναίκα μου να κατεβαίνει τρομαγμένη από τον τρίτο όροφο στο ισόγειο της πολυκατοικίας και να παραμιλάει από τον φόβο της όταν με είδε.

 – Τρέμω ολόκληρη από την ταραχή που πήρα. Τι ήταν αυτό; Μου φάνηκε σαν να κτυπούσαν τα ντουβάρια μεταξύ τους. Έπεφταν κάτω τα πράγματα από τα ράφια της κουζίνας κι εγώ από τον φόβο μου, δεν μπορούσα να φτάσω μέχρι την εξώπορτα. Πάει είπα. Από στιγμή σε στιγμή θα πέσει η οικοδομή και θα με πλακώσει ζωντανή.

 – Πάμε να φύγουμε από εδώ της είπα και πήγαμε να δούμε μην έπαθε κάτι το παιδί μας, όπως και τα πεθερικά μου που το κρατούσαν.

 Όταν φτάσαμε εκεί, τους βρήκαμε να είναι στην αυλή κι έξω από το σπίτι τους, όπως έκαναν άλλωστε και οι γείτονες τους, οι οποίοι γέμισαν με την παρουσία τους, τους γύρο δρόμους όπως και τα πολλά ανοίγματα που υπήρχαν στην γειτονιά τους.

 Αφού βεβαιώθηκα ότι όλοι τους ήταν καλά, μπήκα στο σπίτι μετά κι από το τηλέφωνο τους, κάλεσα τους δικούς μου γονείς, θέλοντας να μάθω αν κι αυτοί ήταν καλά, ή αν ήθελαν να κάνω και γι’ αυτούς κάτι, δεδομένου ότι ζούσαν στο κέντρο της πόλης και έμεναν στον τέταρτο όροφο μιας αρκετά παλιάς οικοδομής.

 – Μη κουνιέσαι από την θέση σου. Είπε ο πατέρας μου. Δεν ξέρουμε τι γίνεται εκεί έξω, όπως και δεν ξέρουμε αν μπορείς να περάσεις από την μια άκρη της πόλης στην άλλη, γιατί όπως μάθαμε από τους γείτονες μας, έπεσαν πολλές οικοδομές κι έκλεισαν πολλοί δρόμοι.

 Εμείς πάντως δεν θα κατέβουμε κάτω όπως έκαναν οι υπόλοιποι στην οικοδομή μας και ότι θέλει ας γίνει. Αν μπορέσεις να περάσεις αύριο όμως, έλα από δω με το φως της μέρας και τότε θα δούμε τι θα κάνουμε.

 Όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες στιγμές, τα κακά μαντάτα ταξίδευαν και τότε με πολύ μεγάλη ταχύτητα κι αυτά που διαδίδονταν, ήταν πολλά και διάφορα, όπως και πολύ τρομακτικά, έστω κι αν δεν προερχόταν από επίσημες και διασταυρωμένες πηγές.

 Όσα μου έλεγε ο πατέρας μου δηλαδή τα ήξερα, αφού κι εκεί που βρισκόμουν τα ίδια διαδίδονταν, αν και μας χώριζε μια απόσταση γύρο στα δέκα χιλιόμετρα.

 Σ’ εμάς όμως, εκτός από αυτά που μου ανέφερε ο πατέρας μου έφτασαν κι άλλες πληροφορίες κι αυτές έλεγαν ότι είχαμε πολλούς νεκρούς, ότι από στιγμή σε στιγμή θα γίνει και δεύτερο κύμα σεισμών κι ότι αυτοί θα είναι τόσο ισχυροί, που θα κατεδαφίσουν ολόκληρη την πόλη.

  Με αυτό το ενδεχόμενο στο μυαλό τους οι άνθρωποι, με τίποτε δεν έμπαιναν στα σπίτια τους. Όποιοι όμως έμεναν σε ισόγεια, όπως ήταν το σπίτι του πεθερού μου, έμπαιναν μέσα για λίγο και στον παραμικρό μετασεισμό, πεταγόταν πάλι έξω και τρέχοντας μάλιστα.

 Γύρο στις εννιά το βράδυ έκανε την εμφάνιση του εκείνος ο σεισμός και μέχρι να του περάσει τελείως ο θυμός, όλο και μας κουνούσε από λίγο και κάθε τόσο, αλλά κι εγώ δεν σταματούσα να λέω σ’ αυτούς που έβλεπα να πηδούν φοβισμένοι από τα παράθυρα τους στον δρόμο, ότι δεν έπρεπε να το κάνουν, γιατί μεγάλος κίνδυνος υπήρχε να τραυματιστούν.

 Ο φόβος όμως είναι κάτι που δεν τιθασεύεται εύκολα, γι’ αυτό κι όταν εκεί κατά τις τρείς τα ξημερώματα μας έκανε πάλι έναν μικρό μετασεισμό, είδα και τον νεαρό κουνιάδο μου να κάνει το ίδιο.

 Κοιμόταν αυτός μαζί με τον πεθερό μου μέσα στο σπίτι κι όταν ξύπνησε από το κούνημα του σεισμού φοβήθηκε τόσο πολύ μη πέσει η τριώροφη οικοδομή επάνω του, που προτίμησε να χρησιμοποιήσει το παράθυρο της κουζίνας τους προκειμένου να βγει γρήγορα στην αυλή τους κι ευτύχημα ήταν που δεν τραυματίστηκε ανεπανόρθωτα.

  Ξημέρωσε για τα καλά όμως κι εγώ μάτι δεν έκλεισα όλη την νύχτα. Όχι γιατί φοβήθηκα από τις φήμες που κυκλοφορούσαν για τον ερχομό του νέου και πιο δυνατού σεισμού, αλλά γιατί έκανα βόλτες στην γειτονιά και παρέα στους γείτονές μας.

 Τριγυρνώντας εκεί λοιπόν, έβλεπα κι άλλους να κάνουν βόλτες σαν κι εμένα στην περιοχή, μη μπορώντας να ησυχάσουν. Και πώς να ησύχαζαν άλλωστε αφού γι’ αυτόν τον σκοπό, έπρεπε να ξαπλώσουν στις αυλές τους και πάνω στους μουσαμάδες που είχαν ριγμένους εκεί και κατάχαμα.

 Περίμεναν το φως της ημέρας όπως μου έλεγαν, προκειμένου να στήσουν τα αντίσκηνά τους, αυτά δηλαδή που μια υπηρεσία του δήμου περνούσε από τις γειτονιές και μοίραζε ανά δέκα άτομα κι ένα αντίσκηνο.

  Έτσι συμπεριφερόμενος όμως, έπιασα κουβέντα και με έναν γείτονα που ήταν ξαπλωμένος δίπλα από το δικό μου αυτοκίνητο κι αυτά μου έλεγε μαζί με τα νέα που του έφερε κάποιος δικός του όταν πριν από λίγη ώρα τον επισκέφτηκε.

 – Ο νέος σεισμός θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερος κι από όσα διέρρευσαν από τον κύκλο των σεισμολόγων, τίποτε όρθιο δεν θα μείνει στην πόλη μας. Ευτυχώς για μας ήμαστε ξαπλωμένοι μακριά από τοίχους κι έτσι δεν κινδυνεύουμε.

 Από εδώ που είμαι όμως, βλέπω το πίσω λάστιχο του αυτοκινήτου σου να είναι καθισμένο. Μάλλον πάτησες καρφί. Αν για κάποιο λόγο χρειαστεί να μετακινηθείς, μάλλον δεν θα μπορέσεις να το κάνεις.

 Όσο είναι νωρίς, πιάσε κι άλλαξε το με την ρεζέρβα σου, γιατί αν μας πιάσει κανένας πανικός, δεν θα μπορέσεις να φύγεις.

 Τον καθησύχασα βέβαια αυτόν, αλλά και μόνο αυτό μου έλειπε σκέφτηκα εκείνη την στιγμή. Είχα κατά νου βλέπετε να πάω μια βόλτα το πρωί μέσα στην πόλη, έτσι για να δω από κοντά τι ακριβώς έγινε μετά τον σεισμό, δεδομένου ότι πολλές φαντασίες κυκλοφορούσαν ανεξέλεγκτα όπως σας είπα.

 Με προβλημάτισε όμως το καθισμένο λάστιχο του αυτοκινήτου μου κι όταν το κουβέντιασα αυτό με τον πεθερό μου λίγο αργότερα, προθυμοποιήθηκε να μου δώσει το δικό του αυτός προκειμένου να κάνω την επίσκεψη που υπολόγιζα.

 – Πάρε το δικό μου αυτοκίνητο και μη κάθεσαι να βγάζεις ρεζέρβες και να κάνεις αλλαγές τέτοια ώρα. Όταν επιστρέψεις, τότε κάνεις την αλλαγή με την ησυχία σου.

 Θυμήθηκε κάτι όμως, γι’ αυτό και μου το πρόσθεσε στην συνέχεια.

 – Ξέχασα να σου πω όμως, ότι βρήκαμε επιτέλους εκείνη την βλάβη που είχε το αυτοκίνητο κι έχανε νερά το ψυγείο του. Κι αφού την διορθώσαμε σταγόνα δεν χάνει τώρα η μηχανή.

 Μια και θα πας στο κέντρο λοιπόν, δες πως θα ανταποκριθεί το αυτοκίνητο στο μποτιλιάρισμα, γιατί όπως σε βλέπω και με βλέπεις σίγουρα θα το συναντήσεις. Πες μου όμως τι έγινε όταν φτάσεις εκεί, ώστε να σιγουρευτώ κι εγώ, ότι όντως διόρθωσα την βλάβη του.

  Αυτά είπαμε με τον πεθερό μου εκείνη την ώρα κι όταν πια βγήκε ο ήλιος κι όλα φωτίστηκαν, πήρα εγώ το μεγάλο αυτοκίνητό του κι αφού δήλωσε κι αυτός την επιθυμία του να επισκεφτεί το μηχανουργείο του, φύγαμε μαζί από το σπίτι χρησιμοποιώντας δύο αυτοκίνητα, αφού αυτός θα πήγαινε στην δυτική έξοδο της πόλης μας.

 Τα γραφεία της εταιρείας που εργαζόμουν ήταν στο κέντρο όπως σας είπα και μέχρι να φτάσω εκεί, άκουγα και τις ειδήσεις από το ραδιόφωνο.

 Από αυτές λοιπόν άκουσα, ότι ο σεισμός ήταν εντάσεως έξι κόμμα εννιά Ρίχτερ, ότι είχε όπως και θα έχει στην συνέχεια πολλούς μετασεισμούς. Ότι πολλές οικοδομές έπαθαν σοβαρές ζημιές και ότι βγήκαν αρκετά συνεργεία μηχανικών στους δρόμους, προκειμένου να εξετάσουν την κατάστασή τους, όπως και να αποτρέψουν, ή να επιτρέψουν τους ενοίκους να μπουν ξανά στα σπίτια τους.

 Μαζί με όλα αυτά, μετέδιδαν κι ότι μόνο μια οικοδομή έπεσε τελικά κι ότι καταπλακώθηκαν κάτω από τα ερείπιά της δεκαεπτά άνθρωποι κι ότι αυτοί μάλλον δεν ήταν ζωντανοί.

 Κατευθυνόμενος προς την οικοδομή που ήταν τα γραφεία της εταιρίας μας όμως, παρατήρησα ότι όλες οι οικοδομές ήταν σακατεμένες από το τράνταγμα που έφαγαν κι ότι οι τοίχοι τους ήταν γεμάτοι από ρωγμές και τεράστια σχισίματα.

 Όταν επιτέλους έφτασα στην είσοδο της οικοδομής των γραφείων μας, μετά από πολύ ταλαιπωρία ομολογουμένως εξαιτίας του αναμενόμενου μποτιλιαρίσματος, διαπίστωσα ότι πράγματι και πέρασαν τα συνεργεία ελέγχου από την περιοχή, δεδομένου ότι είδα να είναι βαμμένα τα τζάμια της και με μεγάλες χιαστί τραβηγμένες πινελιές μάλιστα, το χρώμα των οποίων ήταν πράσινο.

 Αυτό σήμαινε ότι αυτή η οικοδομή μπορούσε να κατοικηθεί, γι’ αυτό και πάρκαρα το αυτοκίνητο μου άφοβα στο πεζοδρόμιό της. Όπως άκουγα κι από το ραδιόφωνο όμως, αυτές που είχαν κόκκινο χρώμα στην είσοδο τους δεν μπορούσαν να κατοικηθούν μέχρι να ορισθεί δεύτερος έλεγχος.

 Κατεβαίνοντας ωστόσο από το αυτοκίνητό μου, είδα και μερικούς από τους συναδέλφους μου να βρίσκονται λίγο παράμερα από την είσοδο και να κουβεντιάζουν εκεί αν έπρεπε να ανέβουν στον πέμπτο όροφο ή όχι.

 Έμεναν στις γύρο γειτονιές αυτοί, γι’ αυτό και ήρθαν με τα πόδια μέχρις εκεί να δουν τι γίνεται, αλλά επειδή φοβόταν από τους συνεχιζόμενους μετασεισμούς όπως μου έλεγαν, δίσταζαν να ανέβουν στα γραφεία μας.

 Το προσωπικό μου γραφείο βρισκόταν στον έβδομο όροφο της ίδιας οικοδομής κι αφού πήρα την απόφαση να ανέβω σ’ αυτό, αδιαφορώντας για τις αποτρεπτικές προσπάθειες των συναδέλφων μου, προτίμησα να το κάνω χρησιμοποιώντας τις σκάλες.

 Δεν ανέβηκα με το ασανσέρ, από φόβο μη τυχόν και κλειστώ μέσα και τότε; Ποιός θα ερχόταν να με βγάλει έξω και πότε και πως θα το έκαναν αυτό; Αλλά μήπως κι αυτό που επιχειρούσα να κάνω εκείνη την ώρα ήταν απαραίτητο; Κι αν πράγματι έπαθε κάτι το γραφείο μου, τι θα μπορούσα να του κάνω;

 Αν και σκεφτόμουν τέτοια λοιπόν, όντως κι ανέβηκα στον έβδομο όροφο κι όντως τρόμαζα στην θέα εκείνων των μεγάλων σχισμών που έβλεπα να υπάρχουν στους εσωτερικούς τοίχους της οικοδομής.

 Με το παραμικρό κούνημα του επόμενου σεισμού, σίγουρα θα πέσει αυτή η οκταόροφα οικοδομή έλεγα μέσα μου, αλλά κι έφτασα σκαλί, σκαλί μέχρι τον έβδομο όροφο, όπου και μπήκα τελικά στο γραφείο μου.

 Ήταν όλα ασφαλή και στην θέση τους εκεί κι αφού δεν ανέβαιναν οι άλλοι συνάδελφοι μου πίσω από μένα στα δικά τους προσωπικά γραφεία, έμεινα  για λίγο ακόμη κι αμέσως μετά πήρα την απόφαση να κατέβω πια από την οικοδομή, αλλά και με τον ίδιο τρόπο.

 Την στιγμή που ετοιμάστηκα να σηκωθώ από τη καρέκλα μου όμως, έκανε ακόμη έναν μικροσεισμό, μόνον που αυτός εκεί ψηλά στον έβδομο όροφο φάνηκε να είναι αρκετά μεγάλος.

 Κοιτώντας από τα μεγάλα παράθυρα του γραφείου μου τις γύρω οικοδομές, με έπιασε δέος και φόβος μαζί, γιατί είδα πόσο μικρά κι αδύναμα ήταν εκείνα τα μεγάλα κτίσματα, μπροστά στην δύναμη που είχε ο σεισμός αν και ήταν μικρής εντάσεως.

 Άνοιγαν οι ενωμένες μεταξύ τους οικοδομές και έκλειναν πάλι σαν να χτυπιόταν μεταξύ τους κι αυτό με έκανε να λέω μέσα μου. Αν αυτά τα χτυπήματα κρατήσουν αρκετά, τότε όντως και δεν θα μείνει τίποτε όρθιο σ’ αυτήν την πόλη.

 Κατέβηκα όμως με ψυχραιμία τις σκάλες κι όταν έφτασα κάτω, δεν είδα κανέναν από τους συναδέλφους μου στην είσοδό μας. Είχαν φύγει. Αυτό έκανα κι εγώ όμως. Μπήκα στο αυτοκίνητό μου και πήγα προς αναζήτηση των γονιών μου όπως το είχα προγραμματίσει, τους οποίους βρήκα να είναι μέσα σε ένα αντίσκηνο, μαζί με άλλους οκτώ γείτονές τους.

 Τους τοποθέτησαν σε έναν αντίσκηνο, το οποίο ήταν από τον στρατό στημένο στην γειτονική τους αλάνα και μαζί με το δικό τους, ήταν κι άλλα εκατό τουλάχιστον εκεί στημένα.

  Όπως μου το διαβεβαίωναν αυτό όμως, τίποτε δεν τους έλειπε εκεί, αφού κάθε τόσο περνούσαν από τον καταβολισμό τους οι άνθρωποι του Δήμου και μοίραζαν νερό και τρόφιμα σ’ αυτούς που έμεναν ακόμη στα αντίσκηνά τους, έως ότου εξετάσουν οι μηχανικοί και τις δικές τους οικοδομές.

 Όταν πια έγινε ο έλεγχος και σ’ αυτές που ήταν στην γειτονιά των γωνιών μου, βεβαίως κι επέστρεψαν αυτοί στο σπίτι τους, αλλά μετά από τρεις μέρες, δεδομένου ότι τότε ελέγχθηκε η δική τους οικοδομή, η οποία  βέβαια κρίθηκε κατάλληλη προς κατοίκιση.

 Αφού δεν μπορούσα να κάνω τίποτε όμως εκείνη την ημέρα για τους γονείς μου, γύριζα στο σπίτι με το αυτοκίνητο του πεθερού μου όπως σας είπα, για να δω τι θα κάνω με την γυναίκα μου και το παιδί μου.

 Όταν λοιπόν έφτασα με αυτό κοντά στον Λευκό πύργο, ένιωσα να ζορίζεται πολύ αισθητά η μηχανή του, αν και ήταν μεγάλο σε κυβικά όπως και σε όγκο το αυτοκίνητο που οδηγούσα.

 Λίγο πιο κάτω πατούσα το γκάζι του, αλλά αυτό δεν υπάκουε. Κατέβασα όλες τις μικρές ταχύτητές του, αλλά και σ’ αυτές ζοριζόταν. Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, έσβησε εντελώς η μηχανή του.

 Του έβαλα την νεκρά στην συνέχεια μέχρι να σκεφτώ τι να κάνω για το πρόβλημα που με προέκυψε κι όπως ήταν αναμενόμενο πια αυτό, όντως τσουλούσε το αυτοκίνητό μου και μάλιστα αρκετά καλά με την βοήθεια του βάρους του, αλλά και της φόρας που διέθετε.

 Λίγο παρά κάτω όμως έσβησε εντελώς πια η μηχανή του και πριν ακόμη σταματήσει αυτό να τσουλάει, το υποχρέωσα να ανέβει πάνω στο δεξιό πεζοδρόμιο, ώστε να μην εμποδίζω κανενός άλλου αυτοκινήτου την κυκλοφορία.

 Το θερμόμετρό του βέβαια δεν δούλευε, γι’ αυτό και ποτέ δεν έδειχνε την θερμοκρασία της μηχανής του. Το έφτιαξε μου είπε το πρωί ο πεθερός μου, αλλά αυτό επέμενε να μη δείχνει την θερμοκρασία της μηχανής.

 Κατέβηκα λοιπόν από το αυτοκίνητο κι όπως ήμουν υποχρεωμένος πια, άνοιξα με προσοχή το καπάκι του ψυγείου του, από το οποίο και είδα να βγαίνουν ατμοί και μάλιστα με πολλή πίεση, ένδειξη ότι εκεί μέσα δεν υπήρχε σταγόνα από νερό.

 Άφησα το ψυγείο να ξεβράζει τους ατμούς του μόνο του κι εγώ πήγα μέχρι το απέναντι ψητοπωλείο στην συνέχεια, από όπου και ζήτησα να μου δώσουν ένα κουβά νερό, προκειμένου να το ξεδιψάσω όπως υπολόγιζα.

  Μου έδωσαν οι άνθρωποι το νερό που τους ζήτησα κι όταν βρέθηκα στο αυτοκίνητο, το έριξα όλο και με θάρρος μάλιστα στο ψυγείο του. Έριχνα το νερό όμως και όπως το έβλεπα αυτό με απορία, εκείνο το ψυγείο δεν έλεγε να γεμίσει.

 Του έριξα δέκα λίτρα νερό δηλαδή, αλλά όλως περιέργως αυτό δεν γέμισε. Όσο κι αν απορούσα με την περίπτωσή του, πήγα πάλι στο ψητοπωλείο και του έφερα ακόμη ένα κουβά νερό, όπως έφερα κι άλλους δύο μετά από λίγο, αλλά και πάλι τίποτε.

  Σαράντα λίτρα νερό ήταν αυτά που έριξα σ’ εκείνο το ψυγείο και τον τελευταίο κουβά τον έριξα παρουσία όλων εκείνων των ανθρώπων που ήταν μέσα στο ψητοπωλείο εκείνη την στιγμή και ήρθαν πίσω μου να δουν, τι αυτοκίνητο ήταν αυτό, που ο οδηγός του έριξε στο ψυγείο του τρεις κουβάδες νερό και του πήγαινε τέταρτο, μη μπορώντας να το ξεδιψάσει.

  Όχι μόνος μου δηλαδή, αλλά όλοι μαζί πια κοιτούσαμε απορώντας, το πώς εξαφανιζόταν κι ο τέταρτος κουβάς νερού που έριχνα σ’ εκείνο το ψυγείο, την στιγμή μάλιστα που από όλους ήταν κατανοητό, ότι κι ένας κουβάς μόνον, θα του ήταν υπέρ αρκετός.

 Μη μπορώντας να χωνέψουν και αυτοί τα όσα έβλεπαν, έστειλαν έναν δικό τους να μου φέρει από το ψητοπωλείο ένα πέμπτο κουβά νερό, για να δούμε ξανά το πώς εξαφανιζόταν τόσο πολύ νερό.

 Όταν λοιπόν μου έδωσαν στα χέρια και το νερό του πέμπτου κουβά, το έριχνα εγώ στο ψυγείο του, ενώ αυτοί έκαναν βόλτα γύρω από το αυτοκίνητό μου, αναζητώντας από περιέργεια οπουδήποτε αλλού την έξοδο του.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που βρέθηκαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, από όπου και τους άκουσα να φωνάξουν όλοι μαζί.

  – Σταμάτα. Σταμάτα. Μη ρίχνεις άλλο νερό. Έλα να δεις κι εσύ, ότι το νερό που ρίχνεις στο ψυγείο, αυτό βγαίνει έξω από την εξάτμιση του αυτοκινήτου σου και ποτίζει το πλατάνι που βρίσκεται πίσω του.

 Πράγματι λοιπόν και πήγα τρέχοντας εκεί πίσω, όπου κι όντως έβλεπα το νερό να βγαίνει από την εξάτμιση και να γεμίζει τον λάκκο που ήταν φυτεμένο το πλατάνι.

 Αφού καταλάβαμε πια τι γινόταν εκεί, εξηγούσα μετά από λίγο και στον πεθερό μου από το τηλέφωνο του ψητοπωλείου, το πιά ακριβώς ήταν η ιδιοτροπία που είχε το ψυγείο του αυτοκίνητο του.

 Ακούγοντας εκείνος την αναφορά μου, απαντούσε με την σιγουριά του μάστορα, αφού όντως ήταν μάστορας.

 – Δεν υπάρχει ρε συ τέτοιο κύκλωμα στο αυτοκίνητο. Πως σου ήρθε τώρα και λες τέτοιες αρλούμπες; Μεθυσμένος είσαι;

 – Όχι. Δεν είμαι μεθυσμένος. Και μάλιστα, ούτε καφέ δεν έχω πιεί από το πρωί.

  Έρχομαι μου είπε και μετά από δέκα λεπτά πράγματι ήταν εκεί. Όταν όμως είδε κι αυτός να μπαίνει το νερό στο ψυγείο και να βγαίνει από την εξάτμιση του αυτοκινήτου του, έλεγε με θαυμασμό.

– Κάναμε ένα κύκλωμα στο αυτοκίνητο, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Όσο κι αν επιμένει κανείς να το υπόσχεται, δεν υπάρχει τρόπος να γίνει αυτό που βλέπω. Σε καμιά περίπτωση δεν περνάει νερό από το ψυγείο στην εξάτμιση και μάλιστα τόσο πολύ.

 Θα το πάω όμως στο συνεργείο, γιατί απ’ ότι φαντάζομαι, τώρα βρέθηκε η βλάβη που τόσο καιρό ψάχναμε σε κρύα μηχανή και δεν την βρίσκαμε και κακώς νομίζαμε ότι την τακτοποιήσαμε.

 Από ότι καθαρά πια φαίνεται τώρα δηλαδή, μάλλον έχει ρωγμή ο κορμός της μηχανής σε κάποιο σημείο που είναι κοντά στην πολλαπλή της. Όταν ζεσταίνεται πολύ η μηχανή, διαστέλλεται πολύ κι αυτή η σχισμή, γ’ αυτό και χάνουμε τα νερά του ψυγείου που εξαφανίζονται μέσα στην εξάτμιση και κακώς εμείς τόσο καιρό ψάχναμε να τα βρούμε στο Κάρτερ αν και ποτέ δεν τα βρήκαμε.

  Τώρα κιόλας θα πάω το αυτοκίνητο και με την μπαταρία του μάλιστα στο συνεργείο, αφού απέναντι είναι αυτό και πίσω από την οικοδομή που βλέπεις. Από ότι βλέπω όμως, από σύμπτωση το έφερες μέχρι εδώ.

Εγώ θα πάω απέναντι λοιπόν κι εσύ πάρε το φορτηγάκι που έφερα και πριν πας στο σπίτι, πέρασε πρώτα από την οικοδομή μας. Θέλω να δεις εκεί, μήπως κι έπαθε καμιά ζημιά αυτή από τον σεισμό.

 Βρίσκεται στα μπετά βέβαια αυτή και λογικά δεν πρέπει να έχει μεγάλο κίνδυνο, αλλά καλού κακού, ρίξε μια ματιά εσύ, γιατί εγώ έχω να ασχοληθώ σήμερα με την ρωγμή της μηχανής του αυτοκινήτου μου.

  Έφυγα λοιπόν εγώ με το φορτηγάκι του για την οικοδομή κι αυτός όπως είπε, πήγε με το αυτοκίνητο του στο συνεργείο. Εκεί βέβαια, περίτρανα διαπιστώθηκε όπως μου έλεγε αργότερα, ότι όντως και υπήρχε ρωγμή στο σημείο που ενώνεται ο κορμός της μηχανής με την πολλαπλή της και ότι όντως αυτή ήταν η αιτία που περνούσαν τα νερά του ψυγείου στην εξάτμιση του αυτοκινήτου του κι έτσι, λύσαμε κι αυτό το πρόβλημα.

 Εφόσον μου το ζήτησε όμως ο πεθερός μου, πράγματι και πέρασα από την οικοδομή κι όπως έπρεπε να κάνω, ανέβηκα τους τρεις ορόφους της αναζητώντας βλάβες, αλλά καμιά δεν είδα.

 Έψαξα παντού και σε όλους τους χώρους της, αλλά δεν παρατήρησα να υπάρχει τίποτε το ανησυχητικό στον σκελετό της οικοδομής κι όλα έδειχναν να είναι σταθερά στην θέση τους.

 Βρήκα και τον μπετατζή όμως εκεί, ο οποίος ήρθε να δει κι αυτός από καθαρά επαγγελματικό ενδιαφέρον, μήπως κι έγινε κάποια ζημιά στα μπετά της, γι’ αυτό και μου έλεγε.

 – Θα είχαμε πολύ μεγάλη ζημιά, αν μας έβρισκε ο σεισμός στην φάση της τοιχοποιίας. Ευτυχώς για όλους μας όμως, είχαν στεγνώσει από καιρό πριν και τα μπετά, γι’ αυτό και τώρα δεν εμπνέουν αυτά καμιά ανησυχία.

 Κάναμε καλή δουλειά εδώ όπως βλέπεις, αλλά ήμασταν και πολύ τυχεροί. Σκέψου να μας έβρισκε ο σεισμός, όταν τα μπετά ήταν ακόμη φρέσκα. Τότε, σίγουρα θα παθαίναμε μεγάλη ζημιά, γιατί θα έπρεπε να τα κάναμε από την αρχή.

 Όλα καλά λοιπόν. Πες τον πεθερό σου να μην ανησυχεί για τίποτε κι ότι η οικοδομή τους πράγματι είναι ασφαλής.

 Αυτά είπαμε εκεί με τον εργολάβο μπετατζή και χωρίσαμε, για να πάει αυτός στο σπίτι του κι εγώ στο σπίτι του πεθερού μου, προκειμένου να δούμε εκεί το τι θα γίνει με το θέμα του σεισμού, αλλά και με την καθημερινότητα μας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *