Στο ίδιο χρονικό διάστημα όμως, έβλεπα και τον νεαρό βιομήχανο να κάνει απερισκεψίες, ο οποίος βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να δει τα δικά του λάθη, αν και συνεχώς μάλωνε τους συνεργάτες του, για τα λάθη που αυτοί του έκαναν κι έτσι συμπεριφερόμενοι όλοι μαζί, κανένα καλό αποτέλεσμα δεν μπορούσε να τους προκύψει.
Λάθη επί λαθών λοιπόν εφαρμοζόμενα και στην δική τους βιομηχανία, έφεραν αναταραχή στις μεταξύ τους σχέσεις, με συνέπια να επηρεαστεί αρνητικά, τόσο η παραγωγή των προϊόντων τους, όσο και η προσφορά εργασίας τους, εξαιτίας των οποίων και δεν μπορούσαν πλέον να έχουν τις πωλήσεις που τους χρειαζόταν, αν και τα προϊόντα τους ήταν όντως πρωτοπόρα, αξιόπιστα, με πείρα και με πολύ καλό και παλιό όνομα στην αγορά μας.
Με τον ήλιο τα βάζω και με τον ήλιο τα βγάζω. Λέει μια λαϊκή παροιμία. Τι έχουν τα έρμα και ψοφούν; Για την συμπεριφορά κάποιου βοσκού βέβαια γράφτηκε αυτή και για το κακό αποτέλεσμα που του προέκυπτε, αλλά και για την αγωνία που είχε αυτός να δει λάθη μακρύτερα από τον εαυτό του, αφού εκεί επέμενε να τα τοποθετεί.
Κάτι παρόμοιο λοιπόν συνέβαινε και στον νεαρό βιομήχανο, ό οποίος καθημερινά ρωτούσε τους πωλητές του να του πουν, γιατί δεν είχαν πια τις πολυπόθητες πωλήσεις. Ρωτούσε κι αυτός λοιπόν τον εαυτό του και μόνος του απαντούσε όπως ήθελε, όπως ακριβώς έκανε κι βοσκός δηλαδή και καθόλου δεν έψαχνε να βρει όπως όφειλε, τον λόγο για τον οποίο ψοφούσαν τα πρόβατα του.
Αυτό βέβαια δεν ήθελε και πολύ ψάξιμο, αφού από μόνο του απαντάει στο ερώτημα. Αν βγάζει κανείς τα πρόβατά του να βόσκουν με τον ήλιο για να ζήσουν και τα επιστρέφει πίσω πάλι με τον ήλιο, λογικό είναι ότι και δεν θα προλαβαίνουν αυτά να χορτάσουν. Παραμένοντας όμως συνεχώς νηστικά, σίγουρο ήταν ότι και θα του ψοφούσαν.
Κι ο βοσκός, επιχείρηση έχει. Αν δεν προσέξει τα ζωντανά του, θα την χάσει. Και δέκα χιλιάδες πρόβατα να βρει κανείς από τον πατέρα του, θα τα ψοφήσει όλα, αν δεν ξέρει τι να κάνει προκειμένου να τα προστατέψει. Και αλίμονο σ’ αυτόν που βλέπει τα πρόβατα του να ψοφούν κι από εγωισμό, δεν ρωτάει τον διπλανό του να του πει, τι κάνει αυτός και διατηρεί τα δικά του ζωντανά.
Έβλεπα βέβαια εγώ τα λάθη του νεαρού βιομήχανου και με τρόπο που να μη θίγεται ο εγωισμός του, αλήθεια είναι ότι προσπαθούσα να τον βοηθήσω, αφού πολλές φορές του έκανα προσεκτικούς υπαινιγμούς, γύρο από το που έπρεπε να εστιάζει, αλλά και πάντα χωρίς αποτέλεσμα. Όπως σας το ανάφερα στα προηγούμενα, μ’ εμπιστευόταν αυτός και σαν δικό του άνθρωπο μάλιστα, αλλά και μονίμως άκουγε μόνον την δική του γνώμη, αφού έτσι αισθανόταν ότι πατούσε στα δικά του πόδια.
Και τα πόδια του γείτονα, δικά μας είναι επί της ουσίας, αν βέβαια έχουμε καλό γείτονα, αλλά και δεν είναι εποικοδομητικό να πιστεύουμε εκ προοιμίου, ότι όλοι οι γείτονες μας είναι κακοί. Λόγω χαρακτήρα θα έλεγα, δεν μπορούσε αυτός να φτάσει σ’ αυτό το σκεπτικό και να ακούσει ή να ρωτήσει τον γείτονα του για όσα τον απασχολούσαν, εμένα δηλαδή, γι’ αυτό κι έκανε πάντα αυτό που ήξερε, έτσι όπως αυτός το αντιλαμβανόταν κι επειδή δεν είχε καλό αποτέλεσμα η συνταγή του, έριχνε αναγκαστικά την αποτυχία του στην πλάτη των συνεργατών του κι αυτός ήταν ο λόγος που τους μάλωνε συνεχώς και για ώρες μάλιστα.
Είχε δίκαιο μεν για όσα τους μάλωνε, αλλά και δεν είχε, δεδομένου ότι κι αυτός ήταν εν μέρει υπαίτιος του προβλήματος που τους παρουσιάστηκε κι ο λόγος ήταν ότι αυτός προσωπικά, ερχόταν αργά το πρωί στο γραφείο του και ποτέ νωρίτερα από τις δέκα. Δικαιολογημένα κατά κάποιον τρόπο υποχρεωνόταν να κρατάει αυτό το τυπικό, αφού έμενε στο εργοστάσιο του από τις δέκα, μέχρι και τα χαράματα της επομένης. Ναι. Αλλά να που αυτό γινόταν αιτία κι αφορμή όμως, ώστε να του προκύπτει το πρόβλημα που σας ανάφερα και δέστε γιατί.
Όταν ερχόταν αυτός κατά τις δέκα το πρωί στο εργοστάσιό του, έμπαινε γρήγορα στο γραφείο του κι αφού έριχνε εκεί μια πρόχειρη ματιά στις προσωπικές του υποχρεώσεις, μετά από λίγο καλούσε μέσα τους πωλητές του, όπου κι εντόνως έλεγχε και διεξοδικά μάλιστα τις δικές τους. Ελέγχοντας τους όμως, τους μάλωνε επί της ουσίας και τους μάλωνε αγρίως επί δύο ώρες συνεχώς, αλλά και με τον δικό του αυταρχικό τρόπο.
Ο λόγος που τον υποχρέωνε να κάνει κάτι τέτοιο, είναι αλήθεια ότι του φαινόταν δικαιολογημένος θα λέγαμε, αφού εξ αιτίας τους όπως πίστευε, έμεναν τα προϊόντα τους συσσωρευμένα και απούλητα στις αποθήκες τους. Κι αφού πράγματι πίστευε, ότι μόνον οι πωλητές του ευθυνόταν για το κακό αποτέλεσμα που τους προέκειπτε, με το δίκαιό του μετά τους μάλωνε, αλλά κι επανειλημμένα απαιτούσε να απαντήσουν αυτοί, στο ίδιο και μόνιμα διατυπωμένο αγωνιώδες ερώτημα που τους έθετε.
– Γιατί ρε αδιαφορείτε και δεν τρέχετε στην αγορά να πουλήσετε τα προϊόντα μας, αφού και καλά είναι και αξιόπιστα είναι;
Αυτό ήταν το μοναδικό ερώτημα άλλωστε κι αφού οι πωλητές του δεν του το απαντούσαν και μάλιστα σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, θύμωνε μαζί τους, οπότε και τους έβριζε πατόκορφα στην συνέχεια και μετά από ένα τέτοιο βρίσιμο, τους έδιωχνε κακοίν κακώς από το γραφείο του. Όταν πια έβγαιναν αυτοί έξω χαντακωμένοι από τις φωνές κι από τις βρισιές του, ήταν όντως ράκη ψυχολογικά, αλλά και καμιά διάθεση δεν είχαν για δουλειά.
Ήταν όμως δώδεκα η ώρα και μέχρι να συνέλθουν κάπως από της κατσάδες που έτρωγαν, αλλά και να κάνουν ένα μικρό έστω πρόγραμμα επισκέψεων σε πελάτες, γινόταν μία το μεσημέρι. Για να φτάσουν δε στον πρώτο πελάτη του προγράμματός τους, περνούσε μισή ώρα. Αν τον έβρισκαν αυτόν στην θέση του ήταν τυχεροί, έστω κι αν δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.
Μέχρι να κάνουν όμως έστω και μια υποτυπώδη κουβέντα μαζί του, εκ των πραγμάτων έχαναν τα υπόλοιπα ραντεβού τους, αφού έφευγαν πια οι υπόλοιποι πελάτες από τα γραφεία τους για τις δικές τους δουλειές. Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, δεν ήταν δυνατόν να φέρουν αυτοί κανένα θετικό αποτέλεσμα ως πωλητές, οπότε επέστρεφαν άπρακτοι στο εργοστάσιο, όσο κι αν ήξεραν ότι θα άκουγαν και πάλι τα εξ αμάξης από τον εργοδότη τους.
Τα ήξερα από πρώτο χέρι όλα αυτά χωρείς να το επιδιώκω, αφού πολλές φορές βρέθηκα στις εγκαταστάσεις του νεαρού βιομήχανου την ώρα και την στιγμή που αυτός βρισκόταν σε διένεξη με τους πωλητές του. Αλλά και πολλές ήταν οι φορές που κουβέντιασα κρυφά από τον νεαρό βιομήχανο το όλο θέμα μαζί τους, γι’ αυτό και ήξερα καλλίτερα κι από αυτόν ακόμη τα αίτια που προκαλούσαν τις μεταξύ τους προστριβές, όσο κι αν αυτός απέφευγε να μου τα φανερώσει.
Αυτά βέβαια, οι πωλητές του μου τα φανέρωσαν, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν σ’ εμένα τουλάχιστον τις ενέργειες τους κι αφού τα γνώριζα, πράγματι κα ήθελα να τον βοηθήσω, αφού αυτήν την εντολή μου έδωσε ο πατέρας του όταν του παρέδωσε το εργοστάσιό του. Για τους δικούς του λόγους όμως αυτός, δεν μου το επέτρεπε, όσο κι αν του το ζητούσα. Και δεν σας κρύβω, ότι του το ζητούσα συχνά και προπαντός, όταν αρκετά μεσημέρια γευματίζαμε μαζί στο εργοστάσιό του.
Εξετάζοντας εκεί και μαζί του τα θέματα που αφορούσαν την δική μου συμμετοχή ως μεταφορέας στις δικές του υποχρεώσεις, δεν δίσταζα να του κάνω και τότε νύξη για τα προβλήματα που έβλεπα να υπάρχουν στο πολυάριθμο τμήμα πωλήσεων του. Και δεν περιοριζόμουν μόνον σ’ αυτό, αφού και λύσεις του πρότεινα για το θέμα που του προέκυψε, αλλά με κανένα τρόπο δεν δεχόταν την δική μου συμμετοχή, έστω κι αν γνώριζε ότι αφιλοκερδώς θα του την διέθετα.
Ούτε και μια αντ’ αυτού κουβέντα τουλάχιστον μου επέτρεπε να κάνω με τους πωλητές του, μήπως κι έτσι μπορούσα να του φανερώσω και τα μυστικά που ήξερα, όπως και τους λόγους που αυτοί δεν έκαναν καλά την δουλειά τους, αλλά και πάλι επέμενε αυτός να μου το αρνείται. Τους πωλητές του όμως τους έβλεπα, όπως και τους άκουγα να μου διηγούνται τα προβλήματά τους, όταν συνέχιζε αυτός να τους πληρώνει με επιταγές, οι οποίες έληγαν πότε σε τρεις, πότε σε τέσσερις και πότε σε έξι μήνες.
Μ’ αυτήν την δικαιολογία ως αφορμή, αλλά και με την υποχρέωση που είχαν να φέρνουν εισόδημα στα σπίτια τους, αναγκαζόταν όπως μου έλεγαν, να κάνουν άλλες δουλειές την ώρα που έπρεπε να δουλεύουν για τον εργοδότη τους. Στον χρόνο δηλαδή που έπρεπε να τρέχουν οι πωλητές του για το εργοστάσιό του, αυτοί δούλευαν αλλού και με την δικαιολογία ότι δεν μπορούσαν να βρουν πελάτες την ώρα που ο νεαρός βιομήχανος τους έδιωχνε από το γραφείο του, δεν είχαν να του παρουσιάσουν κανένα αποτέλεσμα.
Αυτά βέβαια τα ήξερα όπως σας είπα, αφού μου τα εκμυστηρεύτηκαν οι ίδιοι ως δικαιολογία. Αλλά και καθόλου δεν τους την χάριζα. Τους μάλωνα κι εγώ για την συμπεριφορά τους, δεδομένου ότι δεν ήταν καθόλου σωστό για επαγγελματίες πωλητές, να εξαπατούν τον εργοδότη τους.
– Πώς μπορείτε μωρέ να ακούτε τόσα λόγια εις βάρος σας κι εσείς να το παίζετε αδιάφοροι; Δεν θα έπρεπε να τρέχετε με την θέλησης αναζητώντας παντού πελάτες, προκειμένου να αποδείξετε ότι δικαίως πληρώνεστε; Αν εσείς δεν του φέρνετε δουλειές, πού θα βρει αυτός μωρέ χρήματα να σας πληρώσει;
Αυτά κι άλλα πολλά τους έλεγα ερήμην του εργοδότη τους, αλλά χωρείς κανένα αποτέλεσμα, αφού όπως έβλεπα, τους βόλευε και μάλιστα πάρα πολύ αυτή η κατάσταση. Από όσα υπολόγιζα λοιπόν, αυτός ήταν κι ο λόγος που δεν μου επέτρεπε ο νεαρός βιομήχανος να μιλήσω φανερά με τους πωλητές του, μη τυχών και μάθαινα, τον τρόπο που τους πλήρωνε.
Ήξερα μεν τον μυστικό του, αλλά και ποτέ μου δεν του το φανέρωσα αφού αυτός ήθελε να το κρατάει κρυφά από εμένα. Μπροστά στο αδιέξοδο που βρέθηκε όμως, δέχτηκε τελικά να με εμπλέξει στα προβλήματα των πωλήσεων του, γι’ αυτό και μου ανέθεσε έναντι αμοιβής βέβαια όπως μου το ζήτησε, να του ετοιμάσω μερικές προτάσεις επί του θέματος, τις οποίες αφού θα εξέταζε πρώτα, μετά θα αποφάσιζε αν έπρεπε ή όχι να τις εφαρμόσει.
Του ετοίμασα λοιπόν μερικές από αυτές που θεώρησα ότι θα του ήταν τελείως απαραίτητες κι αφού τις μελέτησε και του άρεσαν όπως μου είπε, αποφάσισε ότι μάλλον μπορούσε να τις εφαρμόσει, οπότε μου έδωσε τελικά την εντολή να τις υλοποιήσω και μάλιστα κατά το πως εγώ ήξερα ότι έπρεπε. Κι αφού ήξερα ότι οι πωλητές του δεν μπορούσαν να βρουν πουθενά πελάτες που να ενδιαφέρονται για τα προϊόντα του όπως του έλεγαν, ξεκίνησα από αυτό το πρόβλημα.
Γνωρίζοντας καλά τα προϊόντα της παραγωγής του, όπως και τον επαγγελματικό χώρο, εντός του οποίου μπορούσαν αυτά να διατεθούν, έπιασα και χαρτογράφησα μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, όσους από τους πιθανούς πελάτες εντόπισα να υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή της πόλης μας. Του ετοίμασα δηλαδή μια τετρασέλιδη λίστα πιθανών πελατών, με οδούς αριθμούς και τηλέφωνα που βρήκα να αναγράφονται στις ταμπέλες τους, ώστε εύκολα να τους βρουν μπροστά τους οι πωλητές του, αλλά και να μην μπορούν να του δικαιολογούνται πλέον, ότι πουθενά δεν υπήρχαν τέτοιοι.
Έμεινε πολύ ικανοποιημένος αυτός, βλέποντας μπροστά του εκείνο το τόσο εμπεριστατωμένο πελατολόγιο που του παρέδωσα κι αφού θεώρησε κι αυτός ότι όντως ήταν απαραίτητο εργαλείο για τους πωλητές του, την επομένη κιόλας τους κάλεσε στο γραφείο του, όπου και τους παρέδωσε έτοιμο τον χώρο που έπρεπε να δραστηριοποιηθούν, αλλά και να του φέρουν γραπτώς κι επώνυμα μάλιστα τις απαντήσεις τους.
Τρελάθηκαν αυτοί όταν έπιασαν την λίστα στα χέρια τους, απορώντας συγχρόνως και για το που και ποιος βρήκε να του παρουσιάσει τόσους πολλούς πελάτες, τους οποίους βέβαια, έπρεπε πλέον να επισκεφτούν προκειμένου να εξετάσουν, αν ενδιαφερόταν ή όχι για τα προϊόντα τους.
Αφού λοιπόν πήραν όλοι αυτοί από μια επί μέρους λίστα ο καθένας στα χέρια του, βγήκαν χωρείς φωνές και μάλιστα γρήγορα από το γραφείο του, αλλά και πολύ θυμωμένοι ήταν όπως άκουγα, με αυτόν που του έδωσε εκείνη την έτοιμη κατάσταση, τον οποίον μάλιστα έβριζαν μπροστά μου, χωρίς βέβαια να περνά από το μυαλό τους, ότι θα μπορούσε να ήμουν εγώ.
Μετά από την έτυμη λίστα πελατών που του παρέδωσα, του ζήτησα στην συνέχεια να μου επιτρέψει, ώστε εγώ να επισκεφτώ αντ’ αυτού, όλους τους πρώην πελάτες του, αυτούς δηλαδή που του έφυγαν πλέον και καμιά δουλειά δεν ήθελαν να του δώσουν. Κι αφού μου το επέτρεψε, έκανα τις επισκέψεις που προγραμμάτισα και τις έκανα τα απογεύματα και στον ελεύθερο χρόνο μου, αφού τότε αυτοί βρισκόταν στα επαγγελματικά τους γραφεία.
Και η αλήθεια είναι, ότι πολλά έμαθα από τούς πρώην πελάτες του για την αιτία της δικής τους συμπεριφοράς, οι οποίοι βέβαια, καθόλου δεν δίστασαν να μου πουν, ότι ήταν αρκετά δυσαρεστημένοι από τον νεαρό βιομήχανο κι ότι ο κύριος λόγος που τους ανάγκασε να απομακρυνθούν από πελάτες του, ήταν το απρόσιτο του χαρακτήρα του, αλλά και το πολύ υπεροπτικό του φρόνιμα. Απερίφραστα λοιπόν μου δήλωναν, ότι εξαιτίας της δικής του υπεροψίας έπαψαν αυτοί να ενδιαφέρονται πλέον για τα προϊόντα του κι ότι καθόλου δεν τους ενδιέφερε, αν έμενε αδιάθετη η παραγωγή του και στοιβαγμένη στον υπαίθριο αποθηκευτικό του χώρο.
Μετέφερα βέβαια της απόψεις των πρώην πελατών του στον νεαρό βιομήχανο κι όπως έκρινα κι αυτό απαραίτητο, του ζήτησα να κάνει κάτι ώστε να προκαλέσει μέσω αυτού την αποκατάσταση της σχέσης του με τους πρώην πελάτες του κι αυτό που του πρότεινα, ήταν να οργανώσει μια γιορτή στις εγκαταστάσεις του για τον συγκεκριμένο σκοπό, αφού ο δικός του τρόπος ήταν η αιτία του κακού που του προέκυπτε.
Μέσω της γιορτής λοιπόν, όχι μόνον την σχέση του θα αποκαθιστούσε γρήγορα με όλους εκείνους τους δυσαρεστημένους, αλλά και τα νέα του προϊόντα θα εύρισκε αφορμή να τους προβάλει, τα οποία βεβαίως και ήταν πρωτοπόρα κι άξιζαν της προσοχής όλων. Δέχτηκε το αίτημα τελικά κι αφού οργάνωσε με το προσωπικό του την γιορτή, κάλεσε στην συνέχεια όλους αυτούς που ήταν κάποτε πελάτες του και χάθηκαν, όπως κι αυτούς θα ήθελε αυτός να γίνουν και κανείς από τους πωλητές του δεν τους ενόχλησε.
Τίμησαν με την παρουσία τους οι καλεσμένοι τον νεαρό βιομήχανο κι όπως αποδείχτηκε αυτό εκ των υστέρων, βεβαίως κι επανάκτησε την παλιά καλή σχέση που είχε ο πατέρας του με όλους αυτούς τους παλιούς και ξεχασμένους πελάτες και μέσα από αυτήν την μικρή εκδήλωση έκανε και απρόβλεπτες πωλήσεις, τις οποίες τόσο πολύ είχε ανάγκη και δεν ήξερε πως να το καταφέρει.
Πέτυχε εν ολίγοις τον στόχο του, αφού όντως ανταποκρίθηκαν οι πρώην πελάτες του και δεν ήρθαν στο κάλεσμα του μόνον αυτοί που βρισκόταν μέσα και γύρο από την πόλη μας, αλλά και αυτοί που είχαν την έδρα τους ακόμη και στην Πελοπόννησο, δεδομένου ότι είχαν πανελλαδική αποδοχή τα προϊόντα του. Ευχαριστήθηκαν λοιπόν όλοι είναι αλήθεια για την τιμή που τους έκανε να τους θυμηθεί, ευχαριστήθηκε κι αυτός αφού μπόρεσε όχι μόνον τις σχέσεις του να αποκαταστήσει, αλλά και τα προϊόντα του να τους παρουσιάσει.
Μαζί με αυτά όμως, βρήκε και το θάρρος να παραδεχτεί, ότι όντως ξέχασε τους πελάτες του στην διάθεση των πωλητών του κι ότι αυτός ο ασήμαντος λόγος, ήταν η αιτία που απομακρύνθηκαν αυτοί τόσο πολύ από κοντά του και δεν ήθελαν πλέον να του δώσουν καμιά δουλειά, οι οποίοι βέβαια δεν ήταν καθόλου λίγοι, αν σκεφτείτε ότι τριακόσιους είκοσι από αυτούς κάλεσε και περισσότεροι ήρθαν μαζί με τους καλεσμένους.
Αφού λοιπόν δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις κι αφού όπως το ήλπιζα αποκαταστάθηκαν οι μεταξύ τους σχέσεις, άρχισε επιτέλους αυτός να κάνει τις απαραίτητες για μια επιχείρηση πωλήσεις. Μαζί με αυτές βέβαια, άρχισαν να αδειάζουν πλέον οι αποθήκες του από τα απούλητα προϊόντα κι αφού όλα πήραν τον δρόμο τους, άρχισε και πάλι να ανακτά το μερίδιο της αγοράς που έχασε.
Εμένα δε, αφού επέμενε να το κάνει, μου έδωσε ως αμοιβή όσα αυτός ήθελε να μου δώσει κι αυτά ήταν εξήντα χιλιάρικα σε δραχμές τότε, μόνον που κι εγώ όπως και οι πωλητές του, τα έλαβα σταδιακά κι εντός του επόμενου εξαμήνου. Παρ’ όλα αυτά όμως, συνέχιζα να βρίσκομαι κοντά του, χωρείς να υπολογίζω σε κάποια αμοιβή, αφού όπως σας είπα, είχα υποσχεθεί στον πατέρα του να τον συμπαραστέκομαι.
Ευχαριστήθηκε μεν αυτός με όσα του έγιναν, αλλά και δεν θέλησε να δώσει συνέχεια στον ρόλο που εγώ θα ήθελα να παίζω στην επιχείρηση του. Κι επειδή δεν ήταν ακόμη έτοιμη η Ελληνική αγορά, να δεχθεί τον παράγοντα των δημοσίων σχέσεων στους κόλπους των επιχειρήσεων τους, δεν μπόρεσα να εφαρμόσω πουθενά αυτό που επιδίωκα για μένα, γι’ αυτό και σταμάτησα στο εξής να βλέπω επαγγελματικά την συμμετοχή μου στα πράγματα των επιχειρήσεων που θα ήθελε να ενταχθώ, αν και ποτέ μου δεν στέρησα την συμμετοχή μου σε καμιά από τις επιχειρήσεις που έβλεπα να τους βασανίζουν παρόμοια προβλήματα πωλήσεων, έστω κι αν ποτέ μου δεν την πληρώθηκα.
Λίγο πριν λήξει εκείνος ο χρόνος όμως, σκέφτηκε να αντικαταστήσει τον διευθυντή πωλήσεων που είχε στο εργοστάσιο του ο νεαρός βιομήχανος και με αυτήν την ευκαιρία, μου έκανε την ανάλογη πρόταση, σκοπεύοντας να με εντάξει κι εμένα στην δύναμη του προσωπικού του. Για την συγκεκριμένη θέση, μου προσέφερε εκατόν είκοσι χιλιάρικα τον μήνα για μισθό μου, τα διπλάσια δηλαδή από όσα έπαιρνα εγώ τότε στην εταιρεία που δούλευα, αλλά δεν το δέχτηκα.
Ο λόγος που το έκανα, ήταν ότι δεν ήθελα να βρεθώ κι εγώ αντιμέτωπος με το δύστροπο του χαρακτήρα του, ως εργαζόμενος δίπλα του, όπως και με την δυσκολία που έβλεπα να αντιμετωπίζει αυτός την πληρωμή των συνεργατών του.
Μιχάλης Αλταλίκης