Το μικρό μου αυτοκινητάκι, αυτό δηλαδή των πεντακοσίων κυβικών που διέθετα και για έξη ολόκληρα χρόνια είχα για συνεργάτη μου, έμεινε μια μέρα από μηχανή, εξαιτίας των πολλών χιλιομέτρων που του έκανα όπως μου το βεβαίωσαν αυτό από την αντιπροσωπία που το πήρα. Κι αφού δεν μπορούσε πλέον να συμμετέχει αυτό στις από κοινού μας προσπάθειες, προκειμένου να βρούμε νέους δηλαδή, όπως και να στηρίξουμε τους ήδη υπάρχοντας πελάτες στην εταιρία που εργαζόμασταν, μετά λύπης μου βέβαια, αλλά άρχισα να ψάχνω για την αντικατάσταση του.
Ψάχνοντας παντού λοιπόν γι’ αυτόν τον σκοπό, κατέληξα τελικά στο συμπέρασμα, ότι μάλλον μπορούσα να συνεχίσω της επαγγελματικές μου δραστηριότητες, δεχόμενος ως νέο συνεργάτη μου ένα μικρό τζιπ που βρήκα να μου αρέσει κι όπως ήταν αναμενόμενο κι αυτό, αμέσως άρχισα να το διαπραγματεύομαι.
Τετρακόσια πενήντα χιλιάρικα κάνει μου είπε ο υπεύθυνος της εταιρείας που το διέθετε κι αφού μου άρεσε όπως σας είπα, αποφάσισα να προτείνω την αγορά του στον γενικό μας διευθυντή, δεδομένου ότι αυτός ήταν που θα ενέκρινε ή όχι την πρόταση μου. Ξεπερνούσε όμως την αξία των εκατόν πενήντα χιλιάδων δραχμών που μου έβαζε αυτός ως όριο αγοράς κι αυτό με υποχρέωσε, ώστε να σκεφτώ την κάλυψη της διαφοράς που μου προέκυπτε, με την δική μου χρηματική συμμετοχή, αφού ούτως ή άλλως, θα χρησιμοποιούσα το μικρό τζιπ και για τις δικές μου ανάγκες, αλλά και στο όνομα μου θα ήταν η άδειά του.
Κι αφού αυτά συμφωνήσαμε οι δυό μας, μου έδωσε τελικά την άδεια να το παραγγείλω. Το έκανα λοιπόν εγώ κι όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, περίμενα μετά και την άφιξή του. Όταν όμως ήρθε επιτέλους το τζιπ στην αντιπροσωπία τους και με κάλεσαν από τα γραφεία τους να το παραλάβω, άκουσα έκπληκτος τον διευθυντή τους να με ρωτά κάτι, για το οποίο ποτέ του δεν αναφέρθηκε, αλλά κι εγώ δεν ήξερα αν έπρεπε να το γνωρίζω.
– Με τι άδεια θα κυκλοφορήσετε αυτό το αυτοκίνητο κύριε;
– Τι είναι αυτό που με ρωτάτε τώρα; Με την άδεια που έχουν όλα τα αυτοκίνητα.
– Ναι. Αλλά αυτό το αυτοκίνητο είναι τζιπ. Κι αφού είναι τέτοιο, μόνον με επαγγελματική άδεια μπορείς να το κυκλοφορήσεις. Είσαι επαγγελματίας;
Πιάσαμε κουβέντα όπως καταλαβαίνετε μ’ εκείνον τον υπεύθυνο και προσπαθούσα να καταλάβω εκείνη την στιγμή, γιατί μου έκανε μια τέτοια ερώτηση προ τετελεσμένων γεγονότων και δεν μου την έκανε όταν είχαμε τον χρόνο, εντός του οποίου κάναμε ένα σορό άλλες κουβέντες και για πολλές μέρες μάλιστα. Όχι του απάντησα βέβαια, αλλά και τον κοιτούσα καλά, καλά να δω, τι άλλο κουφό θα με ρωτούσε ακόμη.
– Αφού δεν είσαι επαγγελματίας όμως, γιατί πήρες αυτό το αυτοκίνητο;
– Καλά ρε άνθρωπε; Αυτό που μου λες τώρα, γιατί δεν μου το είπες πριν ακόμη επιχειρήσω την αγορά του; Τι θα κάνω τώρα αφού δεν έχω τέτοιο δικαίωμα;
– Μην κάνεις έτσι. Νόμισα ότι το ήξερες.
– Πως να το ξέρω αυτό ρε κύριε; Εγώ κάθε μέρα δεν έχω τι άλλο να κάνω κι αγοράζω τέτοια αυτοκίνητα; Πάρε πίσω το αυτοκίνητο σου τώρα και δώσε μου πίσω τα χρήματα μου, ώστε να δω τι άλλο θα βρω να αγοράσω.
– Δεν μπορώ να σου επιστρέψω τα χρήματα σου, αφού αυτά τα έστειλα πριν από ένα μήνα στο εργοστάσιο που κατασκευάζει τα τζιπ.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, έγινε χαμός εκεί μετά από αυτήν την στιχομυθία. Έλεγα εγώ τα δικά μου, έλεγε αυτός τα δικά του κι αφού κουραστήκαμε να μαλώνουμε, θυμήθηκε τελικά αυτός να με ρωτήσει κάτι ακόμη, για το οποίο ιδέα δεν είχα, αλλά και ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό, οπότε, επεκτείναμε για τα καλά την κουβέντα μας.
– Μήπως έχεις στο χωριό σου κανένα χωράφι;
– Ναι. Έχω και μάλιστα καμιά τριανταριά στρέμματα, αλλά τι σχέση μπορεί να έχει αυτό;
– Αφού έχεις όπως λες χωράφια, τώρα κιόλας πήγαινε στον Δήμαρχο σας και ζήτησέ του να σου δώσει μια βεβαίωση, μέσα στην οποία να φαίνεται ότι όντως έχεις στην κατοχή σου έστω και δέκα στρέμματα. Αφού πάρεις αυτήν την βεβαίωση, να μου την φέρεις εδώ στην συνέχεια κι εγώ θα σου βγάλω άδεια για αγροτικό αυτοκίνητο κι έτσι θα κάνεις την δουλειά σου μια χαρά και καθόλου δεν χρειάζεται να στεναχωριέσαι.
– Μα θα με βάλεις τώρα να παρανομώ, γιατί εσύ δεν με ενημέρωσες από την αρχή όπως είχες υποχρέωση, για όσα έπρεπε να γνωρίζω;
– Μη στεναχωριέσαι βρε παιδί και καθόλου δεν θα παρανομήσεις. Όταν θα πας στον δήμαρχο σας, τότε θα δεις ότι δεν είναι το πράγμα έτσι όπως εσύ το φαντάζεσαι κι όπως βλέπω το φοβάσαι.
Επέμενε αυτός, φοβήθηκα κι εγώ ότι θα έχανα τα λεφτά μου, οπότε πήγα στο χωριό μου αφού δεν είχα άλλη λύση κι όπως μου είπε αυτός, αμέσως μου έδωσε ο Δήμαρχος την βεβαίωση που του ζήτησα, μόνον που βάση του νέου νόμου όπως μου έλεγε, έπρεπε να υπογράψει κι ο γεωπόνος της περιοχής την βεβαίωση για να είναι έγκυρη.
Κι αφού έτσι έπρεπε να γίνει, πήγα και βρήκα τον γεωπόνο όπως μου υπέδειξε ο Δήμαρχος και δείχνοντας του την βεβαίωση κατοχής των αγροτεμαχίων μου, του ζήτησα να μου την υπογράψει. Βλέποντας την αυτός, μου πέταξε κάτι, το οποίο και πάλι με έβγαζε έξω από τον σκοπό μου.
– Δεν μπορώ να σου υπογράψω αυτήν την βεβαίωση, αν και ξέρω ότι έχεις στην κατοχή σου τα απαραίτητα στρέμματα, αφού εσύ δεν είσαι επαγγελματίας αγρότης.
Σκάλωσα πάλι έλεγα μέσα μου. Εκεί που έφτασα όμως, δεν μπορούσα να υποχωρήσω αμαχητί. Έπρεπε να μάθω τι να κάνω, ώστε να μη χάσω ούτε τα λεφτά μου, αλλά ούτε και το αυτοκίνητο μου, γι’ αυτό και του έλεγα κάτι σαν να μιλούσα στον εαυτό μου περισσότερο παρά σ’ αυτόν.
– Τι θα κάνω τώρα; Αν δεν μου υπογράψεις εσύ αυτήν την βεβαίωση, εγώ θα χάσω και τα χρήματα μου και το αυτοκίνητο μου.
Άκουσε ο γεωπόνος το ερώτημα μου κι αμέσως τοποθέτησε το θέμα εκεί που όλα μπορούν να τακτοποιηθούν αν υπάρχει καλή διάθεση.
– Αυτό το ερώτημα είναι καλύτερα να το κάνεις στην τσέπη σου. Αν θέλεις όμως να σου υπογράψω εγώ την βεβαίωση που εσύ χρειάζεσαι, δεν είναι λογικό να δώσεις και σε μένα κάτι;
– Σιγά ρε μη σε λαδώσω κιόλας τώρα, για να μου βάλεις εσύ την υπογραφή σου. Θα σου την πάρω με το έτσι θέλω εδώ που φτάσαμε.
Αυτά του είπα και ήμουν έτοιμος να το κάνω, αν δεν συγκρατούσα τον εαυτό μου. Και για να μην φτάσω εκεί τα πράγματα, προτίμησα να πετύχω τον σκοπό μου χρησιμοποιώντας ποιο ήπιο τρόπο κι αυτό έκανα.
– Ήμασταν συμμαθητές ρε συ στο γυμνάσιο. Έτσι συμπεριφέρεσαι οι άνθρωποι στους συμμαθητές τους; Δεν είναι ντροπή ρε συ, να ζητάς από εμένα να σε λαδώσω προκειμένου να μου βάλεις την υπογραφή σου; Αν την δικαιούμαι να μου την βάλεις εδώ και τώρα. Αν πάλι και δεν την δικαιούμαι, τότε θα πρέπει να μου πεις με ποιον άλλον τρόπο θα μπορέσω να κάνω την δουλειά μου κι όχι να μου ζητάς λαδώματα.
Ανένδοτος όμως αυτός και χωρείς καμιά συστολή συνέχισε να λέει τα δικά του.
– Αν θέλεις το αυτοκίνητο σου, δεν έχεις παρά να μου δώσεις διακόσια χιλιάρικα. Αλλιώς, θα το χάσεις και μην περιμένεις να σου βάλω τζάμπα την υπογραφή μου.
Αυτά λοιπόν μου έλεγε απαθής ο συμμαθητής μου, αλλά και μου γύρισε την πλάτη του φεύγοντας από κοντά μου. Αρκετά θυμωμένος με την συμπεριφορά του όμως, του έλεγα κι εγώ δυνατά με την σειρά μου, έστω κι αν δεν ήξερα πώς θα μπορούσα να το κάνω αυτό, ότι θα έβρισκα τρόπο να πάρω υπογραφή στην βεβαίωση μου.
– Όσο κι αν αδιαφορείς εσύ για το πρόβλημά μου, εγώ θα βρω τρόπο και θα πάρω υπογεγραμμένη την βεβαίωση μου και δεκάρα δεν θα σου δώσω.
Από θυμό βέβαια του τα έλεγα αυτά, αλλά κι αυτός, μη νομίζετε ότι έδωσε σημασία στις απειλές μου. Άπρακτος δηλαδή έφυγα από κει όπως καταλαβαίνετε, αφού όπως και το έβλεπα, τίποτε πλέον δεν μπορούσα να κάνω για την περίπτωσή μου.
Ναι. Αλλά είχα υπαρκτό πρόβλημα κι αυτό έπρεπε με κάποιον τρόπο να το τακτοποιήσω. Κι αφού δεν ήξερα τι να κάνω προκειμένου να γλιτώσω από το αδιέξοδο που βρέθηκα, αρκετά στενοχωρημένος αντιμετώπιζα τις επόμενες μέρες την καθημερινότητά μου. Σ’ αυτήν την κατάσταση ευρισκόμενος λοιπόν, συναντήθηκα τυχαία με κάποιον φύλο μου, ο οποίος και θέλησε να μάθει τον λόγο του σκοτισμού μου. Για να ξεσπάσω κι εγώ κάπως, του εκμυστηρεύτηκα στο πεζοδρόμιο την στεναχώρια μου, στον οποίον μάλιστα ανέφερα τα πάντα κι από την αρχή της εμφάνισης του προβλήματος μου.
Όταν τελείωσα την αφήγηση μου όμως, μου έλεγε κι αυτός κάτι που και συμβουλευτικό ήταν και προτροπή ήταν, προς το να με βγάλει αυτή από το αδιέξοδο, δεδομένου ότι γνώστης του θέματος ήταν.
– Άκου φίλε μου τι θα κάνεις. Πήγαινε τώρα κιόλας στην γεωργική υπηρεσία και ζήτησε από αυτούς να σου βάλουν την υπογραφή που χρειάζεσαι στην βεβαίωσή σου, παρακάμπτοντας τον γεωπόνο. Θα υποχρεωθούν να σου την υπογράψουν αυτοί, γιατί δεν έχει θεσμοθετηθεί ακόμη ο νόμος, που επιβάλει την υπογραφή του γεωπόνου. Έτσι το είπε αυτός, προκειμένου να σου αποσπάσει ότι μπορέσει.
Αν όμως και για οποιονδήποτε λόγο σε δυσκολέψουν και στην γεωργική υπηρεσία, τότε να τους πεις ότι θα πας να τα αναφέρεις όλα αυτά στον θείο σου τον Νομάρχη. Όταν τους τα πεις όλα αυτά κι όπως ακριβώς σου τα λέω εγώ, τότε κάνε πως φεύγεις κι άφησε τους να αποφασίσουν αυτοί για το τι θα κάνουν με την υπογραφή που θέλεις.
– Μα είναι δυνατόν βρε Γιώργο, να τρομάξουν αυτοί, αν τους πω εγώ αυτά που μου λες για τον Νομάρχη θείο που δεν έχω;
– Δεν έχει σημασία, αν έχεις, ή δεν έχεις εσύ θείο τον Νομάρχη. Αν τους το πεις όμως, θα δεις ότι θα υποχρεωθούν να σου βάλουν την υπογραφή, γιατί όντως και δεν απαιτείται κανενός ακόμη η υπογραφή για το θέμα που συζητάμε.
Αυτά λοιπόν άκουσα να μου λέει ο φίλος μου, αλλά και δίσταζα να τα πιστέψω κι ακόμη περισσότερο να τα επιχειρήσω. Αυτός όμως επέμενε να μου προτρέπει το εγχείρημα, οπότε για την εμπειρία και μόνο, όντως πήγα την επομένη κιόλας στην γεωργική υπηρεσία. Όπως ήταν απαραίτητο κι αυτό όμως, όντως τους ανάφερα το πρόβλημα μου, όπως και την συμπεριφορά του γεωπόνου άλλωστε κι αφού με άκουγαν με προσοχή αυτοί, τέσσερεις τον αριθμό όπως τους μετρούσα, μου έλεγαν με από λίγο και με πολύ σοβαρό ύφος μάλιστα την άποψή τους.
– Εσύ ρε φίλε, θα πάρεις ένα ολόκληρο αυτοκίνητο με την δική μας υπογραφή, εμείς δηλαδή δεν πρέπει να πάρουμε κάτι; Καλά έκανε λοιπόν ο συνάδελφος μας και δεν σου υπέγραψε την βεβαίωση, αφού δεν θέλησες να του δώσεις αυτά που σου ζήτησε.
Μετά από όσα άκουσα, μάλλον δέχτηκα ότι δεν θα έβγαζα άκρη μαζί τους, οπότε έλεγα και σ’ αυτούς θυμωμένος τα αυτονόητα, πριν φύγω από τα γραφεία τους.
– Ακούστε να σας πω. Δεν θα μου χαρίσετε εσείς το αυτοκίνητο μου. Θα το αγοράσω με δικά μου χρήματα και η αξία του δεν ξεπερνά τα τετρακόσια πενήντα χιλιάρικα. Πώς λοιπόν μου ζητάτε να δώσω σ’ εσάς άλλα διακόσια, για μια υπογραφή που εκ των πραγμάτων υποχρεούστε να μου βάλετε στην βεβαίωσή μου;
Άκουσαν αυτοί την αναφορά μου, αλλά και αδιάφοροι σήκωναν τους ώμους τους. Βλέποντας λοιπόν την αδιαφορία τους, ετοιμάστηκα να φύγω από τα γραφεία τους, όταν θυμήθηκα αυτά που μου είπε να κάνω ο φίλος μου, για τον Νομάρχη θείο που δεν είχα. Κι αφού τα θυμήθηκα και άλλη λύση δεν είχα, έπαιζα κι εγώ θέατρο στην συνέχεια, έστω κι αν δεν περίμενα κανένα καλό αποτέλεσμα. Ούτε λίγο, ούτε πολύ λοιπόν, πίστεψα τελικά ότι πράγματι είχα θείο κι ότι όντως ήταν αυτός Νομάρχης, οπότε με θάρρος τους έλεγα τα παρακάτω.
– Καλά λοιπόν. Αφού έτσι θέλετε και δεν μου υπογράφετε την βεβαίωση, θα πάω τώρα κιόλας στον θείο μου τον Νομάρχη και θα του αναφέρω χαρτί και καλαμάρι, όσα εσείς τόσο πρόχειρα μου κάνετε. Από εκεί και μετά, πολύ θα ήθελα να δω, τι θα κάνετε εσείς πλέον.
Αυτά τους είπα και χωρείς να περιμένω την απάντηση τους, έβγαινα έξω από τα γραφεία τους. Μαγική λέξη όμως ήταν ο Νομάρχης. Μόλις την άκουσαν αυτοί, με καλούσαν να γυρίσω πίσω κι αυτά μου έλεγαν πριν μου υπογράψουν τρέχοντας τελικά την βεβαίωση.
– Γιατί ρε παιδί δεν μας το είπες αυτό από την αρχή;
Τι να τους έλεγα όμως για την συμπεριφορά τους; Πιάνοντας κουβέντα όμως μαζί τους στην συνέχεια, δεν είχα παρά να παίζω και πάλι το θέατρο που άρχισα.
– Δεν σας είπα τίποτε, γιατί ήθελα να ξέρω πρώτα, αν είμαι νόμιμος ή όχι. – Νόμιμος είσαι βρε αδελφέ, αλλά να, να μην πάρουμε κι εμείς κάτι; Δώσε όμως χαιρετίσματα στον θείο σου και μη του αναφέρεις τίποτε από όσα σου είπαμε.
Νόμιμος είσαι μου είπαν αυτοί κι αφού ήμουν νόμιμος με την δική τους υπογραφή στην βεβαίωσή μου, μπόρεσα επιτέλους να πάρω το αυτοκίνητο μου κι αφού με αυτά και με αυτά ταλαιπωρήθηκα για τρεις ολόκληρους μήνες, το πήγα μια μέρα στο σπίτι μου. Όταν όμως την επομένη το πρωί πήγα να το βάλω μπροστά, αυτό δεν έλεγε να με υπακούσει, αφού όπως το διαπίστωνα, η μπαταρία του δεν ήταν σε θέση να κινήσει την μηχανή του.
Μάλλον έχουν πιάσει πουρί οι πόλοι της σκέφτηκα, οπότε έψαχνα να βρω στο εσωτερικό του αυτοκινήτου τα εργαλεία του, ώστε να τους ξεσφίξω με την βοήθειά τους, αλλά και να τους καθαρίσω στην συνέχεια, ελπίζοντας ότι μετά από τον καθαρισμό τους, θα μπορούσε να κινήσουν την μηχανή.
Καλά το σκεφτόμουν εγώ βέβαια, αλλά πουθενά δεν έβρισκα τα κλειδιά, γι’ αυτό και συνέχιζα να τα ψάχνω. Παρατηρούσε τις κινήσεις όμως, ένας από τους ηλικιωμένους γείτονές μας, ο οποίος και μου έλεγε πάνω από το μπαλκόνι του σπιτιού του, αφού κατάλαβε τι έψαχνα.
– Μη τα ψάχνεις, έρχομαι εγώ κάτω κι έχω το κλειδί που χρειάζεσαι. Θα σου το φέρω.
Περιμένοντας τον να κατέβει λοιπόν, έκανα ακόμη μια προσπάθεια και βρω τα εργαλεία του αυτοκινήτου του μου, αλλά και πάλι δεν τα έβρισκα. Κατεβαίνοντας κάτω τελικά αυτός, τον έβλεπα να έρχεται βαριά, βαριά μεν κοντά μου, έχοντας όμως τα χέρια του περασμένα πίσω από την πλάτη του. Αυτά παρατηρώντας στην συνέχεια, είδα να κρατούν μια πεντάκιλη βαριοπούλα. Κι αφού ανησύχησα βλέποντας την βαριοπούλα στα χέρια του, του ζητούσα εξηγήσεις για την ύπαρξή της.
– Δεν πιστεύω να χρησιμοποιήσεις την βαριοπούλα;
Όχι βρε αδελφέ είπε και κάνοντας αργά βήματα, πλησίασε το αυτοκίνητο μου από την πλευρά που ήταν η μπαταρία του. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο εσωτερικό του στην συνέχεια και πριν προλάβω να του πιάσω το χέρι, σήκωσε την βαριοπούλα του και με αρκετή δύναμη, κοπάνισε με αυτήν τον θετικό πόλο της μπαταρίας.
Όπως ήταν αναμενόμενο όμως, έσπασε από το χτύπημα που δέχτηκε το επάνω μέρος της κι εξ αυτού, χώθηκε ο θετικός της πόλος στο εσωτερικό της μπαταρίας. Κι αφού απελευθερώθηκε ο σφιγκτήρας του καλωδίου που ήθελα να καθαρίσω από το πουρί, μου έλεγε ατάραχος αυτός και με σπουδή μάλιστα.
– Βλέπεις πόσο εύκολο ήταν; Εσείς οι νέοι όμως τα χάνετε και τίποτε δεν ξέρετε για το πως γίνετε στα γρήγορα μια δουλειά. Από την τεμπελιά που σας διακρίνει, όλα έτοιμα τα θέλετε. Όπως βλέπεις λοιπόν, τώρα εύκολα μπορείς να καθαρίσεις τους πόλους της μπαταρίας σου και με την ησυχία σου μάλιστα.
Αυτά μου έλεγε εκείνος ο ογδονταπεντάρης γείτονας μου, ευχαριστημένος βέβαια από την βοήθεια που νόμιζε ότι μου προσέφερε και αρκετά ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα της συμμετοχής του στο δικό μου πρόβλημα, έφευγε από κοντά μου, με τον ίδιο τρόπο που με πλησίασε.
Εγώ πάντως, έμεινα άφωνος εκεί να κοιτώ την απομάκρυνση του και ούτε στα μάτια μου δεν πίστευα για όσα είδα να κάνει στο αυτοκίνητο μου εκείνος ο παλαβός παππούς κι αφού σεβάστηκα την ηλικία του, δεν τον έπιασα όπως του ταίριαζε από τον σβέρκο, ώστε να του δείξω κι εγώ, πόσα αχλάδια χωράει ο σάκος.
Αφού δεν μπορούσα να του κάνω τίποτε λοιπόν, αρκέστηκα στο να τον ρωτώ κι αυτό μάλιστα το έκανα σαν λογική διαμαρτυρία.
– Μα τι έκανες εδώ άνθρωπε μου; Μου έσπασες την μπαταρία με την βαριοπούλα σου?
– Ναι. Απαντούσε αυτός. Αλλά είδες; Τώρα ελευθερώθηκε ο πόλος σου. Θυμωμένος μαζί του όπως καταλαβαίνετε, για όσα έκανε αυτός στην μπαταρία μου, αποφάσισα να τιμωρήσω αυτήν, αφού δεν μπορούσα να κάνω κάτι σ’ εκείνον τον τρελό παππού, γι’ αυτό και της έλεγα.
– Επειδή έδωσες αφορμή σ’ αυτόν τον τρελό να σε σπάσει από βλακεία, θα σ’ αφήσω κι εγώ να μείνεις σπασμένη, μέχρι που να πεθάνεις εσύ, ή το αυτοκίνητο μου.
Αυτά λοιπόν έλεγα στην μπαταρία μου εκείνη την ώρα θυμωμένος μαζί της και δεν της το είπα μόνον, αλλά και της το έκανα στην συνέχεια, αφού πράγματι την άφησα σπασμένη στην ίδια θέση, για εφτά ολόκληρα χρόνια. Για την ιστορία πάντως σας το αναφέρω κι αυτό, ότι μονίμως ήταν ο θετικός της πόλος βυθισμένος στο εσωτερικό της, ο οποίος και κουνιόταν με τον ρυθμό των κραδασμών της μηχανής, αλλά κι από την αριστερή της γωνία, συνεχώς έτρεχαν τα υγρά της, τα οποία λίμναζαν βέβαια πάνω βάση της μπαταρίας, αλλά και στο σασί του αυτοκινήτου.
Αυτό πάλι, δεν ήταν χωρείς επιπτώσεις για το αυτοκίνητό μου, αφού αλλοιώθηκε σιγά, σιγά η λαμαρίνα στο σημείο που πατούσε η μπαταρία, όπως και το σημείο που ήταν χαραγμένος ο αριθμός του πλαισίου του. Αυτό συγκεκριμένα, έγινε αιτία αργότερα και μετά από τα εφτά χρόνια όπως σας ανέφερα, ώστε να χάσω τελικά το μικρό μου τζιπ. Και το έπαθα αυτό τότε, που εμφανίστηκα πια τα ΚΤΕΟ, οι υπάλληλοι των οποίων και με υποχρέωσαν να χτυπήσω σε άλλο σημείο τον αριθμό του πλαισίου του.
Αυτό όμως, έπρεπε να μου το κάνουν στο μηχανολογικό, από και πήγα όπως ήμουν υποχρεωμένος. Όταν μετά από τρεις μέρες με κάλεσαν εκεί, ώστε να παραλάβω το αυτοκίνητο μου, τότε μου ζήτησαν και την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος που έπρεπε να έχω πλέον στην κατοχή μου, προκείμενου να διατηρώ αυτοκίνητο με αγροτική άδεια.
Βεβαίως και δεν είχα τέτοια άδεια όμως, οπότε αναγκάστηκα να πουλήσω τελικά το μικρό μου τζιπ, πράγμα όμως που πολύ με στεναχώρησε.
Μιχάλης Αλταλίκης