Ο νεαρός Σάκης και οι οργίλοι άνθρωποι

   Έφευγα λοιπόν από τον χώρο της επίσκεψής μου και τον νεαρό άκουγα να φωνάζει πίσω μου. Κύριε, κύριε. Γιατί φεύγεις; Καλά τα λέγαμε. Αναγκάστηκα να διακόψω την κουβέντα μας, γιατί άκουσα τις κόρνες ενός αυτοκινήτου και τότε μόνον θυμήθηκα ότι άφησα το δικό μου μπροστά σε μια κλειδωμένη εξώπορτα.

Πάντα εκεί το αφήνω βέβαια και ποτέ δεν ενόχλησα κανέναν, γιατί οικόπεδο είναι όπως ξέρω και καμιά φορά δεν είδα τον ιδιοκτήτη του να το επισκέπτεται. Με μάλωσε βέβαια τώρα, γιατί του έκλεισα την είσοδο όπως είπε, αλλά και με τόνισε αρκετά νευριασμένος, ότι δεν θα ανεχθεί άλλη φορά την αναίδειά μου, γιατί συχνά κάνει επισκέψεις στο οικόπεδό του έστω κι αν εγώ δεν το πρόσεξα.

Του ζήτησα συγνώμη βέβαια, αλλά και τίποτε δεν κατάφερα. Αν και μετακίνησα το αυτοκίνητό μου, αν και του υποσχέθηκα ότι δεν θα το επαναλάβω, ένα σορό βρισιές μου έστειλε από μακριά μουρμουρίζοντας.

Εσύ όμως προς τα πού πηγαίνεις, ώστε να σε μεταφέρω εκεί με το αυτοκίνητό μου; Αυτό σκέφτηκα να σου προτείνω, γιατί μ’ αυτήν την ευκαιρία, ελπίζω να μου πεις περισσότερα καθ’ οδόν, αφού αυτά που άκουσα να μου λες πριν, χρήσιμα μου φάνηκαν. Έλα λοιπόν να σε πάω εκεί και μέχρι να πάμε όπου κι αν θέλεις, ευχαρίστως θα σε ακούω.

Κι επειδή δεν προλάβαμε να συστηθούμε, θα σου πω ότι Σάκη λένε εμένα, από το Θανάσης δηλαδή. Εσένα όμως πως να σε λέω; Μια και θέλησε ο Σάκης να συστηθούμε, ανταποκρίθηκα κι εγώ καθώς έπρεπε.

Μιχάλης είναι το όνομά μου κι εσύ μπορείς να με καλείς όπως θέλεις, γιατί καλό παιδί είσαι, αν και πολύ με προβλημάτισες με την ξαφνική σου αποχώριση και δεν σου κρύβω, ότι έβαλα με τον νου μου ότι πολύ επιπόλαιος πρέπει να είσαι.

Στην Καλαμαριά μένω όμως και είχα σκοπό να επιστρέψω με τα πόδια στο σπίτι μου, αλλά αφού θέλεις να πούμε κι άλλα μέχρι να φτάσουμε εκεί, ας κάνω υπακοή στο δικό σου θέλημα για να καταλάβεις κι εσύ, ότι το θέλημά μας είναι αυτό που μας γεμίζει με εγωισμό κι αυτός επί της ουσίας είναι ο λόγος που έχουμε όλοι μας προβλήματα κι όχι μόνον εσύ.

Πάμε λοιπόν στο αυτοκίνητό σου μια και προθυμοποιήθηκες να με πας μέχρι το σπίτι μου κι αφού θέλεις να ακούσεις λόγους ωφελείας όπως τους ονομάζουν οι μοναχοί, θα σου πω κι εγώ μερικούς, ως εισιτήριο για τον κόπο που θα κάνεις.

Κανένα κόπο δεν θα κάνω είπε ο Σάκης κόβοντάς μου τον λόγο κι αμέσως πρόσθεσε. Στον Φοίνικα μένω κύριε Μιχάλη και δεν θα σε πάω πολύ μακριά όπως άκουσα. Άλλωστε, σε άδεια βρίσκομαι αυτήν την εβδομάδα από την δουλειά μου, γι’ αυτό και βρέθηκα εδώ αυτήν την ώρα.

Τις περισσότερες φορές τα απογεύματα βγάζω τα αποθαμένα μου στο σημείο που βρεθήκαμε, αλλά και δεν το κάνω κάθε μέρα. Όταν φουσκώνω πολύ μόνον δηλαδή. Αλλά και σε ποιόν θα μπορούσα να πω το πρόβλημά μου;

Σήμερα πάντως, ήμουν πολύ φουσκωμένος, γι’ αυτό και δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Μόλις με μίλησες, αμέσως και μόνα τους θαρρείς θέλησαν να βγουν αυτά που σου είπα και τώρα που ηρέμισα, σκέφτομαι μήπως και σε κούρασα με τα δικά μου. Θα σε πάω όμως μέχρι το σπίτι σου κι έτσι θα σε ξεκουράσω.

Είδες; Του είπα κι εγώ. Είδες τώρα πως γινόμαστε θύματα του θελήματός μας, πότε εν γνώση μας και πότε εν αγνεία μας; Είδες πως ενισχύει ο εγωισμός το θέλημά μας και δεν μας επιτρέπει να ελέγξουμε τις κινήσεις του;

Όλοι μας λοιπόν υπακούμε στο θέλημά μας κι επειδή αυτό έχει για στήριγμά του τον εγωισμό, υποχρεωτικά πια κι εμείς κάνουμε ότι μας καπνίσει στην ζωή μας, ως τυφλά υπάκουοι του εγωισμού πλέον κι αυτό είναι κάτι που δεν το καταλαβαίνουμε.

Δεν υπακούμε δηλαδή στην λογική και στην αλήθεια που αυτή εμπεριέχει, αλλά στο εγωιστικό θέλημά μας. Η λογική και η αλήθεια, δεν μπορούν να συνυπάρχουν με το ψέμα. Αντιθέτως, το θέλημά μας, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει, ή και να στηρίξει την ύπαρξή του στο ψέμα, ή και στην φαντασία μας αν θέλεις.

Οπότε αγαπητέ Σάκη; Όπου υπάρχει εδραιωμένο θέλημα, υπάρχει εγωισμός. Κι όπου υπάρχουν αυτά τα δύο μαζί ως ένα, δεν υπάρχει περίπτωση να αποφύγει κανείς τα λάθη, όποιος κι αν είναι αυτός που τα επιτρέπει να κουμαντάρουν την ζωή του όπως και την συμπεριφορά του.

Πάμε να φύγουμε όμως τώρα μια και φτάσαμε στο αυτοκίνητό σου και στον δρόμο, θα πούμε πολλά ακόμη αν θέλει ο Θεός γιατί μόνον το δικό του θέλημα είναι αλάνθαστο και ασφαλώς πολύ χρήσιμο. Το δικό μας όμως Σάκη δεν είναι, όσο καλό κι αν μας φαίνεται.

Κι ενώ έβαζε μπροστά την μηχανή του αυτοκινήτου του ο Σάκης κι εγώ καθάριζα ακόμη το παντελόνι μου από τα χόρτα που φορτώθηκα, όταν τα πατούσαμε μέχρι να φτάσουμε στον δρόμο, τρέχοντας ήρθε μέσα από τα χόρτα κι ο ιδιοκτήτης του φραγμένου οικοπέδου προκειμένου να κάνει για δεύτερη φορά παρατήρηση στον Σάκη. Κι όπως σου είπα πριν, του έλεγε, να μη σε δω άλλη φορά εδώ. Άκουσες;

Με θυμό στην φωνή του βέβαια του είπε τα παραπάνω και κάτι πήγε να του πει ο Σάκης, αλλά πιάνοντάς του το χέρι, όταν μπήκα κι εγώ πια στην θέση του συνοδηγού, δεν τον άφησα να το κάνει. Και για να μη φύγουμε εντελώς αμίλητοι, εγώ έλεγα κάτι του ανθρώπου εκ μέρους του Σάκη.

Μας συγχωρήτε κύριε κι όπως σας το υποσχεθήκαμε, δεν θα κλείσουμε ξανά την είσοδό σας. Ακούγοντας αυτός την δική μου παρέμβαση, μ’ εμένα τα έβαλε κι ένα σορό μου είπε πολύ ποιο νευριασμένος από πριν.

Κι εσύ ρε, γέρος άνθρωπος, δεν είδες ότι είναι είσοδος εδώ; Αλλά αφού δεν έβαλες μυαλό τόσα χρόνια, θα βάλεις από εδώ και μετά άραγε; Κάθισε εδώ ξανά και τότε θα δεις τα λάστιχά σου τρύπια, για να μάθεις επιτέλους να σέβεσαι τους κόπους των ανθρώπων.

Όπως καταλαβαίνετε, τίποτε δεν πρόσθεσα κι όπως έπρεπε πια, έκανα νόημα στον Σάκη να ξεκινήσει. Ο θυμώδης άνθρωπος όμως δεν έμεινε ικανοποιημένος, όχι μόνον μας έβριζε, αλλά και πέτρες μας πετούσε μόλις απομακρυνθήκαμε κι ευτυχώς καμιά από αυτές δεν βρήκε το αυτοκίνητο του Σάκη.

Στον Σάκη όμως, πολλά είχα να πω. Είχε δίκαιο ο άνθρωπος Σάκη, αλλά και υποχρέωση είχε, να σεβαστεί την υπόσχεση που του δώσαμε. Αυτός όμως, ήθελε να κάνει αυτό που το θέλημά του, του επέβαλε, οπότε ήθελε δεν ήθελε, μας έδειξε απλώς πόσο οργίλος είναι.

Αν έχει να μοιράσει κανείς κάτι, μαζί με έναν τέτοιο τύπο ανθρώπου, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει συμβιβασμό, όσο κι αν είναι καλοπροαίρετος. Κι αν τύχει να είναι κι αυτός οξύθυμος, τότε, αλίμονο και στους δύο έχω να πω.

Αυτά και τέτοια λέγοντας όμως στην συνέχεια, στα κοιμητήρια της Καλαμαριάς φτάσαμε κι αφού μας έπιασαν τα φανάρια, περιμέναμε να ανάψει το πράσινο προκειμένου συνεχίσουμε. Στα δεξιά μας όμως και στην πλατεία που υπάρχει εκεί, δυο άνθρωποι ήρθαν στα χέρια ξαφνικά για κάποιον λόγο και χτυπιόταν άσχημα.

Πω, πω, έλεγε ο Σάκης. Θα σκοτωθούν αυτοί και κανείς δεν πάει να τους χωρίσει. Μόλις άναψε το πράσινο λοιπόν, έστριψε το τιμόνι του και με φόρα τους πλησίαζε. Πρόσεχε, πρόσεχε, μόνον του έλεγα εγώ στην προσπάθειά μου να τον προφυλάξω από οτιδήποτε θα μπορούσε να του προκύψει.

Μπροστά στην επιθυμία του όμως να χωρίσει τους δυό ανθρώπους, τίποτε δεν άκουγε. Μόλις πάρκαρε το αυτοκίνητό του δίπλα τους, αμέσως βγήκε έξω κι αφήνοντας την πόρτα του ανοιχτή, όρμισε θα έλεγα κατά πάνω τους κι όπως το σκέφτηκε, αμέσως τους χώρισε.

Τους πλησίασα κι εγώ όμως, οπότε, το αυτονόητο τους έλεγα. Ότι δεν είναι σωστό να μαλώνουν ηλικιωμένοι άνθρωποι και μάλιστα έξω από τα κοιμητήρια. Ούτε εγώ θέλω να μαλώνω, απαντούσε ο ένας, αλλά δεν μπορώ να ανεχθώ περισσότερο την αδιαλλαξία του κουνιάδου μου.

Για μνημόσυνο ήρθαμε εδώ σήμερα και με αυτήν την ευκαιρία του θύμισα ότι δεν είναι σωστό να δεσμεύει είκοσι χρόνια τώρα την κοινή περιουσία που έχει με την αδελφή του, την γυναίκα μου δηλαδή κι αντί να συναινέσει επιτέλους στο αίτημά της, εμένα βρίζει ως προικοθήρα και μη βλέποντας το λάθος του, με χτύπησε κι από πάνω. Πώς λοιπόν να συγκρατήσω κι εγώ τον εαυτό μου;

Ακούγοντας ο δεύτερος την αναφορά του γαμπρού του, με πολύ εγωισμό επιβεβαίωνε την δική του αδιαλλαξία, όταν του έλεγε. Να ξεχάσεις αυτό που θέλεις. Ακούς; Θα κάνω εγώ αυτό που εμένα βολεύει κι εσείς να κόψτε τον λαιμό σας. Άκουσες;

Αυτά μόνον ειπώθηκαν από τους δυό εμπλεκόμενους, στο άτυπο δικαστήριο που στήθηκε έξω από τα κοιμητήρια κι ο λογικός άνθρωπος έφυγε, όπως πολύ σωστά το δικαιολόγησε στον εαυτό του, χωρίς να πει δεύτερη κουβέντα στον οργίλο κουνιάδο του.

Αυτός όμως, έμεινε εκεί να προσπαθεί, πως να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου του, αφού από την σύγχυση που είχε στο μυαλό του, δεν μπορούσε να το κάνει. Ο εγωισμός δε, όπως και το άδικο θέλημά του μαζί, παιχνίδι για την δική τους ευχαρίστηση τον έκαναν, κάτι βέβαια, που ο οργίλος και άδικος συγχρόνως άνθρωπος, δεν ήταν σε θέση να το καταλάβει.

Όταν τελικά κατάφερε να ξεκλειδώσει την πόρτα, μπήκε στο αυτοκίνητό του κι αμίλητος έφυγε, αφήνοντας εμάς εντελώς σύξυλους. Ο δε Σάκης, ακόμη έπαιρνε γρήγορες αναπνοές από την αγωνία που είχε, για το τί θα μπορούσε να προκύψει στους δύο ανθρώπους, αν δεν τους χώριζε.

Τον τράβηξα από το χέρι όμως πια, δηλώνοντάς του έτσι ότι έπρεπε να φύγουμε κι εμείς, οπότε αμίλητος κι αυτός κάθισε στην θέση του οδηγού και μόλις συνήλθε κάπως, έλεγε αυτό που σκεφτόταν. Είδες κύριε Μιχάλη μέχρι που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, όταν τον πνίγει το δίκαιο, ή όταν τον κουμαντάρει το εγωιστικό του θέλημα, όπως θα έλεγες εσύ;

Το είδα Σάκη, του απάντησα κι εγώ. Είδες όμως κι εσύ, ότι δεν βγαίνει τίποτε καλό από την επιμονή μας, να διορθώσουμε μόνοι μας αυτό που και δίκαιο μπορεί να είναι, όπως του σώφρονα ανθρώπου που έφυγε, για να μην γίνει χειρότερη η μεταξύ τους σχέση;

Είδες όμως και τον άλλον, με τί εγωιστικό πείσμα κρατάει το άδικο στα χέρια του και το βαφτίζει δίκαιο, για να μην τον ενοχλούν οι τύψεις που έπρεπε να νοιώθει; Λες όμως να τις υπολογίζει αυτές και μάλιστα ως καταστροφή της ψυχικής του υγείας; Δεν νομίζω.

Απλώς κάνει ότι θέλει, όπως θέλει κι επειδή το δικαιολογεί αυτό στον εαυτό του, αναγκάζεται να δέχεται ως δίκαιο το άδικο που κάνει και σε καμιά περίπτωση δεν περνάει από το μυαλό του, ότι τον εαυτό του πριν από όλα αδικεί, γιατί αυτός θα πληρώσει και μάλιστα πολύ άσχημα την αδιαλλαξία του, όταν έρθει η ώρα να κριθεί, όχι από τον εαυτό του, αλλά από τον δίκαιο νομοθέτη Θεό μας.

Αν δεν υπολογίζει ούτε κι Αυτόν πια, τότε, αλλοίμονό του, γιατί θέλοντας και μη θα συμπεριληφθεί ανάμεσα στους αδίκους και τότε, κανείς δεν θα μπορέσει να τον γλιτώσει από αυτό που τον περιμένει.

Όπως είδες όμως σήμερα Σάκη, όλα γι’ εσένα έγιναν και για να μάθεις μάλλον, ότι δεν πρέπει να σπαταλάς άσκοπα τον χρόνο της ζωής σου. Δες ξανά κι από την αρχή το δικό σου θέμα, αυτό δηλαδή που σου προκύπτει από τον εγωισμό της γυναίκας σου και προσπάθησε να την βοηθήσεις, από το να θυμώνεις απλώς μαζί της, αφού αυτό δεν υπάρχει περίπτωση να σου αποδώσει κάτι καλό.

Βάλε λοιπόν τον εαυτό σου δίπλα της, όπως και δίπλα από τα παιδιά σου και προσπάθησε να υπάρχεις συμφώνως προς το θέλημα του Θεού για να είσαι ασφαλής και μη ψάχνεις να βρεις πάση θυσία το δίκαιο που σου ανήκει, γιατί αυτό για λίγο καιρό μόνον θα σε χρειαστεί σ’ αυτήν την ζωή.

Το μόνο πάντως που πρέπει να σκέφτεσαι από εδώ και μετά, θα πρέπει να σταματά, στο τί θα πεις κι εσύ όταν βρεθείς μπροστά στο Θεϊκό δικαστήριο ως κατηγορούμενος. Κι αυτό που ακούς να σου λέω τώρα, όλοι μας αποφεύγουμε να το βάλουμε στην ζωή μας, λες και δεν είμαστε βέβαιοι, ότι έτσι ακριβώς θα γίνει.

Με έφερες όμως στο σπίτι μου όπως βλέπω και πολύ σ’ ευχαριστώ για τον κόπο σου, αλλά και για το μάθημα που κι εγώ πείρα σήμερα σ’ ευχαριστώ, εξαιτίας της δικής σου, όπως και της συμμετοχής αυτών που μας προέκυψαν, ώστε να τα εμπεδώσω κι εγώ σωστά αυτά που είπαμε.

Και να θυμάσαι Σάκη, ότι τίποτε δεν γίνεται τυχαία, σ’ αυτήν την ζωή. Όλα συμμετέχουν για να σπουδάσουμε εμείς οι πρόχειροι άνθρωποι, πώς είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε εδώ, αν θέλουμε να ζήσουμε μαζί με τον Χριστό μας και την Παναγία μας στην επόμενη ζωή, οι οποίοι, με προδιαγραφές ζουν εκεί κι αυτές είναι που θα μας κάνουν συγκατοίκους τους, αν βέβαια τις αποκτήσουμε κι όχι το δίκαιό μας.

Πολλά μάθαμε όμως σήμερα Σάκη και για να εδραιωθούν μέσα μας, θα πρέπει να τα μελετούμε συχνά και με υπομονή μέχρι να μας γίνουν βίωμα. Βλέποντας ο Σάκης να σταματώ πια όπως και να ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου του προκειμένου να κατέβω, μια και με άφησε μπροστά στην πόρτα της πολυκατοικίας μας, επιβεβαίωνε κι αυτός τον λόγο μου.

Πράγματι έμαθα πολλά σήμερα κύριε Μιχάλη και πολύ χάρηκα που σε γνώρισα, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες. Θα μπορούσα όμως να σε ενοχλήσω κάποια στιγμή, όταν κι εφόσον υπάρξει περίπτωση να χρειαστώ την γνώμη σου;

Ασφαλώς και μπορείς του είπα δίνοντάς του το τηλέφωνό μου κι αφού χαιρετηθήκαμε, τον είδα να φεύγει για το σπίτι του, αλλά κι εγώ ανέβηκα στο δικό μου, αρκετά προβληματισμένος με τους δυό συγγενείς που ήρθαν στα χέρια και μόνον ο Θεός ξέρει πως θα λήξει αυτή η χρόνια και άδικη μεταξύ τους διαμάχη.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *