Πέρασε ο καιρός πάλι και ήδη βαδίζαμε τους πρώτους μήνες του 2005 όταν έτρεχα μια Τετάρτη στους δρόμους και στα καταστήματα της πόλης μας, να καλύψω όπως πάντα τους πατέρες από τις εβδομαδιαίες, αλλά κι από τις έκτατες ανάγκες εκείνης της ημέρας, αφού τα ξημερώματα της Πέμπτης, πάλι θα τα πήγαινα στο μοναστήρι μας με την έκτακτη εντολή του επιτρόπου εκείνης της χρονιάς βέβαια.
Έφτασα κατά τις τέσσερεις εκείνη τη ημέρα στο σπίτι μου, τελειώνοντας από τις αγορές μου κι όπως έπρεπε, καθίσαμε μαζί με την γυναίκα μου στο τραπέζι για το μεσημεριανό μας φαγητό. Κουρασμένος καθώς ήμουν όμως, ούτε όρεξη είχα αλλά κι από συνήθεια, καθόλου βιαστικά δεν γευμάτιζα.
Δεν πρόλαβα να μασήσω καλά, καλά, τις πρώτες πιρουνιές όμως από τα φασολάκια που είχε μαγειρεμένα η γυναίκα μου κι αισθάνθηκα να μασώ ένα μέρος από κάποιο δόντι μου. Το έβγαλα βέβαια και η γλώσσα μου ήταν αυτή που μου έδειχνε από τα τσιμπήματα που δεχόταν, ότι ένας τραπεζίτης έσπασε, από την αριστερή κάτω σιαγόνα μου.
Μόνον αυτό μου έλειπε έλεγα στην γυναίκα μου, δείχνοντάς της το σπασμένο δόντι, γιατί πολύ με ενοχλούσε η μύτη του δοντιού που έμενε στην θέση του και χρόνο για οδοντίατρο δεν είχα όπως υπολόγιζα, αφού πολλά είχα να κάνω από εκεί και μετά μέχρι να ολοκληρώσω την φόρτωση των αναγκών στο αυτοκίνητό μου.
Έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες μασώντας λοιπόν, κατάφερα τελικά να αδειάσω το μισό μόνον φαγητό από το πιάτο μου, αλλά και κουρασμένος από την ενόχληση στην γλώσσα μου, δεν συνέχισα. Να πας στον οδοντίατρο, έλεγε η γυναίκα μου βλέποντας να σταματώ κι επειδή δεν μπορούσα να πάω, άρχισα να σκέφτομαι τι άλλο να κάνω.
Αφού θα πάω στο μοναστήρι της έλεγα μετά από λύγο, θα πω στον μοναχό οδοντίατρο να μου φαγώσει κάπως την μύτη του δοντιού μου ώστε να μη με ενοχλεί κι όταν επιστρέψω, τότε θα πάω να με δει ο δικός μας οδοντίατρος.
Αυτά λοιπό είπαμε με την γυναίκα μου εκείνη την ώρα κι ακολουθώντας το πρόγραμμά μου στην συνέχεια, κατά τις εννιά το πρωί της Πέμπτης μπήκα στο μοναστήρι. Αφού παρέδωσα πρώτα τα μεταφερόμενα στον οικονόμο, στον μοναχό δηλαδή που είχε την ευθύνη της παραλαβής τους, πήγα να βρω τον οδοντίατρο μοναχό.
Κι αφού τον βρήκα στο ιατρείο του να περιποιέται τα δόντια, κάποιου ξένου προς την μονή μας μοναχού, του ανάφερα καθώς έπρεπε και το δικό μου πρόβλημα. Μόλις τελείωσε ο γιατρός με τον επισκέπτη του, αμέσως με πέρασε στο οδοντιατρείο του, όπου κι άρχισε να ψάχνει την βλάβη του δοντιού μου με το τσιγκελάκι του.
Αυτήν ψάχνοντας λοιπόν, τον άκουσα να λέει στον εαυτό του μάλλον, παρά σ’ εμένα. Η μύτη του δοντιού σου όπως βλέπω, είναι σαν σουβλί. Αυτό βέβαια εύκολα μπορεί να διορθωθεί, αν το φαγώσω λίγο. Ολόκληρο το δόντι σου όμως, είναι εντελώς χαλασμένο. Μάλλον είναι καλύτερα να το βγάλουμε από το να επέμβουμε σ’ αυτό.
Ναι, αλλά, πρόσθεσε. Εκτός από αυτήν την μικρή μύτη που βλέπω να προεξέχει πάνω από το ούλο σου, δεν βρίσκω από πού αλλού θα μπορούσα να το πιάσω ώστε να το βγάλω με ασφάλεια για σένα.
Απαντώντας τον κι εγώ, του έλεγα με κατανόηση. Φάγωσε μόνον την μύτη του πάτερ κι όταν με το καλό επιστρέψω στο σπίτι μου, θα επισκεφτώ τον οδοντίατρό μας κι αυτός θα μου το βγάλει, αφού όπως μου λες πρέπει να βγει.
Ακούγοντας ο γιατρός την τοποθέτησή μου, με απορία απαντούσε. Πού θα πας με αυτό το δόντι βρε Μιχάλη; Απορώ όμως, πως και δεν φωνάζεις από τον πόνο που έπρεπε να έχεις. Κι αν δεν πονάς τώρα, πρόσθεσε, θα σε ταράξει κάποια στιγμή ο πόνος κι εσύ όπως ξέρω, έχεις να κάνεις το ταξίδι της επιστροφής σου.
Πώς λοιπόν να σε αφήσω να φύγεις από εδώ, με το ενδεχόμενο να σε προλάβει ο πόνος στον δρόμο; Κάνε λίγη υπομονή σε παρακαλώ και θα προσπαθήσω να σου βγάλω εγώ το δόντι. Κι επειδή είναι τραπεζίτης αυτό και αρκετά χαλασμένος, θα σου βάλω τρείς παυσίπονες, αντί για μία, γιατί πολύ φοβάμαι ότι θα μας παιδέψει η εξαγωγή του.
Αν δεν προλάβω να το βγάλω έγκαιρα όμως κι εξασθενίσει η νάρκωση, τότε ο πόνος θα είναι σίγουρα πολύ δυνατός. Αυτός άλλωστε είναι κι ο λόγος που πρέπει να σου βάλω τρείς παυσίπονες. Θέλω να είμαι σίγουρος δηλαδή, ότι δεν θα σε πονέσω εγώ, αργοπορώντας την εξαγωγή του.
Αυτά λέγοντας λοιπόν, πράγματι μου έβαλε τρείς παυσίπονες μετά από λίγο και μόλις τελείωσε, πήγε δίπλα και στάθηκε κάτω από την μεγάλη εικόνα του Αγίου Αντύπα που είχε στον τοίχο κρεμασμένη και χωρίς κανένα δισταγμό, δέκα ξαπλωτές μετάνοιες είδα να του βάζει.
Επιστρέφοντας σ’ εμένα μετά, έλεγε ήρεμα. Επειδή φοβάμαι ότι μάλλον θα ταλαιπωρηθώ, όπως θα ταλαιπωρήσω κι εσένα, ζήτησα την βοήθεια του Αγίου Αντύπα. Είναι προστάτης των οδοντιάτρων ο Άγιος Αντύπας πρέπει να ξέρεις κι όπως καταλαβαίνεις, θα χρειαστούμε την βοήθειά του.
Κάνε υπομονή όμως τώρα και μόλις μουδιάσεις αρκετά, θα επιχειρήσω να σου βγάλω το χαλασμένο δόντι. Κι ενώ έλεγε αυτά, άρχισε να ετοιμάζει πάνω στον πάγκο του, τα σχετικά οδοντιατρικά του εργαλεία.
Μου έκανε εντύπωση η προσφορά που έκανε προς τον Άγιο Αντύπα, γι’ αυτό και του έλεγα, ότι δεν γνώριζα την ύπαρξή του Αγίου, όπως δεν ήξερα κι ότι υπήρχε ως προστάτης των οδοντιάτρων. Τα τελευταία λόγια μου όμως τα είπα σαν να μασούσα την γλώσσα μου, γι’ αυτό και ήρθε ο γιατρός να δει, αν το μούδιασμα ήταν τόσο όσο αυτός θα ήθελε.
Αυτό, εξετάζοντας λοιπόν, έτοιμος είσαι μου είπε κι αμέσως άρχισε να σκαλίζει με το τσιγκελάκι του πρώτα, από πού και πώς να πιάσει το δόντι με την τανάλια του. Όταν πια ήταν σίγουρος για όσα έπρεπε να κάνει, έπιασε την προεξέχουσα μύτη του δοντιού μου και με δύναμη άρχισε να κουνάει το δόντι μου μέσω αυτής, προκειμένου να το ξεριζώσει.
Αφού έκανε αρκετές προσπάθειες εκεί και το δόντι μου δεν έλεγε να κουνηθεί από την θέση του, αναγκάστηκε να αλλάξει και το σημείο που το έπιανε, ελπίζοντας σε καλύτερο αποτέλεσμα. Κι από την νέα θέση που το προσπαθούσε όμως, τίποτε δεν κατάφερε, οπότε άρχισε να ανησυχεί.
Μετέφερε και σ’ εμένα την ανησυχία του βέβαια, όταν τον άκουσα να λέει με απορία. Μα, να μην κουνιέται καθόλου? Αυτά λέγοντας, μάλλον έβαλε περισσότερη δύναμη, ή δεν άντεχε περισσότερο το χαλασμένο δόντι, οπότε, έσπασε κάποια στιγμή η μύτη και μαζί με αυτήν, χάθηκε και το μοναδικό σημείο που μπορούσε να το πιάσει.
Ωχ? Έκανε ο γιατρός και μου έδειχνε το σπασμένο κομμάτι. Όπως βλέπεις, τώρα θα μαρτυρήσουμε και οι δυό, γιατί δεν μπορώ να πιάσω το δόντι σου από άλλο σημείο. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, μάλλον πρέπει να σου ανοίξω το ούλο τώρα κι αυτό, ούτε εύκολο είναι, ούτε και ικανά μέσα διαθέτω για τέτοια επέμβαση.
Ότι έχω εδώ δηλαδή, είναι για απλές εξαγωγές, όπως και για μικροεπεμβάσεις. Εσύ όμως χρειάζεσαι κανονικό χειρουργείο τώρα. Αν πάλι σε αφήσω να φύγεις, έχοντας το δόντι σου σ’ αυτήν την κατάσταση, μάλλον θα σε τρελάνει ο πόνος μέχρι να επιστρέψεις στο σπίτι σου το απόγευμα. Οπότε, θέλω, δεν θέλω, πρέπει να επιχειρήσω το άνοιγμα στο ούλο σου, όσο κι αν το φοβάμαι.
Αυτά λέγοντας λοιπόν, για δεύτερη φορά τον έβλεπα να πηγαίνει προς την εικόνα του Αγίου Αντύπα. Κι αφού στάθηκε ξανά αμίλητος μπροστά στην εικόνα του για λίγο, πάλι έπεσε κάτω κι όπως έκανε πριν, άλλες δέκα ξαπλωτές μετάνοιες επανέλαβε πολύ γρήγορα.
Τελειώνοντας κι από αυτές, πήρε ξανά το τσιγκελάκι στα χέρια του και χωρίς να μου μιλά, άρχισε να σκαλίζει για δεύτερη φορά το δόντι μου, προσπαθώντας να βρει άλλο σημείο να το πιάσει όπως υπολόγισα.
Απογοητευμένος από το αποτέλεσμα όμως, σήκωσε το χέρι του κάποια στιγμή από το δόντι μου και τότε μόνον τον άκουσα να λέει, ότι μάλλον έπρεπε να μου ανοίξει αμέσως το ούλο, πριν γίνει κι αυτό επικίνδυνο για μένα.
Ενώ έλεγε αυτά όμως, κοιτούσε το τσιγκελάκι του για αρκετή ώρα χωρίς να κάνει, ή να λέει κάτι κι επειδή μου κίνησε την περιέργεια η στάση του, σήκωσα τα μάτια μου να δω, τι ήταν αυτό που τον κρατούσε άπραγο και δεν μπορούσε να το δικαιολογήσει όπως αποδείχτηκε.
Αυτό λοιπόν θέλοντας να δικαιολογήσει, εμένα ρωτούσε να του πω, τι ήταν αυτό που κρεμόταν από το τσιγκελάκι του. Όπως βλέπω πάτερ, του έλεγα, δόντι είναι. Και μάλιστα, με τέσσερις ρίζες είναι όπως τις μετρώ.
Κι εγώ για δόντι το βλέπω, πρόσθεσε, αλλά πως βρέθηκε εδώ; Το δικό σου είναι δηλαδή; Απορώντας με την λογική του, αυθόρμητα κι εγώ του απαντούσα. Πώς να είναι δικό μου βρε πάτερ, αφού δεν μου το έβγαλες.
Ξαφνιασμένος κι αυτός από το κρεμασμένο δόντι, το άφησε μαζί με το τσιγκελάκι στον πάγκο του και με μεγάλη απορία στο πρόσωπό του όπως έβλεπα, με τα δάχτυλά του έψαχνε το ούλο μου κι όταν διαπίστωσε ότι έλειπε το δόντι από εκεί που ήθελε να το βγάλει και δεν μπορούσε, με έκπληξη έλεγε. Το δικό σου δόντι είναι. Αλλά πώς βγήκε μόνο του; Εσύ πάλι, τίποτε δεν κατάλαβες;
Τι να του έλεγα λοιπόν; Αφού δεν κουνήθηκα καθόλου βρε πάτερ κι αφού εσύ δεν έκανες τίποτε για να το βγάλεις, πώς να καταλάβαινα κάτι; Τόση ώρα το κουνούσες και δεν έλεγε να κουνηθεί και τώρα που το έπιασες με το τσιγκελάκι βγήκε μόνο του; Βγαίνουν μόνα τους τα δόντια δηλαδή;
Λόγω της νάρκωσης, με πολύ δυσκολία του είπα τα παραπάνω όπως καταλαβαίνετε, αλλά κι αυτός, δεν περίμενε να ακούσει περισσότερα. Ο Άγιος Αντύπας το έκανε είπε και για τρίτη φορά τον έβλεπα να πέφτει κάτω και να κάνει άλλες δέκα ξαπλωτές μετάνοιες κάτω από την εικόνα του. Όταν τελείωσε όμως, χαρούμενος πια έλεγε σ’ εμένα και με το δίκαιό του βέβαια. Αν δεν μας το έκανε αυτό ο Άγιος, πολλά θα υποφέραμε οι δυό μας.
Έλα τώρα να σε περιποιηθώ έλεγε και να θυμάσαι, ότι από πολλά μας γλύτωσε. Από ότι βλέπω όμως, μεγάλη τρύπα σου άνοιξαν οι τέσσερεις ρίζες του δοντιού σου. Θα σε περιποιηθώ όπως σου είπα και δεν θα πονάς πολύ. Θα σου δώσω και παυσίπονα όμως, γιατί θα πονέσεις αργότερα.
Αφού λοιπόν έκανε ο γιατρός όσα έπρεπε κι αφού μου έδωσε τις γνωστές οδηγίες των οδοντιάτρων, μου επέτρεψε να φύγω από το ιατρείο του. Πράγματι πόνεσα όμως αργότερα κι όπως μου είπε, μια εβδομάδα πέρασε κι ακόμη με ενοχλούσε η περιοχή. Εγώ όμως, ποτέ δεν ξέχασα να ευχαριστώ τον Άγιο Αντύπα που δεν γνώριζα, για όσα έκανε σ’ εμένα, αλλά και για την προστασία που παρέχει στους οδοντιάτρους.
Μιχάλης Αλταλίκης