Ο παλαίμαχος του Βιετνάμ και ο καθηγητής των αρχαίων Ελληνικών

  Συνέχεια από το προηγούμενο.

Michalis Altalikis II Εξιστορώντας λοιπόν την ζωή του ο Αμερικάνος αρχιλοχίας, ανέφερε ότι ήταν παντρεμένος και ότι τον μετέθεσαν επί τούτου στην Ελλάδα, προκειμένου να ηρεμήσει υπηρετώντας στην επίσης ήσυχη μονάδα τους, δεδομένου ότι αντιμετώπιζε αρκετά ψυχολογικά προβλήματα, μετά από την επιστροφή του από τον πόλεμο του Βιετνάμ στον οποίο συμμετείχε.

 Η υπηρεσία που είχε όμως σ’ αυτήν την μικρή μονάδα, όπως και αυτή των υπολοίπων στρατιωτών του κλιμακίου τους δηλαδή, ήταν οκτάωρης απασχόλησης όπως έλεγε και ότι μαζί με τις υποχρεώσεις του ως αρχιλοχίας, είχε και την ευθύνη της τροφοδοσίας τους από νωπά και κατεψυγμένα τρόφιμα.

 Τα νωπά φρούτα και λαχανικά που χρειαζόταν, τα προμηθευόταν ο ίδιος από την πόλη του Κιλκίς. Την κατεψυγμένη τους όμως τροφοδοσία, την δεχόταν απευθείας από την Αμερική, με την συμμετοχή μιας ειδικής υπηρεσία του Αμερικανικού στρατού.

 – Αυτήν λοιπόν την τροφοδοσία μας από την Αμερική, έλεγε, την κάνουμε συγχρονισμένα και μια φορά την εβδομάδα, όχι μόνον για μας αλλά και για όλες τις άλλες μονάδες που εδρεύουν στην Ελλάδα. Τα τρόφιμα για τις δικές μας ανάγκες, έρχονται με ψυγεία αυτοκίνητα από την Αθήνα, τα οποία και αποθηκεύονται για μια δύο μέρες σε κάποια συμβεβλημένα γι’ αυτόν το σκοπό ψυγεία της Θεσσαλονίκης. Με την καναδέζα λοιπόν που εσύ θα οδηγείς, θα κάνουμε μαζί την παραλαβή της τροφοδοσίας μας από την Θεσσαλονίκη και μαζί θα την μεταφέρουμε στο στρατόπεδο μας, εδώ στην Αργυρούπολη. Μαζί μ’ αυτά όμως, θα επισκεπτόμαστε την Θεσσαλονίκη κάθε μέρα για το ταχυδρομείο μας αλλά και για άλλους λόγους, τους οποία βέβαια θα μάθεις από αύριο και μετά, αφού από αύριο θα μπεις στο δικό μας πρόγραμμα απασχόλησης.

 Αυτά έλεγε ο αρχιλοχίας για τις δικές του όπως και για τις δικές μου υποχρεώσεις και ενώ μου μιλούσε γι’ αυτές, έπινε συνεχώς την μια πίσω από την άλλη τις μπίρες. Και για να μην αφήσει αναπάντητα ερωτήματα στις γεμάτες απορίες σκέψεις που αντιλήφθηκε ότι έκανα γι’ αυτόν, πρόσθεσε.

 – Οι μνήμες που μου έρχονται από την συμμετοχή μου στον πόλεμο του Βιετνάμ, δεν μ’ αφήνουν να ησυχάσω ούτε την ημέρα, ούτε την νύχτα, γι’ αυτό και όταν δεν έχω υπηρεσία όπως τώρα, πίνω μπίρες.

 Μόνο σ’ αυτές βρίσκω κάποια παρηγοριά, έλεγε και συνεχίζοντας τις διευκρινίσεις του συμπλήρωσε, ότι μαζί με τ’ άλλα, είχε και την ευθύνη προβολής των ταινιών που έδειχναν στην αίθουσα του κινηματογράφου τους και ότι αν ήθελα να τις βλέπω, θα έπρεπε να βρίσκομαι εκεί κατά τις πέντε και τριάντα το απόγευμα, γιατί τότε άρχιζε η προβολή τους.

 – Εφόσον όμως σε θέλουμε όλη την ημέρα στην διάθεσή μας, πρόσθεσε, πρέπει και να συμβιώνεις εδώ μαζί με μας και στους δικούς μας χώρους. Θέλουμε να τρως στα δικά μας μαγειρεία και να κοιμάσαι σε κρεβάτι που θα σου διαθέσουμε εμείς, σε κάποιον από τους θαλάμους μας παρέα με τους δικούς μας στρατιώτες. Αυτούς, θα σου τους γνωρίσω λίγο αργότερα. Να ξέρεις όμως, ότι μας εξυπηρετεί το να μένεις εδώ, γιατί εκτός από την ημέρα, έχουμε και την νύχτα ανάγκες που πρέπει με την συμμετοχή σου να τακτοποιούμε και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που επιβάλλει να μένεις μαζί μας.

 Αυτό φαίνεται ότι έκανε και ο προηγούμενος οδηγός τους σκέφτηκα, γι’ αυτό και αγνοούσαμε την ύπαρξη του, όπως έκανε και ο λοχαγός μας, ο οποίος δεν μερίμνησε έγκαιρα για την αντικατάσταση του.

 Όταν τελείωσε ο αρχιλοχίας τις αναφορές που έκανε, ζήτησε στην συνέχεια να μάθει και κάτι για μένα, όσα δηλαδή νόμιζα εγώ ότι θα ήταν χρήσιμα, ώστε να συμβάλω μ’ αυτά στην καλή μεταξύ μας συνεργασία, που όπως και μου το έδειξε αυτό, πολύ θα το ήθελε.

 Όση ώρα άκουγα τον αρχιλοχία να μου μιλά, απορούσα με τον εαυτό μου, για το πως μπορούσα να καταλαβαίνω τόσο καλά αυτά που έλεγε, αφού από τα Αμερικάνικα Αγγλικά που αυτός μιλούσε, εγώ δεν ήξερα όπως είπα, παρά μόνον μερικές λέξεις από τα Αγγλικά του σχολείου.

 Όταν όμως ήρθε η ώρα να πω κι εγώ όσα έπρεπε στα Αγγλικά που δεν ήξερα, κλειδωστόμιασα και υπό την επήρεια του άγχους που με κατείχε από την στιγμή που αναγκάστηκα να υπηρετήσω ως Έλληνας στρατιώτης τους στρατιωτικούς μιας άλλης χώρας, δεν μπορούσα να βγάλω άχνα από το στόμα μου.

 Ωστόσο, κάτι κατάφερα να πω και αφού είδε ο αρχιλοχίας να ιδρώνω  από το ζόρι που είχα, με σταμάτησε.

 – Ok είπε, είναι αρκετά αυτά και σηκώθηκε από την πολυθρόνα που καθόταν.

 Ήταν μεγαλόσωμος άνθρωπος αυτός κι εγώ μπροστά στον δικό του όγκο, ένιωθα μινιατούρα. Τραντάχτηκα όπως καταλαβαίνετε όταν με χτύπησε ελαφρά και φιλικά στην πλάτη μου λέγοντας.

 – Μην ανησυχείς. Όλα είναι καλά. Έλα μαζί μου τώρα, να σου γνωρίσω και αυτούς που δε είναι υπηρεσία αυτήν την ώρα και ξεκουράζονται. Και ενώ πηγαίναμε εκεί που με οδηγούσε συμπλήρωνε.

 – Εδώ κάνουμε όσα μας ζητήσουν, αλλά μόνον όταν είμαστε μέσα στο οκτάωρο της υπηρεσίας μας. Όταν όμως αυτή τελειώσει, κανείς και για τίποτε δεν κουνιέται από την θέση του, έστω και αν πάρει φωτιά το στρατόπεδο. Ό,τι και αν χρειαστεί να κάνουμε καθημερινά μέσα ή έξω από το στρατόπεδο, από την φύλαξη του, μέχρι και τον καθαρισμό του, αυτό το κάνουν οι έχοντες υπηρεσία. Όποιος λοιπόν από μας είναι υπηρεσία, δεν μπορεί για κανένα λόγο να αρνηθεί να κάνει αυτό που θα του ζητήσουν, γιατί τότε οι συνέπειες θα είναι πολύ αυστηρές γι’ αυτόν. Δεν είμαστε δηλαδή όπως εσείς, πού μέρα και νύχτα είστε υπηρεσία κάτω από τις διαταγές των αξιωματικών σας. Εμείς ήμαστε μισθωτοί και ήμαστε όπως ακριβώς οι εργαζόμενοι σε μια επιχείρηση που έχουν διευθυντή και αυτό ισχύει για όλους, στρατιώτες και αξιωματικούς. Όταν όμως τελειώσει το οκτάωρο μας, πρόσθεσε, κανείς διευθυντής δεν μπορεί να πει στους εργαζομένους να κάνουν αυτό, ή εκείνο, ή να τους φωνάξει να γυρίσουν πίσω από εκεί που ξεκουράζονται.

 Αυτά έλεγε ο αρχιλοχίας μέχρι που μπήκαμε σε ένα θάλαμο, μέσα στον οποίο υπήρχαν δώδεκα κρεβάτια όπως τα μέτρησα, πάνω στα οποία ξάπλωναν μερικοί, ενώ άλλοι διάβαζαν μέσα από κάτι περιοδικά που κρατούσαν στα χέρια τους.

 Ένας έκανε γυμναστική εκεί μέσα και ένας άλλος έγραφε γράμμα στην γυναίκα του απ’ ότι μας είπε αργότερα. Όταν ο Αρχιλοχίας τους είπε, ότι είμαι ο νέος τους οδηγός, αναφέροντας τους και το όνομα μου, ένας ένας απ’ αυτούς έλεγε το δικό του και έτσι κάναμε την πρώτη μας γνωριμία. Στο τέλος, μου έδειξε ο αρχιλοχίας και το δικό μου κρεβάτι.

 – Εδώ είναι το δικό σου κρεβάτι και όπως σου είπα, μπορείς από τώρα να φέρεις τα πράγματα σου και να τα βάλεις μέσα στην ντουλάπα σου.

 Άκουγα με προσοχή αυτά που μου έλεγε και όπως ήταν επόμενο αυτό, δεν είδα αυτόν που μας πλησίασε εν τω μεταξύ και περίμενε δίπλα μας, ώστε στην πρώτη ευκαιρία να μου συστηθεί. Γύρισα να τον δω λοιπόν υπακούοντας στο νεύμα που μου έκανε ο αρχιλοχίας και όταν το έκανα, είδα ότι ήταν ένας από τους συγκάτοικους του θαλάμου.

 Έχοντας προτεταμένο το χέρι του αυτός μου συστηνόταν, λέγοντας ότι ήταν καθηγητής της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας και ότι δίδασκε σε ένα πανεπιστήμιο όπου παρακολουθούσαν μαθητές, με στόχο να γίνουν μεγάλα διοικητικά στελέχη επιχειρήσεων.

 Απόρησα γι’ αυτά που άκουσα να λέει ο καθηγητής, γι’ αυτό και κάτι πήγα να τον ρωτήσω, αλλά σαν είδε αυτός ότι δυσκολευόμουν να το κάνω, κοίταξε προς τον αρχιλοχία, εκφράζοντας την δική του απορία.

 – Δεν ξέρει Αγγλικά, του απάντησε αυτός χωρίς να ακούσει το ερώτημα. Ό,τι και να του πεις όμως το καταλαβαίνει όπως διαπίστωσα, γι’ αυτό κι εσύ μίλα του ελεύθερα, όπως θα έκανες με κάποιον που όντως ξέρει καλά Αγγλικά.

 Μετά από κείνη την εξήγηση του αρχιλοχία, ξεθάρρεψε ο καθηγητής και του ζήτησε να μ’ αναλάβει υπό την προστασία του, προκειμένου να μου μάθει αυτός και το συντομότερο δυνατόν την γλώσσα που έπρεπε να ξέρω.

 – Μη φοβάσαι μου είπε στο τέλος ο καθηγητής. Όσα δεν καταλαβαίνεις εσύ στα Αγγλικά, θα σου τα λέω εγώ στα αρχαία Ελληνικά και έτσι μια χαρά θα συνεννοηθούμε.

 – Μα του είπα, εγώ δεν ξέρω να μιλώ τα αρχαία Ελληνικά και ούτε είναι δυνατόν να συνεννοηθούμε σ’ αυτήν την γλώσσα.

 Τα έχασε ο άνθρωπος σαν άκουσε να του λέω τα αυτονόητα για μας.

 – Δεν ξέρεις εσύ να μιλάς την μητρική σας γλώσσα;

 – Δεν ξέρω του είπα, γιατί τα αρχαία Ελληνικά, εμείς τα έχουμε μόνον σαν μάθημα στο γυμνάσιο. Έξω από το σχολείο όμως κανείς από μας και για κανένα λόγο δεν τα μιλάει.

 – Αυτό είναι πολύ κακό είπε ο καθηγητής. Τα αρχαία Ελληνικά τα επιβάλουμε εμείς στα πανεπιστήμια γιατί αναπτύσσουν το πνεύμα κι εσείς τα υποτιμάτε; Ξέρεις τουλάχιστον τους στίχους από την Οδύσσεια;

 – Μόνον αυτό του είπα θυμάμαι ¨ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ¨ και σταμάτησα εκεί, γιατί έως εκεί θυμόμουν.

 – Κρίμα είπε αυτός, γιατί εγώ ξέρω όλους τους στίχους απέξω και σαν άρχισε να τους απαγγέλει δεν έλεγε να σταματήσει.

 Θαύμασα την δυνατότητα που είχε ο καθηγητής και αισθάνθηκα άσχημα όπως καταλαβαίνετε για το ότι βρέθηκα τόσο πολύ αδιάβαστος.

 Αφού ήδη είχαμε συνεννοηθεί όμως για όσα έπρεπε με τον αρχιλοχία, μ’ άφησε χαμογελώντας αυτός στην διάθεση του καθηγητή και πολύ καθαρά το έδειξε αυτό ότι ήταν υπερήφανος για την δυνατότητα του Αμερικάνου στρατιώτη, που όπως αποδείχτηκε με καθήλωσε με τις γνώσεις του.

 Κοντοστάθηκε όμως φεύγοντας, για να μου πει κάτι ακόμη σαν υστερόγραφο.

 – Φέρε τα πράγματά σου, ή μη τα φέρνεις καθόλου αν θέλεις. Ό,τι θα χρειαστείς πάντως για την παραμονή σου στους δικούς μας χώρους, να ξέρεις ότι θα σου το δώσουμε εμείς, γι’ αυτό κανόνισε όπως εσύ νομίζεις.

 Μετά απ’ αυτό το υστερόγραφο, έφυγε ο αρχιλοχίας από τον θάλαμο και μόλις έφυγε αυτός, μαζεύτηκαν γύρω από μένα και τον καθηγητή οι υπόλοιποι συγκάτοικοι και με τον τρόπο του ο καθένας απ’ αυτούς, έδειχνε την φιλική του διάθεση προς το πρόσωπο μου.

 Εξετάζοντας την συμπεριφορά τους όμως, θαύμαζα την απλότητα που διέθεταν εκείνοι οι άνθρωποι, όπως και για το άδολο του αυθορμητισμού τους που μου έδειχναν. Αφού μου είπαν πολλά και διάφορα ακόμη για την καθημερινότητα τους, προσπάθησα κι εγώ με την σειρά μου να τους πω κάτι στην γλώσσα τους και μ’ αυτό το σκεπτικό, τους ευχαρίστησα κάπως για την συμπαράσταση που ήταν διαθέσιμοι να μου προσφέρουν.

 Τελειώνοντας τις ευχαριστίες μου όμως τους βεβαίωνα, ότι θα πήγαινα  να φέρω τα πράγματα μου και ότι αμέσως θα γύριζα κοντά τους, γιατί όντως ενθουσιάστηκα από την συμπεριφορά τους. Τους είπα ακόμη, ότι ανάμεσα τους αισθανόμουν έτσι όπως αν ήμουν ένα ισάξιο μέλος κάποιας μεγάλης επιχείρησης.

 Εγώ βέβαια, αυτά ήθελα να τους πω με τα δικά μου Αγγλικά. Όταν όμως τους είδα να με κοιτούν αμίλητοι, είπα μέσα μου.

 – Ωχ, τους μπλόκαρα. Απ’ όσα τους είπα, τίποτε δεν κατάλαβαν. Αυτοί όμως αν και κάπως καθυστερημένα βέβαια, μου είπαν αυθόρμητα.

 – Ok θα σε περιμένουμε.

Συνεχίζεται…

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *