Εκτός από τις φανερές σπουδές που έπαιρνα από τον πατέρα μου όμως, σπούδαζα και από μέσα μου, εσωτερικά. Γινόταν κουβέντα μέσα μου για το κάθε τι και τίποτε δεν με προσπερνούσε, χωρίς να μου αφήσει αυτό που έπρεπε να σπουδάσω.
Δεν ξέρω γιατί γινόταν αυτό, ούτε και γιατί υπήρχε αυτή η διαδικασία μέσα μου, ούτε γιατί εγώ είχα σκεπτικό ενήλικα ανθρώπου, αν και ήμουν παιδί. Δεν διάλεξα εγώ να υπάρχω ως ενήλικας από τα οκτώ μου χρόνια, αφού παιδί ήμουν και ως παιδί ήθελα να υπάρχω. Ηλικιωμένος θα γινόμουν αργότερα και στην ώρα μου.
Χωρίς την δική μου συγκατάθεση λοιπόν, θέλοντας και μη, σπούδαζα στο σπίτι, στο μαγαζί, στο σχολείο, στον δρόμο, παντού. Δεν με κούραζε όμως αυτή η διαδικασία της σπουδής, γιατί δεν την έκανα εγώ. Γινόταν από μόνη της και χωρίς να υπάρχει καμιά δική μου προσπάθεια.
Ωστόσο, διαπίστωσα ότι είχα κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Όταν διάβαζα ένα κείμενο, δεν έβλεπα καθαρά τις λέξεις που διάβαζα. Όταν πάλι προσπαθούσα να τις βλέπω καθαρά διαβάζοντας, τότε δεν μπορούσα να τις αρθρώσω και δεν καταλάβαινα τι διάβαζα.
Στην πρόθεση μου να γράψω μια λέξη, ερχόταν η εικόνα της μπροστά μου και την έγραφα όπως την έβλεπα εσωτερικά. Την έγραφα δηλαδή, όπως ακριβώς κάνουμε, όταν ζωγραφίζουμε κάτι φανταστικό. Δυστυχώς για μένα όμως και δεν ξέρω για ποιο λόγο, όλες τις λέξεις τις έβλεπα λανθασμένα. Όταν πάλι έκανα προσπάθεια να θυμηθώ την ορθογραφία τους, μπλόκαρα, γι’ αυτό και τις έγραφα με περισσότερα λάθη.
Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ξύλο έφαγα από τους δασκάλους μου για την ανορθογραφία μου, όταν αυτοί με χτυπούσαν αλύπητα με βέργα κρανιάς στα χέρια. Ούτε και το πόσες προσβολές μου έγιναν από τους δασκάλους μου μπορείτε να φανταστείτε, αυτές που μου έκαναν μπροστά στους συμμαθητές και στους γονείς μου, χωρίς βεβαίως να μπορώ εγώ να κάνω κάτι, ώστε να διορθώσω αυτό το πρόβλημα.
Αν γνώριζα τι να κάνω ώστε να το διορθώσω, βεβαίως και θα το έκανα. Δεν ήμουν αδιάφορος και δεν μου άρεσαν οι προσβολές που μου έλεγαν οι δάσκαλοι. Αλλά τι μπορούσα να κάνω, αφού όντως δεν έβρισκα λύση;
Δέχτηκα λοιπόν και εγώ, ότι γεννήθηκα όπως πολλοί άλλοι άνθρωποι με κάποιο ελάττωμα και ότι στο εξής, με αυτό έπρεπε να αντιμετωπίσω τη ζωή μου. Για να εξευμενίσω κάπως το μένος των δασκάλων, τους έκανα με τα δαρμένα χέρια μου ένα σωρό από καλλιτεχνήματα και ζωγραφιές και επειδή τους άρεσαν αυτά, τα κρεμούσαν στους τοίχους.
Όσα και αν τους έκανα όμως, στην προσπάθεια μου να τους δείξω ότι μπορούσα να κάνω άλλα πράγματα εις αντιστάθμισμα της ανορθογραφίας μου, αυτοί παρέμεναν ανένδοτοι. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η ορθογραφία, γι’ αυτό και δεν μου τη χάριζαν, με τάραζαν στις ξυλιές. Αν και απορώ ακόμα, πως και δεν έμειναν παράλυτα τα χέρια μου από τις ξυλιές που έφαγα, σας πληροφορώ, ότι ακόμη παραμένω ανορθόγραφος.
Με αντιμετώπιζαν ως αδιάφορο αυτοί και όταν έλεγαν στον πατέρα μου, το παιδί δεν τα παίρνει τα γράμματα, εξαιτίας της ανορθογραφίας μου, εκείνος στεναχωριόταν και το έδειχνε με τον δικό του τρόπο, λέγοντας.
– Που θα πας ρε συ αγράμματος; Δεν σου αρέσει και το μαγαζί, πως θα ζήσεις;
Δεν κάκιζα κανέναν για όσα μου συνέβαιναν τότε, γιατί η αδυναμία ήταν δική μου και οι επιπτώσεις ήταν τέτοιες που όριζαν οι νόμοι της εποχής. Δεν είχα λοιπόν, παρά να υποστώ αδιαμαρτύρητα τις επιπτώσεις, εφόσον δεν μπορούσα να αλλάξω εκείνα τα δεδομένα από μόνος μου.
Και οι δάσκαλοι βέβαια, το ίδιο με μένα έκαναν. Εφάρμοζαν ό,τι έβλεπαν από τους άλλους να κάνουν, ή όπως αυτοί νόμιζαν ότι ήξεραν για το τι πρέπει να κάνουν, αλλά μόνον εγώ ήμουν ο εξεταζόμενος. Κανείς από αυτούς δεν σκέφτηκε να εξετάσει, μήπως και είχα κάποιο πρόβλημα και εξαιτίας αυτού δεν μπορούσα να ανταποκριθώ ορθογραφικά.
Αφού εντόπισαν αδιαφορία στις ενέργειές μου όμως, επέμεναν μετά, ότι εγώ έπρεπε να δώσω και την λύση και να την δώσω μάλιστα, όπως αυτοί γνώριζαν ότι πρέπει.
Τώρα και στα εξήντα πέντε μου χρόνια, άκουσα από μια εκπομπή στην τηλεόραση, να μιλούν για κάποια πάθηση των παιδιών πού την ονόμασαν δυσλεξία, τα συμπτώματα της οποίας ταιριάζουν πολύ με τα δικά μου.
Οι δάσκαλοι όμως εκείνης της εποχής δεν την ήξεραν αυτή την πάθηση, γι’ αυτό και όποιος ήταν ανορθόγραφος, ήταν αδιάφορος γι αυτούς και τούς αδιάφορους, κάπως έτσι τούς φέρονταν, χτυπώντας τους αλύπητα με βέργα κρανιάς στα χέρια.
Σπούδαζα λοιπόν όπως είπα και όλες οι σπουδές μου ήταν με επιπτώσεις. Είχα όμως και μια άλλη, πιο κρυφή και προσωπική σπουδή. Αυτή μάλιστα ήταν τέτοια, που προερχόταν μάλλον από την Παναγία μας. Ποτέ δεν με ξέχασε Αυτή, αλλά ούτε και το αίτημα μας αγνόησε, όταν με κείνη την διαδικασία που έκανε προ καιρού ο παπάς του χωριού μας, με παρέδωσε στην προστασία Της.
Με βεβαίωνε λοιπόν καθημερινά και κρυφά Αυτή, ότι είναι πάντα δίπλα μου, ότι με προστατεύει και ότι δεν χρειαζόταν να το συζητώ αυτό μαζί Της, αφού από μόνη Της θα φρόντιζε την προστασία μου. Το μόνο που έμενε σε μένα λοιπόν, ήταν απλώς και μόνο να το ξέρω.
Εκτός από αυτό, μου παραχώρησε και την δυνατότητα να έχω συνεχώς, μνήμη Θεού. Αυτή τη μνήμη, την είχα πάντα μέσα μου, είτε ήμουν στο σχολείο, είτε στο μαγαζί, είτε έπαιζα, είτε κοιμόμουν. Δεν ήξερα πως να το κάνω αυτό από μόνος μου, αλλά ούτε και από το σπίτι μου, ή από το σχολείο μου είχα καμιά τέτοια ενημέρωση περί μνήμης Θεού.
Το απέδωσα στην Παναγία μας κι αυτό, γιατί ποιος άλλος εκτός από Αυτήν θα μπορούσε να οδηγήσει ένα μικρό παιδάκι προς αυτήν την κατεύθυνση; Αυτή λοιπόν η μνήμη Θεού που αναφέρω, ήταν από μόνη της σε εγρήγορση, γι’ αυτό και ήθελα δεν ήθελα την είχα. Ήταν πάντα εκεί και σιωπηλή. Άκουγε, έβλεπε και έλεγχε διακριτικά, ό,τι σκεπτόμουν, ό,τι έλεγα και ό,τι έκανα, επιτρέποντας σε μένα να γνωρίζω απλώς και μόνο, το πότε συμφωνούσε ή διαφωνούσε με τις θέσεις μου.
Ήταν μια ειδική όσο και εκπαιδευτική σχέση αυτή, που υπέθεσα ότι μου χαρίστηκε από την Παναγία μας, όπως είπα, γιατί δεν μπορούσα να την αποδώσω ούτε σε μένα, ούτε σε κανέναν άλλον από τον περίγυρό μου, αφού κανείς δεν ήξερε πως να με οδηγήσει προς αυτή την κατεύθυνση.
Μέσα από αυτή τη σχέση όμως, όπως ήταν και πολύ λογικό, εγώ φιλοσοφούσα και όλα όσα γίνονταν γύρω μου και αυτό πάλι το έκανα έτσι, όπως θα το έκανε ένας ενήλικας και πολύ έμπειρος άνθρωπος.
Απορούσα βέβαια γιατί μου συνέβαιναν όλα αυτά, όπως απορούσα και με το γιατί διέφευγε αυτή η σχέση από την προσοχή και το ενδιαφέρον των μεγαλύτερων ανθρώπων, δεδομένου ότι από κανένα δεν άκουγα να κάνει αναφορά σ’ αυτή τη σχέση. Αυτός ήταν και λόγος που με έκανε να νιώθω έντονα τη διάθεση, να πω εγώ σ’ αυτούς.
– Μα, πως μπορείτε και ζείτε μόνον για την επιβίωσή σας, χωρίς να σας ενδιαφέρει η σύνδεσή σας με τον Θεό;
Με το σκεπτικό όμως, ποιος θα ακούσει ένα παιδί και με ποια ιδιότητα και πώς και πού θα πω εγώ τέτοια πράγματα, έπνιγα αυτόν το λογισμό όσο και αν με ενοχλούσε.
Εκπαιδευμένος παντοιοτρόπως λοιπόν και προστατευμένος διαρκώς στην καθημερινή μου ζωή, χωρίς να ξέρω γιατί μου συνέβαινε αυτό, δεν είχα παρά να δεχθώ αυτήν την αφειδώς προσφερόμενη προστασία της Παναγία μας, ευχαριστώντας Αυτήν, που από τότε την θεωρούσα και ακόμη θεωρώ πλέον μητέρα μου.
Αναρίθμητες είναι οι παρεμβάσεις Της στη ζωή μου και στα καθημερινά μικρά και μεγάλα απρόσεκτα ατυχήματα μου, έτσι που μπορώ να πω, ότι στην κυριολεξία ποτέ δεν με έχανε από τα μάτια Της, αφού ήταν πάντα εκεί και οπουδήποτε Την χρειαζόμουν.
Μιχάλης Αλταλίκης