Ήρθε και η πρωτομαγιά όμως στην συνέχεια κι όταν ήρθε, μας κάλεσαν οι γείτονες μας στο εξοχικό τους, σ’ αυτό δηλαδή που διέθεταν στην περιοχή της Μηχανιώνας, προκειμένου να την γιορτάσουμε μαζί τους και στην εξοχή μάλιστα. Πήγαμε λοιπόν να τους επισκεφτούμε αφού θα τους χαροποιούσαμε με την παρουσία μας όπως μας το τόνισαν και μαζί μας πήραμε μόνον τον μικρό μας Αλέξανδρο, δεδομένου ότι τον Κωνσταντίνο μας τον κράτησαν στην γειτονιά τους τα πεθερικά μου.
Κι επειδή δεν θα μας επέτρεπαν οι γείτονες μας να κάνουμε και πολλά πράγματα στον χώρο του εξοχικού τους, ευχαρίστως αναλάβαμε κι εμείς την υποχρέωση να τους βοηθήσουμε, μόνον στο πως θα έτρωγαν με όρεξη τις Μαγιάτικες σαρδέλες που είχαν σκοπό να ψήσουν στα κάρβουνα για όλους μας, αλλά και πως θα προσέχαμε τις κινήσεις του μικρού μας Αλέξανδρου, ο οποίος συνήθιζε να μας κάνει πολλές ζημιές όπως σας το είπα στα προηγούμενα.
Μην έχοντας όμως κι αυτός τι να κάνει εκεί και πώς να περάσει την ώρα του, έπαιζε ανενόχλητος και μόνος του στην αυλή του σπιτιού τους και σημασία δεν έδινε για την δική μας ανησυχία, μη τυχών και μας φύγει από την εύλογη και άγρυπνη θα έλεγα επιτήρηση των κινήσεών του, αφού στο λεπτό αυτός μπορούσε να μας βάλει σε μπελάδες.
Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα και ψήθηκαν μερικές από τις πρώτες σαρδέλες που μπήκαν πάνω στα κάρβουνα, τις έβαλε σε μια πιατέλα ο γείτονας μας και με πολύ σπουδή σαν καλός ψήστης, τις έφερε στο τραπεζάκι που καθόμασταν, προκειμένου να τις δοκιμάσουν οι καλεσμένοι του. Πριν προλάβουμε όμως να κάνουμε εμείς την δική μας δοκιμή, όταν αυτές είχαν κρυώσει κάπως, πρόλαβε κι έκανε την δική του ο Αλέξανδρος, ο οποίος άρπαξε μια από αυτές και την έσφιγγε δυνατά στην χουφτίτσα του.
Ανησυχήσαμε είναι αλήθεια, μη τυχών του συμβεί κάποιο κακό εξαιτίας της, οπότε, αμέσως σχεδόν προσπάθησε η γυναίκα μου να του την πάρει από το χέρι. Όπως ήταν αναμενόμενο όμως, τίποτε δεν κατάφερε, για τον λόγο ότι δεν της το επέτρεπε ο μικρός μας, ο οποίος συνέχισε να κρατά την σαρδέλα του, χωρίς ωστόσο να την βάζει στο στόμα του.
Είναι αλήθεια τώρα, ότι λεπτό δεν μείναμε ήσυχοι βλέποντας εκείνη την σαρδέλα στο χέρι του. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που αρκετές φορές ακόμη προσπάθησε η γυναίκα μου να πετύχει τον σκοπό της, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Όχι μόνον δεν της επέτρεπε αυτός να του πάρει την σαρδέλα από το χέρι, αλλά κι έκλαιγε κάθε φορά που του γινόταν η σχετική επίθεση.
Για να μην κλαίει λοιπόν ο Αλέξανδρος, τον αφήσαμε να την κρατά αφού τόσο πολύ την ήθελε κι όπως ήταν απαραίτητο πια αυτό, με πολύ προσοχή παρακολουθούσαμε και την παραμικρή του κίνηση, οπότε είδαμε κάποια στιγμή να την βάζει στο στόμα του και να την δαγκώνει. Ανησυχήσαμε όπως καταλαβαίνετε στο ενδεχόμενο να έκοβε κάτι από αυτήν, γι’ αυτό κι αμέσως σηκωθήκαμε από την θέση μας, προκειμένου να προλάβουμε το πιθανό κακό.
Με ανακούφιση όμως βλέπαμε εκεί, ότι τα δοντάκια του ήταν πολύ μικρά ακόμη για σοβαρή επέμβαση στην σαρδέλα, οπότε δεν μπόρεσε να κόψει μεγάλο κομμάτι από αυτήν, το οποίο και μασούσε με ευχαρίστηση στην συνέχεια. Εκτός από τις σαρδέλες όμως, υπήρχαν σ’ εκείνη την αυλή και πολλές μικρές και στρογγυλές πέτρες, από αυτές δηλαδή που έφερε από την θάλασσα για τους δικούς του λόγος ο γείτονάς μας, της οποίες έσκυβε κάθε τόσο και τις έπαιρνε στα χέρια του ο μικρός μας Αλέξανδρος.
Μια από αυτές όμως τον εντυπωσίασε όπως φάνηκε, οπότε υποχρεώθηκε να την κρατήσει στο χέρι του για κάποιο λόγο που αυτός ήθελε κι αφού την επεξεργάστηκε αρκετά προσεκτικά, τον είδαμε να την ρίχνει κάτω για δική μας ανακούφιση. Την ξαναπήρε όμως μετά από λίγο την οποία και κρατούσε συνεχώς με το αριστερό του χέρι, αφού με το δεξί του κρατούσε την σαρδέλα του όπως είπαμε, την οποία κι έγλυφε κατά διαστήματα αντί να την δαγκώνει όπως έκανε πριν.
Η ανησυχία μας ήταν μεγαλύτερη από εκείνη την στιγμή και μετά όπως καταλαβαίνετε, γιατί εύκολα μπορούσε να μπερδέψει τα χέρια του το παιδί και να βάλει την πέτρα στο στόμα του αντί για την σαρδέλα. Με ορατό τον κίνδυνο λοιπόν να καταπιεί το παιδί την πέτρα και να αντιμετωπίζουμε στα ξαφνικά ανεπιθύμητα προβλήματα όλοι μαζί, έτρεχα προς το μέρος του, μήπως και προλάβω να υποστούμε αυτό που φοβήθηκα μη μας συμβεί.
Δεν τον πρόλαβα όμως, γιατί όντως μπέρδεψε αυτός τα χέρια του και αντί να βάλει την σαρδέλα στο στόμα του, έβαλε την πέτρα. Ήταν στρόγγυλη όμως αυτή όπως σας είπα κι όταν ήρθε σε επαφή με το λαδωμένο του στόμα, γλίστρησε και χωρίς να το επιθυμούμε εμείς αλλά κι ο μικρός μας Αλέξανδρος, την κατάπιε.
Όπως το διαπίστωνα όμως, δεν μπόρεσε να καταπιεί την πέτρα. Στάθηκε στον λαιμό του αυτή για την ακρίβεια κι εξαιτίας της πνιγόταν το παιδί. Είχε τα μάτια τεντωμένα ο μικρός μας Αλέξανδρος και το χρώμα του προσώπου του έγινε τόσο σκούρο, που όντως φοβήθηκα ότι δεν θα μπορούσα να τον γλιτώσω κι ότι θα τον χάναμε μέσα από τα χέρια μας.
Τον σήκωσα βέβαια στην αγκαλιά μου, αλλά δεν ήξερα και τι ακριβώς έπρεπε να κάνω εκεί προκειμένου να τον βοηθήσω. Ευτυχώς για όλους μας όμως έτρεχε και η γυναίκα μου πίσω από εμένα, η οποία άρπαξε από την αγκαλιά μου τον Αλέξανδρο κι αφού τον έκανε τούμπα στον αέρα, τον κρατούσε με το ένα χέρι από τα πόδια έχοντας το κεφάλι του προς τα κάτω, ενώ με το άλλο χέρι τον χτυπούσε πολύ δυνατά στην πλάτη του.
Τον χτύπησε αρκετές φορές μπορώ πω, έως ότου είδα επιτέλους την πέτρα να πετάγεται έξω από τον λαιμό του και τον μικρό μας Αλέξανδρο να παίρνει βιαστικές ανάσες προκειμένου να επιστρέψει στην ζωή. Από την τρομάρα που πήρε όμως, έκλαιγε ασταμάτητα μετά, όπως κι εμείς άλλωστε, που για αρκετή ώρα τρέμαμε ακόμη από το στρες που περάσαμε.
Μας βγήκε ξινή με λίγα λόγια εκείνη η εκδρομή, αλλά όταν έχει κανείς μικρά παιδιά μαζί του, είτε μέσα, είτε έξω από το σπίτι του βρίσκεται, δεν πρέπει να είναι ποτέ σίγουρος, ότι εκεί που είναι θα διασκεδάσει και προπαντός, δεν πρέπει να είναι σίγουρος, ότι θα ελέγχει την κατάσταση κι ότι δεν θα συμβούν σ’ αυτόν ποτέ τέτοια ατυχήματα.
Ωστόσο βέβαια, φτηνά την γλιτώσαμε τότε, γιατί το κακό δεν θέλει πολύ χρόνο για να κάνει την ζημιά του. Πριν καλά, καλά, ξεχάσουμε το πάθημα μας όμως, με την στρόγγυλη πέτρα που κατάπιε ο Αλέξανδρος, άλλο του προκάλεσε η γυναίκα μου, έστω και χωρείς την θέλησή της.
Πλησιάζαμε προς το καλοκαίρι πια κι ο καιρός περνούσε ήσυχα σχετικά, εκτός από το ότι είχαμε μονίμως στραμμένο τον νου μας, προς τα ξαφνικά καρδιακά επεισόδια του πεθερού μου, τα οποία βέβαια, ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να του παρουσιαστούν, αλλά και να τον ταλαιπωρήσουν, ή να τον βάλουν σε πολύ μεγάλο κίνδυνο.
Αυτό έχοντας στο μυαλό μου λοιπόν, έβγαινα σκεπτικός από το γραφείο μου ένα πρωινό, με σκοπό να επισκεφτώ τους πελάτες που είχα στο ημερήσιο πρόγραμμά μου. Πριν προλάβω να βγω όμως από το προσωπικό μου γραφείο, άκουσα να χτυπά το τηλέφωνο στο τηλεφωνικό κέντρο της εταιρείας που δούλευα, οπότε και κοντοστάθηκα να αφουγκραστώ για λίγο το κουδούνισμά του. Βεβαιωμένος μετά ότι για μένα ήταν εκείνο το τηλεφώνημα, έλεγα με σιγουριά προς την τηλεφωνήτρια μας.
– Για μένα είναι αυτό. Δώσε μου την γραμμή στο γραφείο μου.
Πολλές φορές βέβαια της το έκανα αυτό, χωρείς να κάνω ποτέ λάθος, οπότε μου πέρασε κι αυτή, αυτόματα την γραμμή που της ζήτησα. Πριν προλάβω όμως να πω εμπρός, άκουγα από το ακουστικό την γυναίκα μου να μου λέει κλαίγοντας.
– Έχασα το παιδί. Μου το πήραν μέσα από τα χέρια. Έλα γρήγορα, γιατί δεν ξέρω τι να κάνω. Μια ώρα τώρα το ψάχνω και δεν το βρίσκω πουθενά.
– Καλά ρε γυναίκα, τσάντα είναι το παιδί και σου την έκλεψαν; Πού είχες τον νου σου εσύ, όταν σου έπαιρναν το παιδί; Που να το βρω τώρα εγώ;
Αυτά κι άλλα πολλά της έλεγα από το τηλέφωνο και σκούπιζα τον κρύο ιδρώτα που έλουζε το πρόσωπο μου κι επειδή δεν έβγαινε άκρη από τηλεφώνου, το έκλεισα και πήγα αμέσως να την βρω, στην λαϊκή της γειτονιάς μας όπως μου είπε. Όταν μετά από τριάντα λεπτά περίπου την βρήκα εκεί, μου έλεγε πάλι κλαίγοντας.
– Εδώ ήμουν και το κρατούσα από το χέρι. Άφησα κάποια στιγμή το χεράκι του για να πληρώσω τον μανάβη κι όταν τελείωσα απ’ αυτήν την διαδικασία, άπλωσα το χέρι μου και τον έπιασα πάλι, χωρίς όμως να τον βλέπω, γιατί ακόμη ταχτοποιούσα τα ρέστα μου. Ενώ λοιπόν ήμουν ακόμη απασχολημένη με τα ρέστα, διαπίστωσα από την λαβή του χεριού που κρατούσα, ότι αυτό που έπιανα, δεν ήταν το γνωστό σε μένα χέρι του Αλέξανδρου κι αυτό με έκανε να σκύψω το κεφάλι μου προκειμένου να τον δω.
Μου κόπηκε το αίμα όμως, όταν είδα να κρατώ από το χέρι ένα ξένο σε μένα κοριτσάκι. Γύρισα πίσω, πήγα πάνω, κάτω σε όλη την λαϊκή, αλλά πουθενά δεν βρήκα την άλλη γυναίκα που λογικά έπρεπε να ψάχνει το δικό της παιδί. Ο μανάβης, όπως και όλοι οι γνωστοί που ήταν εκεί και ξέρουν τον Αλέξανδρο, ανέβασαν το κοριτσάκι σε έναν άδειο πάγκο, προκειμένου να το βρει εύκολα η δική του μαμά και όλοι τους ήρθαν μαζί μου ύστερα, ψάχνοντας παντού τον Αλέξανδρο, αλλά πουθενά δεν τον βρήκαμε. Τι θα κάνω τώρα; Που θα βρω το παιδί μου;
Αυτά έλεγε αυτή κι αφού την έβαλα να καθίσει σε μια καρέκλα που της έδωσαν, άρχισα να ψάχνω εγώ το παιδί πλέον και το έψαχνα σε όλο τον χώρο της λαϊκής. Προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμος γιατί και να μάλωνα με την γυναίκα μου εκείνη την στιγμή για την απροσεξία που έδειξε, δεν θα κέρδιζα τίποτε και θα έχανα τον πολύτιμο χρόνο που χρειαζόμουν προκειμένου να βρω το παιδί μου και ακόμη δεν ήξερα προς τα πού να το αναζητήσω, αφού δεν ήξερα ποιός ή ποια της το πήρε.
Όποιον γνωστό μας έβλεπα στην λαϊκή και ήξερε το θέμα, από μόνος του μου έλεγε ότι κι αυτός τον έψαχνε. Όποιος πάλι δεν ήξερε τίποτε για το περιστατικό, τον ενημέρωνα στα γρήγορα ώστε κι αυτός να με βοηθήσει. Έτσι όπως περπατούσα όμως και βιαστικός ανάμεσα στους ανθρώπους που έκαναν κι αυτοί τα ψώνια τους εκείνη την ώρα, έβλεπα κι έναν άλλον να τους σπρώχνει με την ίδια βιασύνη, ο οποίος μου έκανε κι αυτός ερωτήσεις μόλις με εντόπισε, έχοντας έντονα ζωγραφισμένη την αγωνία στο πρόσωπό του, δεδομένου ότι γνωστός μου ήταν κι αυτός.
– Τι ψάχνεις Μιχάλη;
– Άσε. Μια χαζή γυναίκα, άλλαξε κατά λάθος το παιδί της, με το δικό μας παιδί. Όταν κατάλαβε η δική μου γυναίκα, ότι κρατούσε ξένο παιδί στα χέρια της, πήγε και το ασφάλισε, τοποθετώντας το πάνω σε ένα πάγκο, ώστε να το βρει εύκολα η μητέρα του, η οποία βέβαια το βρήκε και το πήρε όπως αποδείχτηκε.
Ξέχασε όμως να κάνει κι αυτή το ίδιο για το ξένο παιδί κι αφού τίποτε σχετικό δεν έκανε, ψάχνω τώρα στα τυφλά εγώ να το βρω, αφού η δική μου γυναίκα τα έπαιξε και κλαίει απαρηγόρητη κάπου εκεί μέσα στην λαϊκή, περιμένοντας να της το επιστρέψω εγώ, αφού αρκετή ώρα αυτή το ψάχνει χωρείς αποτέλεσμα.
Μόλις του ολοκλήρωσα την αναφορά μου, έλεγε κι αυτός θυμωμένος θα έλεγα μ’ εκείνη την χαζή γυναίκα που του ανάφερα και τίποτε δεν έκανε για το δικό μας παιδί.
– Άκου φίλε μου. Αυτή η χαζή γυναίκα που μου αναφέρεις, είναι η δική μου γυναίκα. Η οποία, πράγματι έφερε το εγγονάκι μας στο σπίτι κι αφού μου εξιστόρησε όλα όσα κι εσύ τώρα μου είπες, την χαστούκισα όταν άκουσα να μου λέει, ότι παράτησε στον δρόμο το ξένο παιδί κι ότι το άφησε μάλιστα εκεί που ούτε και η ίδια δεν ξέρει να μου πει που ακριβώς βρέθηκε. Μετά από όσα άκουσα να μου λέει λοιπόν, βγήκα να ψάξω κι εγώ για το ξένο παιδί, μήπως και το βρω εγώ, ώστε να ανακουφίσω την μάνα του, η οποία, λογικά πια θα πεθαίνει τώρα από την αγωνία της.
– Το παιδί μου ψάχνω. Του έλεγα. Και το λιγότερο που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι να μάθω, ποιος ή ποια χαζή γυναίκα μπορεί να ευθύνεται. Μήπως όμως μπορείς να μου πεις εσύ τουλάχιστον από όσα σου είπε, προς ποια κατεύθυνση μπορεί να παράτησε το παιδί μου;
– Της το ρώτησα κι εγώ αυτό. Απαντούσε ο άνθρωπος. Το μόνον που θυμόταν να μου πει όμως, είναι ότι το άφησε σε μια γωνία κι έξω από ένα ζαχαροπλαστείο. Αποπροσανατολίστηκε όπως μου είπε βγαίνοντας από την λαϊκή κι όταν βρέθηκε κατά λάθος κοντά σε κείνο το ζαχαροπλαστείο, μπήκε μέσα να πάρει λύγα γλυκά πρώτα για το σπίτι και μετά βγήκε έξω προκειμένου να βρει που βρίσκεται και προς τα πού έπρεπε να πάει επιστρέφοντας στο σπίτι μας.
Τότε όμως ήταν που διαπίστωσε ότι κρατούσε ξένο παιδί στα χέρια της κι από τον φόβο που την πλάκωσε για την τύχη του δικού της παιδιού, αλλά κι από την σαστιμάρα της όπως επικαλέστηκε, άφησε το ξένο παιδί εκεί που είδε να παίζουν μερικά παιδιά κι έτρεξε να βρει το δικό της. Αυτά μόνον μου είπε φίλε μου. Αν τώρα μπορείς να καταλάβεις εσύ πού μπορεί να βρίσκεται αυτό το ζαχαροπλαστείο, τότε μάλλον εκεί θα βρεις και το παιδί σας.
Κατάλαβα του είπα κι αφού τον ευχαρίστησα για τις πληροφορείς που μου έδωσε, έφυγα τρέχοντας από κοντά του, με κατεύθυνση προς το ζαχαροπλαστείο που υπολόγιζα να βρω τον Αλέξανδρο. Μέχρι να φτάσω εκεί όμως, σχολίαζα την συμπεριφορά εκείνης της γυναίκας, η οποία παράτησε το ξένο παιδί σε ένα σημείο, που απείχε ούτε λίγο ούτε πολύ, πεντακόσια μέτρα από το σημείο της λαϊκής που το πήρε και καθόλου δεν σκέφτηκε την αγωνία της άλλης μάνας που έψαχνε το παιδί της και δεν θα το έβρισκε όσο κι αν το έψαχνε, αφού αυτό βρισκόταν πολύ μακριά από τον χώρο που το έχασε.
Ήξερα καλά την περιοχή βέβαια, γι’ αυτό και σωστά υπολόγισα την θέση που έπρεπε να βρίσκετε το συγκεκριμένο ζαχαροπλαστείο, οπότε όντως εντόπισα κι αμέσως μάλιστα τον μικρό μας Αλέξανδρο όταν βρέθηκα εκεί.
Τον είδα να κάθεται περίλυπος πάνω στο τσιμεντένιο πεζούλι, αυτό που είχε το ζαχαροπλαστείο έξω από την είσοδό του και να παρακολουθεί κλαίγοντας από εκεί ψηλά, τα άλλα παιδάκια που έπαιζαν ανέμελα στο μικρό προαύλιο του ζαχαροπλαστείου.
Τα μουτράκια του ήταν μουσκεμένα από τα δάκρυα που για ώρες έριχνε απελπισμένος, δεδομένου ότι βρισκόταν σε ένα ξένο γι’ αυτόν χώρο, μαζί με ξένα παιδιά κι αυτός όπως είπαμε, δεν ήταν παρά λιγότερο από δυόμιση χρονών και κανένας δικός του δεν ήταν εκεί να τον ανακουφίσει από το κακό που τον βρήκε, να είναι δηλαδή απομακρυσμένος από την μαμά του.
Γύριζε το κεφαλάκι του και κοιτούσε μια προς τα παιδιά που έπαιζαν και μια προς τον δρόμο, περιμένοντας να εμφανιστεί κάποιος δικός του κι επειδή κανένας δεν ερχόταν, δικαιολογημένα πια είχε τα ματάκια του βουρκωμένα και τον μικρό ψυχικό του κόσμο διαλυμένο. Από την μοναξιά λοιπόν κι από την απελπισία επηρεασμένος, με είδε μεν, αλλά δεν με αναγνώρισε όταν τον πλησίασα. Και με το δίκαιό του το έπαθε αυτό το παιδί, αφού όταν χάθηκε ήταν εννιά το πρωί κι όταν τον εντόπισα εγώ ήταν μία το μεσημέρι.
Σπάραξε η καρδιά μου όταν τον είδα σ’ αυτήν την κατάσταση. Τον άρπαξα στην αγκαλιά μου και τον κρατούσα σφιχτά πάνω μου, έτσι ώστε να νιώσει την προστασία που επιτέλους έφτασε. Απελπισμένος κι αυτός, δεν πίστευε ότι πράγματι ήρθε κάποιος δικός του, γι’ αυτό και στηριζόταν με τα χέρια τεντωμένα στους ώμους μου και με κοιτούσε κατά πρόσωπο να βεβαιωθεί, αν όντως ήμουν εγώ αυτός που τον πήρα αγκαλιά, ή κάποιος ξένος πάλι.
Όταν επιτέλους με αναγνώρισε, έκλαιγε με φωνή και πολύ δυνατά μάλιστα. Με έσφιγγε δε με τα μικρά του χεράκια τόσο πολύ, λες κι ότι ήθελε να με πνίξει. Από την ανακούφιση που ένιωσε όμως, ζητούσε συνεχώς την μαμά του και δεν άργησα να τον πάω σ’ αυτήν, η οποί και με ρωτούσε κλαίγοντας.
– Πού ήταν; Πού το βρήκες;
– Άσε τώρα το πού ήταν και πού τον βρήκα. Και κοίτα μην τον χάσεις πάλι, γιατί θα σε πάρει και θα σε σηκώσει.
Τέλος καλό, όλα καλά είπα μέσα μου, αλλά πράγματι τα χρειάστηκα και ρίγη από την αγωνία είχα έως ότου βρω τον μικρό μας Αλέξανδρο. Και δεν σας κρύβω τώρα, ότι και δάκρυσα όταν αντίκρισα την απελπισία του να είναι ζωγραφισμένη στο μικρό του προσωπάκι.
Μιχάλης Αλταλίκης